Όταν η ευθύνη χάνει το πρόσωπό της --- του Μαρίνου Γεωργάτου - Το βαθύτερο δράμα της εποχής μας δεν βρίσκεται μόνο στις τραγωδίες που συμβαίνουν· βρίσκεται και στον τρόπο με τον οποίο επιλέγουμε να...
Όταν η ευθύνη χάνει το πρόσωπό της
--------------------------------------------------------------------- του Μαρίνου Γεωργάτου - Το βαθύτερο δράμα της εποχής μας δεν βρίσκεται μόνο στις τραγωδίες που συμβαίνουν· βρίσκεται και στον τρόπο με τον οποίο επιλέγουμε να τις ερμηνεύσουμε, να τις διαχειριστούμε και, τελικά, να τις ξεχάσουμε.
Ζούμε σε μια κοινωνία που έμαθε να διαχέει την ευθύνη μέχρι να την καταστήσει αόρατη.
Ο υπεύθυνος γίνεται «αναρμόδιος», ο αρμόδιος επικαλείται τις διαδικασίες, ο λειτουργός κρύβεται πίσω από το σύστημα και το σύστημα πίσω από τη γραφειοκρατία.
Έτσι, εκεί όπου υπήρξε αμέλεια, μιλάμε αόριστα για «ανθρώπινο λάθος»· εκεί όπου υπήρξαν παραλείψεις, επικαλούμαστε μια «κακή στιγμή»· και εκεί όπου θα έπρεπε να αναζητηθούν συγκεκριμένες ευθύνες, καταλήγουμε να θρηνούμε ακόμη μία «αναπόφευκτη τραγωδία». Μόνο που η τραγωδία δεν είναι πάντοτε έργο της μοίρας.
Πίσω από κάθε θεσμική αποτυχία υπάρχουν αποφάσεις που δεν ελήφθησαν, προειδοποιήσεις που αγνοήθηκαν, καθήκοντα που δεν εκπληρώθηκαν και άνθρωποι που προτίμησαν τη σιωπή από την ευθύνη.
Το απρόσωπο «σύστημα» δεν διαθέτει μόνο του ούτε βούληση ούτε συνείδηση.
Αποτελείται από πρόσωπα, ιεραρχίες, επιλογές και παραλείψεις.
Και όταν επικαλούμαστε διαρκώς το σύστημα χωρίς να αναζητούμε τους ανθρώπους που το υπηρετούν, το διοικούν ή το εκμεταλλεύονται, τότε το μετατρέπουμε σε ένα βολικό καταφύγιο ατιμωρησίας.
Η ευθύνη, όμως, όταν μοιράζεται τόσο ώστε να μη βαραίνει κανέναν, δεν είναι συλλογική· είναι ακυρωμένη.
Και μια κοινωνία στην οποία η ευθύνη χάνει το πρόσωπό της, χάνει σταδιακά και την ηθική της πυξίδα.
Οι θεσμοί παύουν να λειτουργούν ως εγγύηση προστασίας και μετατρέπονται σε σκηνικό μιας παράστασης όπου όλοι εμφανίζονται αρμόδιοι πριν από την καταστροφή και κανείς μετά από αυτήν.
Η δικαιοσύνη αναζητεί το χέρι που παρέλειψε, υπέγραψε, συγκάλυψε ή αδιαφόρησε, αλλά συναντά τίτλους, επιτροπές, υπηρεσίες και ατέρμονες διαδικασίες.
Αυτή η πραγματικότητα δεν παράγει μόνο ατιμωρησία.
Παράγει κυνισμό.
Ο πολίτης παύει να πιστεύει ότι η αλήθεια μπορεί να αποκαλυφθεί, ότι η δικαιοσύνη μπορεί να αποδοθεί και ότι οι θεσμοί υπάρχουν για να τον προστατεύουν.
Μαθαίνει να θεωρεί φυσιολογική την αδράνεια, αναμενόμενη τη συγκάλυψη και μάταιη κάθε διεκδίκηση.
Κι όταν ένας λαός πειστεί πως «τίποτε δεν αλλάζει», τότε η ατιμωρησία έχει πετύχει τη μεγαλύτερη νίκη της: δεν έχει απλώς αποφύγει την κρίση· έχει αφοπλίσει τη συνείδηση.
Ίσως αυτό να είναι το πιο επικίνδυνο έγκλημα εναντίον μιας κοινωνίας: να πείσεις τους ανθρώπους της ότι η ζωή, η αξιοπρέπεια και η φωνή τους έχουν μικρότερη αξία από την αυτοπροστασία της εξουσίας και τη βολική μετάθεση των ευθυνών. Στην Ελλάδα των αλλεπάλληλων κρίσεων και τραγωδιών, το ίδιο μοτίβο επανέρχεται με οδυνηρή συνέπεια.
Οι πολιτικοί δείχνουν τους θεσμούς, οι θεσμοί επικαλούνται το κράτος, το κράτος χάνεται μέσα στους διαδρόμους της διοίκησης και η γραφειοκρατία απαντά με φακέλους, καθυστερήσεις και σιωπή.
Η ευθύνη περνά από χέρι σε χέρι, ώσπου να μη μείνει σε κανένα.
Και η μνήμη, κουρασμένη από την αναμονή, παραδίδεται σιγά σιγά στη λήθη.
Όμως μια χώρα που αρνείται να διδαχθεί από τα λάθη της καταδικάζεται να τα επαναλαμβάνει — κάθε φορά με νέα ονόματα, νέες πληγές και καινούργιους νεκρούς.
Η ευθύνη δεν εμφανίζεται μόνο στις μεγάλες καταστροφές.
Αποκαλύπτεται καθημερινά: στο νοσοκομείο, όπου ο ασθενής αντιμετωπίζεται σαν αριθμός· στο γκισέ, όπου ο πολίτης περιφέρεται από υπηρεσία σε υπηρεσία· στον δρόμο, όπου η εγκατάλειψη παρουσιάζεται ως κανονικότητα· σε κάθε χώρο όπου η εξουσία, ακόμη και η μικρότερη, ασκείται χωρίς λογοδοσία και χωρίς συναίσθηση του ανθρώπου που βρίσκεται απέναντί της.
Η ίδια νοοτροπία που, στις ακραίες περιπτώσεις, μπορεί να οδηγήσει σε μια τραγωδία, στην καθημερινότητα ταπεινώνει, εξαντλεί και αποθαρρύνει.
Και όταν αυτή η συμπεριφορά μένει ατιμώρητη, δεν αποτελεί πλέον εξαίρεση.
Γίνεται τρόπος διοίκησης, κοινωνικό ήθος και συνήθεια.
Δεν μπορούμε, επομένως, να μιλάμε σοβαρά για πρόοδο όσο κάθε αποτυχία καταλήγει σε ένα παιχνίδι μετάθεσης ευθυνών.
Η κοινωνία δεν ζητά εκδικητικότητα· ζητά λογοδοσία.
Δεν αναζητεί εύκολους αποδιοπομπαίους τράγους· απαιτεί αλήθεια, διαφάνεια και δικαιοσύνη.
Ζητά να μάθει ποιος γνώριζε, ποιος αποφάσισε, ποιος παρέλειψε και ποιος όφειλε να ενεργήσει.
Διότι η ανάληψη ευθύνης δεν είναι πράξη αδυναμίας.
Είναι η ύψιστη απόδειξη θεσμικής αξιοπρέπειας και ανθρώπινης ωριμότητας.
Όσο βαφτίζουμε την αμέλεια «ατυχία», την ανικανότητα «δυσλειτουργία» και τη συγκάλυψη «διαχείριση κρίσης», η αλήθεια θα παραμένει θαμμένη κάτω από τη γλώσσα των προσχημάτων.
Και όσο αποδεχόμαστε αυτή τη νοθεία των λέξεων, θα συνεχίζουμε να μετράμε θύματα εκεί όπου θα έπρεπε να έχουμε οικοδομήσει ασφάλεια, εμπιστοσύνη και δικαιοσύνη.
Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι μόνο πόσες ακόμη τραγωδίες θα χρειαστούν για να αλλάξουμε.
Είναι πόση ακόμη εξοικείωση με την ατιμωρησία μπορεί να αντέξει η συλλογική μας συνείδηση προτού πάψει να αντιδρά.
Γιατί οι κοινωνίες δεν καταρρέουν μόνο από όσα τους συμβαίνουν.
Καταρρέουν και από όσα μαθαίνουν να ανέχονται. Και η σιωπή απέναντι στην ευθύνη δεν είναι ουδετερότητα. Είναι ο σκοτεινός προθάλαμος της επόμενης τραγωδίας.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους