Το Περιγιάλι το κρυφό...και μια άνω τελεία. Τη δεκαετία του 1920, στο Παρίσι,ο νεαρός ποιητής Γιώργος Σεφέρης σπουδάζει νομική και προετοιμάζεται από την οικογένεια του για καριέρα στο διπλωματικό...
Το Περιγιάλι το κρυφό...και μια άνω τελεία. Τη δεκαετία του 1920, στο Παρίσι,ο νεαρός ποιητής Γιώργος Σεφέρης σπουδάζει νομική και προετοιμάζεται από την οικογένεια του για καριέρα στο διπλωματικό σώμα.
Εκεί, το 1923, θα γνωρίσει την 18 χρονών τότε Ζακλίν Πουγιουλόν.
Θα ζήσουν έναν έρωτα για περίπου 2 χρόνια που θα διακοπεί όταν ο Σεφέρης επιστρέφει στην Αθήνα και εκείνη μένει πίσω.
Η απόσταση θα πυροδοτήσει μια αλληλογραφία ανάμεσα στο ζευγάρι, που θα κρατήσει περίπου 10 χρόνια.
Σε κάποιο από τα γράμματα του ο Σεφέρης που φαίνεται να επιλέγει την μοναχική ζωή του ποιητή…και να αρνείται την ζωή μέσα σε έναν γάμο με την Ζακλίν…σε ένα από τα γράμματα που θα στείλει στην τρελαμένη από έρωτα Ζακλίν, θα συμπεριλάβει τους παρακάτω στίχους: “…Στο περιγιάλι το κρυφό Κι άσπρο σαν περιστέρι Διψάσαμε το μεσημέρι Μα το νερό γλυφό Πάνω στην άμμο την ξανθή Γράψαμε το όνομα της Ωραία που φύσηξε ο μπάτης Και σβήστηκε η γραφή Με τι καρδιά, με τι πνοή Τι πόθους και τι πάθος Πήραμε τη ζωή μας. Λάθος! Κι αλλάξαμε ζωή…” Με τους ίδιους στίχους…και με και με τον χαρακτηριστικό τίτλο "Αρνηση” ο Σεφέρης θα το συμπεριλάβει στην πρώτη του ποιητική συλλογή που θα εκδώσει μερικά χρόνια μετά, το 1931.
Έγραψε τους ίδιους στίχους και δεν είναι λάθος, όμως ο Σεφέρης όταν τελικά εκδίδει το ποίημα προχωρά σε μια μικρή αλλαγή μιας στίξης.
Στον τελευταίο μέρος του ποιήματος, μια τελεία θα αντικατασταθεί από μια άνω τελεία αλλάζοντας έτσι και το νόημα της πρότασης: “Με τι καρδιά, με τι πνοή Τι πόθους και τι πάθος Πήραμε τη ζωή μας· λάθος! Κι αλλάξαμε ζωή…” Ο Μίκης πείθει τον Σεφέρη για τη μελοποίηση του ποιήματος,με την ρητή διατύπωση της προσοχής στην άνω τελεία.
Όταν ηχογραφούσαμε(διηγείται ο Μίκης), λέω στον Μπιθικώτση «πρόσεξε την άνω τελεία.
Εκεί που λες πήραμε τη ζωή μας, βάλε παύση πριν πεις λάθος». Στα αυτιά μου είχα την προτροπή – παράκληση του ποιητή: «Την άνω τελεία! Την άνω τελεία! Αλλιώτικα μου αντιστρέφεις το νόημα». Τελικά όμως αυτό αποδείχθηκε ανεφάρμοστο στην πράξη, με αποτέλεσμα να ακουστεί η λέξη «λάθος» κολλητά στο «πήραμε τη ζωή μας», δίνοντας αντίθετο νόημα στο ποίημα.
Όμως πόσο κατανοητό ήταν για το λαό, που ποιος λίγο, ποιος πολύ, είχε πάρει τη ζωή του λάθος…” Το τραγούδι θα κυκλοφορήσει τελικά χωρίς την παύση που επιβάλλει η άνω τελεία, αλλά θα γνωρίσει τρομακτική επιτυχία.
Οι σχέσεις των δυο αντρών θα διαταραχθούν για ένα σύντομο όμως χρονικό διάστημα.
Ένα βράδυ ο Μίκης θα πάρει μαζί του τον δύστροπο ακόμα Σεφέρη και θα τον κάνει βόλτα σε όλες τις ταβέρνες της Αθήνας, όπου ο ποιητής θα παρακολουθήσει παντού τον κόσμο να τραγουδά το ποίημα του και θα μαλακώσει! "Ποτέ ίσως ένας Σεφέρης δεν είχε γίνει σαν μικρό παιδί.
Γελούσε, έλαμπε ολόκληρος από ευτυχία, και νομίζω πως εκείνη τη βραδιά επέτρεψε στην τόσο αυστηρή του καρδιά να με αγαπήσει.
Στο μέτρο φυσικά του επιτρεπτού για ένα διπλωμάτη…” Mια φθινοπωρινή μέρα -οπως η σημερινή -του 1971,ο ποιητής περνά στους ουρανούς . 2 μέρες μετά, τελείται η κηδεία του.
Έξω από την εκκλησία στην Πλάκα, παραταγμένοι δεκάδες αστυνομικοί με στολή ή με πολιτικά.
Το συγκεντρωμένο πλήθος τους αγνοεί και τραγουδά τα μελοποιημένα ποιήματα . Νέοι ,μαθητές και φοιτητές πρωτοστατούν στο τραγούδι . Με λουλούδια στα χέρια, ξεπροβοδιζουν τον Ποιητή . «Και κείνο το τραγούδι έξω από την εκκλησία και ύστερα πάνω από τον τάφο του, ήταν συγκλονιστικό.
Βαρύ και θλιμμένο, το τραγουδούσανε σαν παράπονο άνθρωποι πατημένοι, απελπισμένοι.
Πάνω στην άμμο την ξανθή… Του σήκωσα το φέρετρο και στο χέρι μου μπήκανε δυο αγκίδες, τις αισθάνομαι σαν παράσημα.
Στην εκκλησία ήρθε και ο Ιερώνυμος απρόσκλητος, τον υποδέχτηκαν δυνατά βηξίματα αποδοκιμασίας. Αδιαφόρησε. Χοροστάτησε.
Μετά άπλωσε το χέρι του στη χήρα να του το φιλήσει.
Εκείνη το αγνόησε και λέει «πού είναι ένα τίμιο χέρι να το φιλήσω;» Και κείνη τη στιγμή ακούστηκε μια στεντόρεια φωνή. «Αθάνατος». Όλοι στην εκκλησία αρχίσανε να χειροκροτάνε.
Η κυρία Μαρώ για μια στιγμή ξαφνιάστηκε.
Κι αμέσως σηκώθηκε και κοίταξε τον κόσμο.
Τα χειροκροτήματα δυναμώσαν, απλώθηκαν και έξω από την εκκλησία στους χιλιάδες που συνωστίζονταν στο σοκάκι της Κυδαθηναίων.
Τότε στο πρόσωπό της αποτυπώθηκε το αίσθημα της δικαίωσης»... γράφει ο Αλ. Κοτζιάς.
Ξεχωριστά συγκινητική η στιγμή που η Μαρω Σεφερη, κόβει τη κοτσιδα των μαλλιών της και την εναποθετει στο φέρετρο του συντρόφου της.
Στη πύλη του Αδριανού η πομπή σταματάει για λίγο και χιλιάδες κόσμου ψάλλουν το τραγούδι που δεν γράφτηκε για κάποιο Κυπριακό Περιγιάλι (έτσι το ερμήνευαν), αλλά για τον νεανικό ατελέσφορο έρωτα με τη Ζίζελ.
Το «περιγιάλι το κρυφό» δίνει τη συνέχεια στο «πότε θα κάνει ξαστεριά», αλλά και στον Εθνικό Ύμνο.
Η μεγαλύτερη αντιδικτατορική εκδήλωση και η πλέον μεγαλειώδης μαζί με το ξοδι του Παλαμά στη Κατοχή,είναι γεγονός. "Σ’ αυτόν τον τόπο όπου όλοι είμαστε τόσο τραγικά αυτοδίδακτοι…" "Η Ελλάδα, η χώρα των παράλληλων μονολόγων" "Να νοσταλγείς τον τόπο σου ζώντας στον τόπο σου, τίποτα δεν είναι πιο πικρό" "Ευνουχισμένοι διανοούμενοι, μικροί ανίκανοι και τυφλοί κυβερνήτες" Πάντα,οιωνοσκοποι οι Ποιητές μας και ο Σεφεριάδης από τους μέγιστους. https://youtu.be/TeHXH-zpVAc?si=LiztFk3PuXTxDD8t Από ΒΑΣΙΛΗΣ ΛΑΜΠΟΓΛΟΥ
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους