🌿 Mentoring Talks by Venetia - Ηonored Guests Αφιέρωμα στη Dr. Μαρία Βαρσαμά “Όταν η συμπερίληψη γίνεται πράξη . Όταν η διαφορετικότητα δεν ζητά να την αποδεχτείς. Ζητά να την ακούσεις”. Κάποιες...
🌿 Mentoring Talks by Venetia - Ηonored Guests Αφιέρωμα στη Dr. Μαρία Βαρσαμά “Όταν η συμπερίληψη γίνεται πράξη . Όταν η διαφορετικότητα δεν ζητά να την αποδεχτείς.
Ζητά να την ακούσεις”. Κάποιες γνωριμίες ξεκινούν μέσα από την επαγγελματική μας διαδρομή και με τον χρόνο αποκτούν μια πολύ πιο προσωπική και ουσιαστική θέση στη ζωή μας.
Έτσι είναι για μένα η Μαρία Βαρσαμά.
Μια αγαπημένη φίλη, μια γυναίκα που εκτιμώ για τη γνώση, τη διαδρομή και την προσωπικότητά της, αλλά και ένας άνθρωπος με τον οποίο είχα τη χαρά να συνεργαστώ στο πλαίσιο του Aτομικού Mentoring. Η Μαρία έχει αφιερώσει σημαντικό μέρος της επιστημονικής και εκπαιδευτικής της πορείας στη συμπεριληπτική εκπαίδευση. Είναι Διδάκτωρ στις Επιστήμες της Αγωγής, με ειδίκευση στη Συμπεριληπτική Εκπαίδευση και Πρέσβειρα του EyeHarp στα σχολεία στην Ελλάδα.
Αυτό όμως που ξεχωρίζω στη διαδρομή της δεν είναι μόνο οι τίτλοι και οι γνώσεις της.
Είναι ότι για τη Μαρία η συμπερίληψη δεν είναι μια έννοια που μένει στα λόγια.
Γίνεται πράξη. Το EyeHarp, είναι ένα ψηφιακό μουσικό όργανο που μπορεί να ελεγχθεί με το βλέμμα και δίνει σε ανθρώπους με κινητικές αναπηρίες τη δυνατότητα να έχουν πρόσβαση στη μουσική δημιουργία και έκφραση.
Μέσα από τη δράση της, η Μαρία συμβάλλει ώστε αυτή η δυνατότητα να φτάνει στην εκπαίδευση, στους εκπαιδευτικούς και στα παιδιά.
Η παρουσία της, με την ιδιότητά της ως Πρέσβειρα του EyeHarp Ελλάδος, στη Βουλή των Ελλήνων, σε συνεδρίαση αφιερωμένη στην «Καινοτομία και Συμπερίληψη», είναι μία ακόμη πλευρά μιας διαδρομής που συνδέει τη γνώση με την εφαρμογή και την τεχνολογία με τον άνθρωπο.
Η δική μας σχέση, όμως, έχει και μια ακόμη διάσταση που αγαπώ ιδιαίτερα.
Με τη Μαρία δεν συναντηθήκαμε μόνο στο Ατομικό Μentoring.
Συνεργαστήκαμε πάνω σε κάτι που πιστεύουμε και οι δύο: ότι το mentoring μπορεί να έχει ουσιαστική θέση και στη Δημόσια Διοίκηση.
Εργαστήκαμε μαζί για την επεξεργασία και εισήγηση πρότασης για τη θεσμοθέτηση του ρόλου του/της Μentor στη Δημόσια Διοίκηση, με επίκεντρο τον άνθρωπο, την ανάπτυξη, τη μεταφορά γνώσης και εμπειρίας και τη δημιουργία μιας κουλτούρας στην οποία οι άνθρωποι μπορούν να μαθαίνουν ο ένας από τον άλλον.
Και κάπου εδώ, για μένα, οι διαφορετικές πλευρές αυτής της ιστορίας συναντιούνται.
Mentoring και συμπερίληψη.
Και τα δύο χρειάζονται χώρο.
Χώρο για να ακουστεί μια διαφορετική φωνή.
Χώρο για να αναδειχθούν δυνατότητες.
Χώρο για συμμετοχή, εξέλιξη και επιλογή.
Δεν αρκεί να λέμε σε έναν άνθρωπο ότι υπάρχει θέση γι’ αυτόν.
Χρειάζεται να δημιουργούμε τις συνθήκες ώστε να μπορεί να συμμετέχει ισότιμα, ουσιαστικά και με τη δική του φωνή.
Γι’ αυτό ήθελα η Μαρία να έχει τη δική της θέση στο Mentoring Talks by Venetia.
Όχι μόνο ως επιστήμονας ή ως Πρέσβειρα του EyeHarp.
Αλλά ως η Μαρία που γνωρίζω.
Η αγαπημένη φίλη και συνεργάτιδα που έχει επιλέξει να υπηρετεί τη συμπερίληψη με γνώση, συνέπεια και πράξεις.
Και θα της θέσω ένα ερώτημα που βρίσκεται πολύ κοντά και στη δική μου φιλοσοφία για το mentoring: «Τι χρειάζεται να αλλάξει μέσα μας, στους οργανισμούς μας και στην κοινωνία μας, ώστε να πάψουμε να μιλάμε απλώς για συμπερίληψη και να αρχίσουμε πραγματικά να τη ζούμε;» Η Μαρία, ωστόσο, απαντά σε 5 ερωτήσεις και αφήνει το αποτύπωμά της με έναν αναστοχασμό για τους ακόλουθους του Mentoring talks by Venetia.. Γιατί η συμπερίληψη δεν ολοκληρώνεται όταν ανοίγουμε απλώς μια πόρτα.
Αρχίζει όταν ο άνθρωπος που περνά από αυτήν αισθάνεται ότι μπορεί πραγματικά να ανήκει.
ΕΡΩΤΗΣΗ 1. Μαρία μου, στο mentoring συχνά λέμε ότι δεν είμαστε εκεί για να "σωσουμε" ή να “διορθώσουμε” τον άλλον, αλλά για να δημιουργήσουμε τον χώρο ώστε να ανακαλύψει και να αξιοποιήσει τις δικές του δυνατότητες.
Μέσα από τη δική σου εμπειρία, πόσο δύσκολο είναι να βοηθάς έναν άνθρωπο χωρίς να αποφασίζεις εσύ τι είναι καλύτερο γι’ αυτόν; Θα έλεγα ότι, αρχικά, είναι εύκολο και, θα τολμούσα να πω, ακόμη και θεραπευτικό για εμένα την ίδια.
Η ιδέα ωστόσο ότι θα μπορούσα να επωμιστώ το βάρος της απόφασης για τη ζωή ενός άλλου ανθρώπου με δυσκολεύει ακόμη και ως σκέψη.
Το mentoring, όμως, με δίδαξε κάτι πραγματικά εκπληκτικό: ότι πολλές φορές η μεγαλύτερη βοήθεια που μπορούμε να προσφέρουμε σε έναν άνθρωπο είναι απλώς να τον ακούσουμε.
Να τον ακούσουμε πραγματικά και να δεχτούμε, όσο μπορούμε, αφιλτράριστα από εμάς, όλα όσα επιλέγει ο ίδιος να μας επικοινωνήσει.
Και πιστεύω ότι το κλειδί βρίσκεται ακριβώς στη φράση «αφιλτράριστα από εμάς». Γιατί δεν είμαστε εμείς εκείνοι που θα ερμηνεύσουμε, θα αξιολογήσουμε ή θα αποφασίσουμε τι είναι καλύτερο για εκείνον.
Αντίθετα, του δίνουμε τον χώρο να ξαναφιλτράρει ο ίδιος το βίωμά του, τις σκέψεις του, τα συναισθήματά του και όλα όσα επιλέγει να μοιραστεί.
Χωρίς κριτική διάθεση, λοιπόν, ούτε απέναντι στον άνθρωπο ούτε απέναντι σε όσα περιγράφει, δημιουργείται κάτι πολύ σημαντικό: τη στιγμή που αφηγείται μια κατάσταση, ουσιαστικά τη βιώνει ξανά.
Μόνο που αυτή τη φορά έχει έναν άνθρωπο απέναντί του που ακούει, χωρίς να προσπαθεί να τον κατευθύνει.
Και μέσα από αυτή τη διαδικασία μπορεί να δει πράγματα που ίσως δεν είχε καταφέρει να δει μόνος του.
Για εμένα, ίσως αυτή είναι και μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις του mentoring: να μπορέσεις να αποστασιοποιηθείς, έστω για λίγο, από τον δικό σου εαυτό, από τις δικές σου εμπειρίες, πεποιθήσεις και προσδοκίες και να λειτουργήσεις σαν ένας «αόρατος καθρέφτης» του mentee.
Να του επιστρέφεις, μέσα από την ενεργητική ακρόαση και τις κατάλληλες ερωτήσεις, αυτό που ο ίδιος φέρνει στη συζήτηση, ώστε να μπορέσει να ακούσει και να δει τον ίδιο του τον εαυτό.
Και αυτό είναι, για μένα, πραγματικά μαγικό: το πώς μπορούμε να λειτουργήσουμε ο ένας για τον άλλον όχι μόνο υποστηρικτικά, αλλά και βαθιά μεταμορφωτικά.
Δεν είμαστε εκεί για να «σώσουμε» ούτε για να «διορθώσουμε». Είμαστε εκεί για να αναδείξουμε τον άνθρωπο που επιλέγει να μας μιλήσει, να μας εμπιστευτεί, να αφιερώσει χρόνο και να μοιραστεί ένα κομμάτι του εαυτού του.
Είμαστε εκεί για να δημιουργήσουμε έναν ασφαλή χώρο μέσα στον οποίο μπορεί να αφουγκραστεί τον εαυτό του, τις επιθυμίες του, τις ανάγκες και τα συναισθήματά του.
Γιατί, τελικά, κανείς άλλος δεν μπορεί να γνωρίζει καλύτερα από τον ίδιο τι θέλει, τι έχει βιώσει και τι σημαίνει για εκείνον όσα του έχουν συμβεί.
Ο mentor δεν χρειάζεται να έχει τις απαντήσεις.
Χρειάζεται να βοηθήσει τον άνθρωπο απέναντί του να ανακαλύψει τις δικές του.
ΕΡΩΤΗΣΗ 2. Έχεις αφιερώσει μεγάλο μέρος της ζωής σου στο να δίνεις χώρο και “φωνή” σε ανθρώπους που συχνά η κοινωνία δεν ακούει.
Στο mentoring, όμως, ένα από τα δυσκολότερα πράγματα είναι να μη δίνουμε εμείς τη φωνή στον άλλον, αλλά να μάθουμε πραγματικά να ακούμε τη δική του.
Τι σου έχει μάθει η δουλειά σου για τη διαφορά ανάμεσα στο “μιλώ για κάποιον” και στο “δημιουργώ χώρο για να μιλήσει ο ίδιος"; Η δουλειά μου μού έχει μάθει, πάνω απ’ όλα, ότι όλοι οι άνθρωποι έχουμε μια βαθιά ανάγκη να νιώσουμε ότι μας αποδέχονται και μας αγαπούν.
Μπορεί αυτό να μην εκφράζεται με τον ίδιο τρόπο από όλους.
Μπορεί κάποιος να το κρύβει πίσω από έναν σκληρό χαρακτήρα, που στους γύρω του μοιάζει απρόσιτος, ενώ κάποιος άλλος μπορεί να είναι τόσο καλόβουλος και δοτικός, ώστε στο τέλος να γίνεται εύκολο να τον εκμεταλλευτούν.
Πίσω όμως από αυτές τις διαφορετικές συμπεριφορές υπάρχει συχνά η ίδια ανθρώπινη ανάγκη: η ανάγκη να ανήκουμε, να μας βλέπουν, να μας αποδέχονται και να αισθανόμαστε ότι έχουμε αξία για τους άλλους.
Και αυτό ακριβώς έχει επηρεάσει βαθιά τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνομαι τη δουλειά μου.
Δεν θεωρώ ότι απλώς «δίνω φωνή» σε ανθρώπους που η κοινωνία δεν ακούει επειδή δεν γνωρίζει τη δική τους γλώσσα ή τον δικό τους τρόπο επικοινωνίας.
Αν έμενα μόνο σε αυτό, θα μιλούσα ουσιαστικά εγώ για εκείνους.
Ο πραγματικός μου στόχος είναι κάτι βαθύτερο: να αναδιαμορφώσω, όσο μπορώ, το περιβάλλον γύρω τους, ώστε να μπορούν οι ίδιοι να εκφραστούν, να συμμετέχουν, να επικοινωνήσουν και τελικά να γίνουν πραγματικά αποδεκτοί και αγαπητοί από τους ανθρώπους γύρω τους.
Και εδώ βλέπω μια πολύ σημαντική σύνδεση με το mentoring.
Υπάρχει μεγάλη διαφορά ανάμεσα στο «μιλώ για κάποιον» και στο «δημιουργώ χώρο για να μιλήσει ο ίδιος». Στην πρώτη περίπτωση, η φωνή περνά μέσα από εμένα.
Στη δεύτερη, εγώ προσπαθώ να απομακρύνω τα εμπόδια που δεν επιτρέπουν στον άλλον να ακουστεί.
Και πολλές φορές, μέσα από αυτή τη διαδικασία, καταλήγουμε να συνειδητοποιούμε ότι κάποια από τα σημαντικότερα εμπόδια βρίσκονται μέσα μας: στις πεποιθήσεις μας, στους φόβους μας, στις ανασφάλειές μας ή στην εικόνα που έχουμε δημιουργήσει για τον εαυτό μας.
Αυτό, τελικά, θεωρώ ότι είναι και η ουσία του mentoring: δεν χρειάζεται να γίνω η φωνή του άλλου.
Χρειάζεται να δημιουργήσω τις συνθήκες μέσα στις οποίες θα μπορέσει να ακούσει πρώτα ο ίδιος τη δική του φωνή και, στη συνέχεια, να την ακούσουν και οι άλλοι.
Ίσως, λοιπόν, η μεγαλύτερη μορφή υποστήριξης δεν είναι να μιλήσεις εσύ για έναν άνθρωπο, αλλά να φροντίσεις ώστε να μη χρειάζεται πλέον κανένας να μιλά αντί γι’ αυτόν.
ΕΡΩΤΗΣΗ 3. Μιλάμε πολύ για συμπερίληψη.
Μήπως όμως κάποιες φορές, ακόμη και με τις καλύτερες προθέσεις, “συμπεριλαμβάνουμε” τον άλλον με τους δικούς μας όρους; Πώς καταλαβαίνουμε ότι έχουμε περάσει από το “σε χωράω στον δικό μου κόσμο” στο “συνδιαμορφώνουμε έναν κόσμο όπου χωράμε και οι δύο”; Είναι μια δύσκολη ερώτηση, γιατί πιστεύω ότι αυτό το ζήτημα πραγματικά δεν είναι απλό.
Η συμπερίληψη δεν είναι μια έτοιμη συνταγή ούτε κάτι που μπορούμε να πετύχουμε απλώς και μόνο επειδή έχουμε καλές προθέσεις.
Το σημαντικότερο, κατά τη γνώμη μου, είναι να υπάρχει πραγματικά η θέληση να βρούμε τον τρόπο.
Για μένα, το «θέλω» είναι η κινητήριος δύναμη κάθε αλλαγής.
Όταν πραγματικά θέλουμε κάτι, τότε γεννιέται μέσα μας η σκέψη: «Πώς θα το κάνω;». Και από εκεί ξεκινά μια διαδικασία αναζήτησης, παρατήρησης, προσαρμογής και δημιουργίας.
Προσπαθούμε να διαμορφώσουμε τις συνθήκες με βάση όσα αντιλαμβανόμαστε, όσα γνωρίζουμε, όσα μπορούμε να παρατηρήσουμε και, τελικά, όσα καταφέρνουμε να σκεφτούμε.
Ιδανικά, θα θέλαμε να συνδιαμορφώνουμε κάθε κοινωνικό ή εκπαιδευτικό περιβάλλον μαζί με όλους τους ανθρώπους που συμμετέχουν σε αυτό.
Όμως η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη.
Υπάρχουν άνθρωποι, ιδιαίτερα άτομα με βαριές αναπηρίες, που μπορεί να μην έχουν τη δυνατότητα να εκφράσουν άμεσα τις ανάγκες, τις επιθυμίες ή τις προτιμήσεις τους με τον τρόπο που έχουμε συνηθίσει να περιμένουμε.
Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι δεν μπορούν να συμμετέχουν στη διαδικασία.
Σημαίνει ότι εμείς χρειάζεται να διευρύνουμε τον τρόπο με τον οποίο ακούμε και αντιλαμβανόμαστε τη συμμετοχή.
Να μάθουμε να παρατηρούμε τη συμπεριφορά, τις αντιδράσεις, τις επιλογές, τις προτιμήσεις, ακόμη και τις μικρές αλλαγές στην έκφραση ή στη στάση ενός ανθρώπου.
Να αναζητούμε δηλαδή τη φωνή του και πέρα από τη λεκτική επικοινωνία.
Και εδώ θεωρώ ότι η παρατήρηση έχει έναν πραγματικά ευεργετικό ρόλο.
Δεν είναι απλώς μια πρακτική που μας βοηθά να γνωρίσουμε καλύτερα τον άλλον· είναι ένας τρόπος να εξελισσόμαστε και εμείς οι ίδιοι, να αμφισβητούμε τις βεβαιότητές μας και να ανακαλύπτουμε νέους τρόπους επικοινωνίας.
Δεν είναι τυχαίο ότι η συστηματική παρατήρηση αποτελεί ένα από τα βασικά ερευνητικά εργαλεία στην παιδαγωγική επιστήμη.
Άρα, ίσως η μετάβαση από το «σε χωράω στον δικό μου κόσμο» στο «συνδιαμορφώνουμε έναν κόσμο όπου χωράμε και οι δύο» δεν σημαίνει ότι περιμένω από τον άλλον να μου πει πάντα τι πρέπει να αλλάξω.
Σημαίνει ότι είμαι διατεθειμένη να παρατηρήσω, να ακούσω και να επανεξετάσω τον δικό μου τρόπο σκέψης, ώστε το περιβάλλον να προσαρμοστεί περισσότερο στον άνθρωπο και όχι ο άνθρωπος στο περιβάλλον.
Και τελικά, εκεί βρίσκεται η ουσία της συμπερίληψης: όχι στο να κάνουμε τον άλλον να χωρέσει στον κόσμο που ήδη έχουμε δημιουργήσει, αλλά στο να είμαστε πρόθυμοι να αλλάξουμε και εμείς τον κόσμο μας, ώστε να υπάρχει πραγματικός χώρος για όλους.
ΕΡΩΤΗΣΗ 4. Ως mentor μπορεί να βρεθείς απέναντι σε έναν άνθρωπο που σκέφτεται, επικοινωνεί, κινείται ή αντιλαμβάνεται τον κόσμο πολύ διαφορετικά από εσένα.
Τι χρειάζεται να “ξεμάθει” πρώτα ο mentor από τον εαυτό του για να μπορέσει πραγματικά να συναντήσει τη διαφορετικότητα χωρίς να την ερμηνεύσει μέσα από τα δικά του στερεότυπα; Χρειάζεται, πρώτα απ’ όλα, να ξεμάθει να είναι εγωιστής.
Και δεν εννοώ τον εγωισμό με την έννοια της κακής πρόθεσης.
Εννοώ την πολύ ανθρώπινη τάση να ερμηνεύουμε τον κόσμο μέσα από τον δικό μας τρόπο σκέψης, τις δικές μας εμπειρίες, τις δικές μας ανάγκες και όσα εμείς θεωρούμε αυτονόητα.
Πιστεύω ότι είναι πολύ σημαντικό ο mentor να έχει αυτοπεποίθηση, αλλά μια οριοθετημένη αυτοπεποίθηση.
Να γνωρίζει ποιος είναι, τι γνωρίζει και τι μπορεί να προσφέρει, αλλά ταυτόχρονα να αναγνωρίζει ότι δεν γνωρίζει τον άλλον.
Ότι η δική του αλήθεια δεν είναι η μοναδική αλήθεια και ότι η δική του εμπειρία δεν αποτελεί μέτρο για την εμπειρία κάποιου άλλου.
Όταν βρίσκεσαι σε μια επικοινωνία που αφορά έναν άλλον άνθρωπο, οφείλεις να είσαι εκεί ολόκληρος και ταυτόχρονα, κατά κάποιον τρόπο, αποκομμένος από τον εαυτό σου.
Να είσαι παρών, αλλά να μην αφήνεις τον εαυτό σου να καταλαμβάνει όλο τον χώρο.
Να ακούς χωρίς να βιάζεσαι να συμπληρώσεις τα κενά με αυτά που ήδη γνωρίζεις.
Για μένα, αυτό είναι ίσως το πιο δύσκολο κομμάτι: να μπορέσεις να πεις μέσα σου «δεν ξέρω». Δεν ξέρω πώς αισθάνεται αυτός ο άνθρωπος.
Δεν ξέρω τι σημαίνει για εκείνον αυτό που βιώνει.
Δεν ξέρω τι θα επέλεγα εγώ αν βρισκόμουν στη θέση του και, κυρίως, δεν χρειάζεται να το ξέρω.
Χρειάζεται να είμαι αρκετά ανοιχτός, ώστε να αφήσω τον άλλον να μου δείξει τον δικό του τρόπο να σκέφτεται, να επικοινωνεί και να αντιλαμβάνεται τον κόσμο.
Γιατί διαφορετικά υπάρχει ο κίνδυνος να νομίζουμε ότι τον ακούμε, ενώ στην πραγματικότητα ακούμε τη δική μας ερμηνεία για εκείνον.
Ίσως, λοιπόν, αυτό που χρειάζεται να «ξεμάθει» περισσότερο ένας mentor είναι να θεωρεί ότι ξέρει.
Να αφήσει στην άκρη την ανάγκη να έχει πάντα μια απάντηση, μια λύση ή μια ερμηνεία.
Να κρατήσει την αυτοπεποίθησή του, αλλά να της βάλει όρια.
Γιατί η πραγματική συνάντηση με τη διαφορετικότητα ξεκινά, κατά τη γνώμη μου, από μια πολύ απλή αλλά δύσκολη παραδοχή: «Δεν είσαι εγώ και δεν χρειάζεται να σε καταλάβω μέσα από εμένα.
Θέλω να σε γνωρίσω μέσα από εσένα». ΕΡΩΤΗΣΗ 5. Και θέλω να κλείσω όχι με την επιστήμονα, αλλά με τη Μαρία.
Αν αύριο γινόσουν mentor ενός ανθρώπου που για χρόνια είχε μάθει από τους άλλους τι “δεν μπορεί” να κάνει, ποια θα ήταν η πρώτη ερώτηση που θα του έκανες, όχι για να τον καθοδηγήσεις, αλλά για να τον βοηθήσεις να ξαναδεί τον εαυτό του μέσα από τις δυνατότητές του; Νομίζω ότι, αν αύριο γινόμουν mentor ενός ανθρώπου που για χρόνια είχε μάθει από τους άλλους τι «δεν μπορεί» να κάνει, δεν θα ξεκινούσα με μια ερώτηση για το τι μπορεί να κάνει σήμερα.
Θα του έλεγα: «Θυμάσαι, όταν ήσουν μικρός ή μικρή, τι ήθελες να γίνεις»; Γιατί όλοι μας έχουμε μέσα μας εκείνο το παιδί.
Το παιδί που φοβάται, που ονειρεύεται, που θέλει, που απογοητεύεται, που ξαναπροσπαθεί.
Ένα παιδί που κάποτε ήταν ακέραιο, πριν αρχίσει να φορτώνεται με τις απόψεις, τις προσδοκίες, τις ετικέτες και τις βεβαιότητες των άλλων.
Και πολλές φορές πιστεύουμε ότι όλα αυτά που μας λένε οι άλλοι θα μας θωρακίσουν.
Ότι θα μας προστατεύσουν από την απογοήτευση, την αποτυχία, τον φόβο.
Όμως κάποιες φορές, αντί να μας θωρακίζουν, μας εξαντλούν.
Μας κάνουν να ξεχάσουμε τι θέλαμε, τι ονειρευόμασταν και, τελικά, τι μπορούμε.
Γι’ αυτό θα ήθελα να του θυμίσω εκείνο το παιδί.
Όχι για να γυρίσει πίσω, αλλά για να ξαναβρεί μέσα του κάτι που ίσως έχει χαθεί στην πορεία: την ελευθερία να επιθυμεί χωρίς να έχει ήδη αποφασίσει κάποιος άλλος για εκείνον ποιο είναι το όριό του.
Και ίσως μετά να του έλεγα μόνο: «Μην μου πεις τι σου είπαν ότι δεν μπορείς.
Πες μου τι θα ήθελες να μπορείς.» Γιατί τελικά, ίσως αυτό είναι το πιο σημαντικό που μπορεί να προσφέρει ένας mentor: όχι να δώσει στον άλλον μια καινούργια εικόνα για τον εαυτό του, αλλά να τον βοηθήσει να ξαναδεί την εικόνα που κάποτε είχε ο ίδιος για τον εαυτό του, πριν οι φωνές των άλλων γίνουν πιο δυνατές από τη δική του.
Και τότε, ίσως, δεν χρειάζεται να του πεις τι μπορεί να γίνει.
Αρκεί να του θυμίσεις ότι το «δεν μπορώ» που άκουσε τόσα χρόνια από τους άλλους δεν είναι απαραίτητα η δική του αλήθεια. • Θα ήθελα να αφήσω στο κοινό έναν μικρό αναστοχασμό.
Μέσα στην καθημερινότητά μας ακούμε πολύ συχνά τι μπορούμε και τι δεν μπορούμε να κάνουμε.
Κάποιες από αυτές τις φωνές μας στηρίζουν και κάποιες άλλες, χωρίς ίσως να το αντιλαμβάνονται, μας κάνουν να μικραίνουμε.
Ίσως, λοιπόν, αξίζει πού και πού να σταματάμε και να ρωτάμε τον εαυτό μας: «Αυτό που πιστεύω ότι δεν μπορώ, είναι πραγματικά δικό μου όριο ή είναι ένα όριο που κάποιος άλλος μου έμαθε να πιστεύω;» Και υπάρχει και κάτι ακόμη που θεωρώ πολύ σημαντικό.
Δεν χρειάζεται να δίνουμε σε όλες τις απόψεις το ίδιο βάρος.
Πριν επιτρέψουμε σε μια γνώμη να γίνει δική μας πεποίθηση, ίσως χρειάζεται να κοιτάξουμε πρώτα εμάς τους ίδιους και να αναρωτηθούμε: «Ποιος μου το λέει; Τι σημαίνει αυτός ο άνθρωπος για μένα; Τον εμπιστεύομαι; Αναγνωρίζω σε εκείνον γνώση, εμπειρία ή αγάπη; Και, τελικά, πόση αξία επιλέγω εγώ να δώσω στη συγκεκριμένη άποψη;» Γιατί μια άποψη δεν αποκτά αξία μόνο και μόνο επειδή ειπώθηκε.
Η αξία που θα της δώσουμε περνά και από τη δική μας κρίση.
Και ίσως αυτό να είναι ένα σημαντικό βήμα προς την αυτογνωσία: να μάθουμε να ξεχωρίζουμε τη φωνή που πραγματικά μας βοηθά από τη φωνή που απλώς έγινε δυνατή μέσα μας επειδή την ακούσαμε πολλές φορές.
Και τότε ίσως αξίζει να θυμηθούμε εκείνο το παιδί που υπήρξαμε κάποτε.
Εκείνο που ονειρευόταν χωρίς να ζητά άδεια, που ήθελε χωρίς να φοβάται αν επιτρέπεται, που δεν είχε ακόμη μάθει να μετρά τον εαυτό του με τα μέτρα των άλλων.
Γιατί μπορεί τελικά το mentoring να μην είναι μόνο μια διαδικασία μέσα από την οποία βοηθάμε κάποιον να προχωρήσει.
Μπορεί να είναι μια υπενθύμιση ότι ο καθένας μας αξίζει έναν άνθρωπο που θα τον ακούσει αρκετά, ώστε κάποια στιγμή να μπορέσει να ακούσει ξανά τη δική του φωνή.
Και ίσως αυτό να είναι το μεγαλύτερο δώρο που μπορούμε να κάνουμε ο ένας στον άλλον: Να μη γίνουμε η φωνή του άλλου. Να τον βοηθήσουμε να ξαναβρεί τη δική του.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους