«Σε όποιον ιδεολογικό χώρο κι αν ανήκει κάποιος, υπάρχει ένα πράγμα που πρέπει να μας απασχολεί όλους: όταν φτιάχνονται νόμοι που μοιάζουν να στοχεύουν συγκεκριμένα πρόσωπα ή συγκεκριμένους...
«Σε όποιον ιδεολογικό χώρο κι αν ανήκει κάποιος, υπάρχει ένα πράγμα που πρέπει να μας απασχολεί όλους: όταν φτιάχνονται νόμοι που μοιάζουν να στοχεύουν συγκεκριμένα πρόσωπα ή συγκεκριμένους πολιτικούς χώρους, το ζήτημα δεν είναι μόνο αν συμπαθείς ή όχι τον Κασιδιάρη.
Το ερώτημα είναι τι σημαίνει αυτό γενικότερα για τη λειτουργία της δημοκρατίας.Και ας κοιτάξουμε λίγο τι συμβαίνει γύρω μας στην Ευρώπη. Στη Γερμανία το AfD έφτασε σχεδόν στο 44% σε πρόσφατες περιφερειακές εκλογές στη Σαξονία-Άνχαλτ. Στην Ιταλία κυβερνά εδώ και χρόνια η Τζόρτζια Μελόνι με έναν συντηρητικό συνασπισμό. Στην Αυστρία το FPÖ είχε βγει πρώτο στις εθνικές εκλογές του 2024, έστω κι αν τελικά έμεινε εκτός κυβέρνησης.
Και στη Γαλλία η Μαρίν Λεπέν βρίσκεται αυτή τη στιγμή πρώτη σε δημοσκοπήσεις για τον πρώτο γύρο των προεδρικών εκλογών του 2027, με περίπου 33% έως 36% στα σενάρια που μετρήθηκαν.
Το ερώτημα λοιπόν δεν είναι αν ξαφνικά εκατομμύρια Ευρωπαίοι ξύπνησαν μια μέρα και αποφάσισαν όλοι να γίνουν “φασίστες”, “ακροδεξιοί” ή όπως αλλιώς θέλει να τους χαρακτηρίσει ο καθένας.
Πιο χρήσιμο είναι να ρωτήσουμε τι έχει αλλάξει στις κοινωνίες τους και γιατί τόσος κόσμος εγκαταλείπει τα παραδοσιακά κόμματα.Προσωπικά, επίσης, δεν θεωρώ τον εθνικισμό αυτομάτως βρισιά.
Από μικροί ακούγαμε συχνά ότι “πατριωτισμός είναι καλός, εθνικισμός είναι κακός”. Για μένα όμως το πραγματικό όριο βρίσκεται αλλού: στον σωβινισμό.
Δηλαδή όταν δεν λες απλώς “αγαπώ τον λαό και τη χώρα μου”, αλλά “ο δικός μου λαός είναι ανώτερος και οι άλλοι κατώτεροι”. Άλλο αγάπη για την πατρίδα, άλλο περιφρόνηση για τους υπόλοιπους.
Έχουμε φτάσει πολλές φορές στο σημείο να αισθάνεται κάποιος ότι πρέπει σχεδόν να απολογηθεί επειδή αγαπά τη χώρα του, τη σημαία του ή την ιστορία του.
Αυτό για μένα είναι λάθος.
Μπορείς να αγαπάς βαθιά την πατρίδα σου χωρίς να μισείς κανέναν άλλο.
Την ίδια στιγμή όμως δεν γίνεται να αγνοούμε ζητήματα που απασχολούν πολύ κόσμο: τη μεγάλη μεταναστευτική πίεση, την ασφάλεια, το κόστος ζωής, τη στέγαση, τους χαμηλούς μισθούς, την αίσθηση ότι οι κυβερνήσεις δεν ακούνε.
Δεν σημαίνει ότι κάθε μετανάστης είναι εγκληματίας — αυτό προφανώς δεν στέκει.
Σημαίνει όμως ότι οι κοινωνίες έχουν δικαίωμα να συζητούν για σύνορα, ένταξη, εγκληματικότητα και το πόση μετανάστευση μπορούν πραγματικά να διαχειριστούν χωρίς να βαφτίζεται αυτομάτως κάθε τέτοια συζήτηση “ρατσισμός”. Και κάπου εκεί εμφανίζεται η ψήφος διαμαρτυρίας.
Ο κόσμος δοκιμάζει τη μία κυβέρνηση, μετά την άλλη, αριστερά, δεξιά, κέντρο, και όταν αισθάνεται ότι τίποτα δεν αλλάζει, αρχίζει να ψάχνει έξω από το συνηθισμένο πολιτικό σύστημα.
Εγώ δεν υποστηρίζω τον Κασιδιάρη και δεν λέω ότι θα τον ψηφίσω.
Αλλά θα ήταν λάθος να προσποιούμαστε ότι δεν υπάρχει κόσμος που μπορεί να τον ψηφίσει ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο: όχι απαραίτητα επειδή συμφωνεί με κάθε του άποψη, αλλά επειδή θέλει να στείλει ένα μήνυμα στο πολιτικό σύστημα.Και εδώ χρειάζεται προσοχή.
Η ιστορία δείχνει ότι όταν μια κοινωνία μπαίνει σε παρατεταμένη πολιτική κρίση και χάνει την εμπιστοσύνη της στους θεσμούς, δημιουργείται χώρος για ακραίες λύσεις.
Η δικτατορία του 1967 δεν “εκλέχτηκε”· ήταν στρατιωτικό πραξικόπημα, μέσα όμως σε ένα περιβάλλον έντονης πολιτικής αστάθειας και πόλωσης.
Άρα, αντί να παθαίνουμε πανικό κάθε φορά που ανεβαίνει ένας Κασιδιάρης, ένα AfD, ένα FPÖ ή ένα National Rally, ίσως αξίζει πρώτα να αναρωτηθούμε: γιατί ανεβαίνουν; Ποια προβλήματα άφησαν άλυτα οι προηγούμενες κυβερνήσεις; Γιατί ένα τόσο μεγάλο κομμάτι των Ευρωπαίων αισθάνεται ότι δεν εκπροσωπείται; Γιατί αν απλώς βάζεις μια ταμπέλα στον ψηφοφόρο και αρνείσαι να ακούσεις τι τον έφερε μέχρι εκεί, το πρόβλημα δεν εξαφανίζεται. Συνήθως μεγαλώνει.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους