Η Νύχτα των Μεγάλων Μαχαιριών ✏️ Της Αικ.Γ.Δασκαλοπούλου Η «Νύχτα των Μαχαιριών» αποτελεί μία από τις σκοτεινότερες στιγμές της ανόδου και εδραίωσης του εθνικοσοσιαλιστικού καθεστώτος στη Γερμανία...
Η Νύχτα των Μεγάλων Μαχαιριών ✏️ Της Αικ.Γ.Δασκαλοπούλου Η «Νύχτα των Μαχαιριών» αποτελεί μία από τις σκοτεινότερες στιγμές της ανόδου και εδραίωσης του εθνικοσοσιαλιστικού καθεστώτος στη Γερμανία.
Μεταξύ της 30ής Ιουνίου και της 2ας Ιουλίου 1934, ο Αδόλφος Χίτλερ διέταξε την εκκαθάριση της ηγεσίας της Sturmabteilung (SA), της ισχυρής παραστρατιωτικής οργάνωσης των Ναζί, με επικεφαλής τον παλαιό του σύντροφο και αρχηγό της Ernst Röhm.
Παράλληλα, όμως, δολοφονήθηκαν και άλλοι πολιτικοί αντίπαλοι, ανάμεσά τους ο πρώην καγκελάριος Kurt von Schleicher και η σύζυγός του.
Η μεταγενέστερη ναζιστική νομοθετική επικύρωση των φόνων επιχείρησε να προσδώσει εκ των υστέρων νομιμότητα σε πράξεις που είχαν πραγματοποιηθεί έξω από την κανονική δικαστική διαδικασία. Ο Ernst Röhm δεν ήταν ένας τυχαίος εσωκομματικός αντίπαλος.
Υπήρξε ένας από τους παλαιότερους και ισχυρότερους συνεργάτες του Χίτλερ και ο άνθρωπος που είχε μετατρέψει την SA σε μια τεράστια δύναμη, η οποία στις παραμονές της εκκαθάρισης αριθμούσε περίπου τρία εκατομμύρια άνδρες. Η SA είχε διαδραματίσει αποφασιστικό ρόλο στην πολιτική βία των προηγούμενων ετών, όμως μετά την κατάληψη της εξουσίας από τους Ναζί άρχισε να αποτελεί πρόβλημα για τον ίδιο τον Χίτλερ. Ο Röhm επιθυμούσε τη συνέχιση της «επανάστασης» και την ενσωμάτωση ή αντικατάσταση του παραδοσιακού στρατού από μια νέα λαϊκή στρατιωτική δύναμη υπό την επιρροή της SA. Αυτό προκαλούσε την έντονη αντίδραση της Reichswehr, των συντηρητικών ελίτ και των οικονομικών κύκλων, των οποίων τη συνεργασία χρειαζόταν ο Χίτλερ για την πλήρη εδραίωση της εξουσίας του.
Έτσι, ο άνθρωπος που είχε βοηθήσει τον Χίτλερ να κατακτήσει τον δρόμο προς την εξουσία μετατράπηκε, μέσα σε λίγους μήνες, σε απειλή για την ίδια την εξουσία του.
Η επίσημη ναζιστική εκδοχή παρουσίασε τον Röhm και την ηγεσία της SA ως συνωμότες που προετοίμαζαν πραξικόπημα.
Ωστόσο, η σύγχρονη ιστοριογραφία έχει δείξει ότι η κατηγορία αυτή χρησιμοποιήθηκε ως πρόσχημα για μια ευρύτερη πολιτική εκκαθάριση. Η SS συνέλαβε τον Röhm στο Bad Wiessee στις 30 Ιουνίου και τον μετέφερε στη φυλακή Stadelheim του Μονάχου.
Την 1η Ιουλίου, κατόπιν εντολής του Χίτλερ, εκτελέστηκε στο κελί του.
Το γεγονός είχε ιδιαίτερη σημασία: ο Χίτλερ δεν εξουδετέρωνε πλέον απλώς έναν αντίπαλο· αποδείκνυε ότι μπορούσε να αποφασίζει προσωπικά ποιος θα ζήσει και ποιος θα πεθάνει.
Η «Νύχτα των Μαχαιριών» υπήρξε επομένως αποφασιστικό βήμα προς την απόλυτη συγκέντρωση της εξουσίας. Η SS αναδείχθηκε σε αυτοτελή και προνομιακό μηχανισμό του καθεστώτος, ενώ ο στρατός έλαβε το μήνυμα ότι η SA δεν θα αποτελούσε πλέον ανταγωνιστική δύναμη.
Μετά τον θάνατο του προέδρου Paul von Hindenburg τον Αύγουστο του 1934, ο Χίτλερ μπόρεσε να ενώσει στο πρόσωπό του τα αξιώματα του προέδρου και του καγκελαρίου και να αναλάβει τον τίτλο του Führer.
Η ιστορία όμως αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον όταν το γεγονός εξεταστεί μέσα στο ευρύτερο ευρωπαϊκό πολιτικό περιβάλλον του Μεσοπολέμου.
Η ναζιστική Γερμανία δεν αναπτύχθηκε σε ιδεολογικό κενό.
Οι ηγετικές φυσιογνωμίες της γερμανικής Άκρας Δεξιάς παρακολουθούσαν με εξαιρετική προσοχή τις πολιτικές εξελίξεις στην Τουρκία και στη Σοβιετική Ένωση. Ο Stefan Ihrig, στο έργο του Aτατούρκ και Ναζί, έχει αναδείξει με ιδιαίτερη έμφαση τον ρόλο που διαδραμάτισε η εικόνα της κεμαλικής Τουρκίας στη ναζιστική πολιτική φαντασία.
Κατά τον Ihrig, ο Ατατούρκ υπήρξε για τον Χίτλερ και σημαντικό τμήμα του γερμανικού εθνικιστικού χώρου ένα πρότυπο «ισχυρού ηγέτη», ο οποίος είχε οικοδομήσει ένα νέο εθνικό κράτος πάνω στα ερείπια μιας αυτοκρατορικής ήττας.
Η εικόνα αυτή δεν σήμαινε ταύτιση των δύο καθεστώτων σε κάθε επίπεδο, αλλά αντανακλούσε τον θαυμασμό των Ναζί για ορισμένες πλευρές της τουρκικής εθνικής ανασυγκρότησης.
Ιδιαίτερα χαρακτηριστική υπήρξε η προσωπική διαδρομή του Ernst Röhm.
Σύμφωνα με τον Ihrig, λίγο μετά την εγκαθίδρυση του Τρίτου Ράιχ, το 1933, ο Röhm πραγματοποίησε ένα ασυνήθιστο ταξίδι στο εξωτερικό: επισκέφθηκε τη Ρώμη, όπου συναντήθηκε με τον Benito Mussolini, και κατόπιν την Άγκυρα, όπου συναντήθηκε με τον Mustafa Kemal.
Ο ίδιος ο Ihrig χαρακτηρίζει συμβολική αυτή την περιοδεία, επειδή ο Röhm επισκέφθηκε δύο ηγέτες τους οποίους θαύμαζε ως πρότυπα πολιτικής και εθνικής ανασυγκρότησης.
Ακόμη σημαντικότερο είναι ότι ο θαυμασμός προς τον Ατατούρκ δεν περιοριζόταν στον Röhm. Ο Ihrig υποστηρίζει ότι ο Χίτλερ και ο εθνικοσοσιαλιστικός χώρος είχαν από τη δεκαετία του 1920 παρακολουθήσει στενά την τουρκική εθνική επανάσταση και ότι ορισμένα γερμανικά εθνικιστικά έντυπα παρουσίαζαν τη νέα Τουρκία ως υπόδειγμα εθνικής αναγέννησης.
Μετά το 1933, αυτή η γερμανική γοητεία μπορούσε πλέον να εκφράζεται ανοικτά.
Η εικόνα του Ατατούρκ ως «αστέρα στο σκοτάδι» του Χίτλερ αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της αντίληψης.
Το σημείο αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία, διότι αποκαλύπτει μία λιγότερο γνωστή πλευρά της ιστορίας του Ναζισμού. Οι Ναζί δεν θαύμαζαν απλώς την Ιταλία του Μουσολίνι.
Παρακολουθούσαν επίσης την Τουρκία του Κεμάλ και, παράλληλα, είχαν πλήρη επίγνωση της σοβιετικής εμπειρίας των επαναστάσεων, των εκκαθαρίσεων και της εξόντωσης των πολιτικών αντιπάλων.
Δεν πρέπει βεβαίως να μετατρέπουμε αυτές τις επιρροές σε μία απλοϊκή θεωρία ότι ο Ναζισμός «αντέγραψε» αυτούσιο ένα τουρκικό ή μπολσεβικικό πρότυπο.
Πρόκειται περισσότερο για ένα ευρωπαϊκό εργαστήριο αυταρχικών τεχνικών εξουσίας, μέσα στο οποίο διαφορετικά καθεστώτα παρατηρούσαν, προσαρμόζονταν και αντλούσαν επιλεκτικά διδάγματα. Η Τουρκία είχε ήδη προσφέρει ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα πολιτικής εκκαθάρισης.
Μετά την απόπειρα δολοφονίας του Mustafa Kemal στη Σμύρνη το 1926, οι Ιστικλάλ Μαχκεμελερί, τα Δικαστήρια Ανεξαρτησίας, χρησιμοποιήθηκαν για την εκδίκαση όχι μόνο των άμεσων κατηγορουμένων αλλά και ενός ευρύτερου κύκλου πολιτικών αντιπάλων.
Στις δίκες της Σμύρνης καταδικάστηκαν σε θάνατο δεκαπέντε πρόσωπα, ενώ ακολούθησαν και οι δίκες της Άγκυρας, κατά τις οποίες καταδικάστηκαν σε θάνατο εξέχοντες πρώην Ιττιχαδιστές, μεταξύ των οποίων ο Cavid Bey και ο Dr. Nazım. Οι Ιστικλάλ Μαχκεμελερί δεν ήταν απλώς δικαστήρια με ασυνήθιστα αυστηρές ποινές. Ο Erik-Jan Zürcher έχει επισημάνει ότι η διαδικασία τους απείχε σημαντικά από τις συνήθεις δικαστικές εγγυήσεις: οι κατηγορούμενοι δεν είχαν κανονικό δικαίωμα προσφυγής, δεν μπορούσαν να καλέσουν μάρτυρες όπως σε μια συνήθη διαδικασία και οι θανατικές αποφάσεις μπορούσαν να εκτελεστούν άμεσα.
Η χρήση τους μετά την απόπειρα της Σμύρνης συνέβαλε αποφασιστικά στην εξουδετέρωση της οργανωμένης πολιτικής αντιπολίτευσης.
Αυτό ακριβώς είναι το σημείο όπου η ιστορική σύγκριση με τη Γερμανία αποκτά ενδιαφέρον. Στη Γερμανία του 1934, η εκτέλεση του Röhm και δεκάδων άλλων προσώπων πραγματοποιήθηκε χωρίς προηγούμενη δικαστική κρίση. Στην Τουρκία του 1926 υπήρξαν δίκες, αλλά σε ένα δικαστικό σύστημα έκτακτης ανάγκης, με εξαιρετικά περιορισμένες εγγυήσεις.
Και στις δύο περιπτώσεις, η πολιτική εξουσία αντιμετώπισε την ύπαρξη πραγματικών ή υποτιθέμενων συνωμοσιών ως αφετηρία για ευρύτερη εξουδετέρωση αντιπάλων.
Η διαφορά των διαδικασιών είναι ουσιώδης· κοινή όμως υπήρξε η αντίληψη ότι η «σωτηρία» του νέου καθεστώτος μπορούσε να προηγηθεί της κανονικής δικαστικής τάξης.
Ακόμη πιο εντυπωσιακός είναι ο παραλληλισμός με τη Σοβιετική Ένωση του Ιωσήφ Στάλιν. Η Μεγάλη Εκκαθάριση του 1936–1938 οδήγησε σε μαζικές συλλήψεις, καταναγκαστικές ομολογίες, δίκες-παρωδίες και εκτελέσεις.
Η πολιτική εξουδετέρωση των παλαιών μπολσεβίκων και των υποτιθέμενων «εχθρών του λαού» στηρίχθηκε στην κατασκευή συνωμοτικών κατηγοριών και στην παρουσίαση των πολιτικών αντιπάλων ως υπαρξιακής απειλής για το κράτος. Ο Λέων Τρότσκι αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα, αλλά χρειάζεται προσεκτική διάκριση από την υπόθεση Röhm. Ο Τρότσκι δεν εκτελέστηκε σε μία εσωτερική σταλινική εκκαθάριση χωρίς δίκη.
Εξορίστηκε από τη Σοβιετική Ένωση το 1929 και τελικώς δολοφονήθηκε το 1940 στην Πόλη του Μεξικού από τον Ramón Mercader, πράκτορα της σοβιετικής NKVD.
Η ομοιότητα επομένως δεν βρίσκεται στον τρόπο της φυσικής εξόντωσης, αλλά στη λογική: ένας πρώην πρωταγωνιστής της επαναστατικής εξουσίας, ο οποίος είχε μετατραπεί σε πιθανό κέντρο εναλλακτικής πολιτικής νομιμοποίησης, έπρεπε να εξαφανιστεί από το πολιτικό προσκήνιο.
Το ίδιο σχήμα μπορεί να παρατηρηθεί, με διαφορετικές ιστορικές συνθήκες, στην περίπτωση του Röhm.
Και αυτός υπήρξε παλαιός σύντροφος του ηγέτη, άνθρωπος του ίδιου επαναστατικού κινήματος, και όχι εκπρόσωπος ενός ξένου εχθρού.
Ακριβώς γι’ αυτό η εξόντωσή του είχε ιδιαίτερο πολιτικό συμβολισμό.
Η εξουσία δεν εξουδετέρωνε απλώς τον εξωτερικό αντίπαλο· εξουδετέρωνε τον άνθρωπο που μπορούσε να διεκδικήσει ότι εκπροσωπεί την «αληθινή» ή την «ανολοκλήρωτη» επανάσταση.
Και εδώ συναντώνται, με διαφορετικές ιδεολογικές αφετηρίες, η Μόσχα, η Άγκυρα και το Βερολίνο.
Η μπολσεβικική παράδοση είχε αναπτύξει την έννοια του «εχθρού της επανάστασης» και της έκτακτης επαναστατικής δικαιοσύνης.
Η κεμαλική Τουρκία, μέσα στις συνθήκες οικοδόμησης του νέου κράτους, χρησιμοποίησε έκτακτα δικαστήρια και κατασταλτικούς μηχανισμούς εναντίον πραγματικών ή υποτιθέμενων πολιτικών απειλών.
Η ναζιστική Γερμανία προχώρησε ακόμη παραπέρα: με τη «Νύχτα των Μαχαιριών» η ίδια η εκτελεστική εξουσία ανέλαβε να αποφασίσει ποιος ήταν ένοχος και ποιος έπρεπε να πεθάνει, ενώ το κοινοβούλιο προσέφερε εκ των υστέρων νομικό μανδύα στις δολοφονίες.
Δεν θα ήταν όμως ιστορικά ακριβές να υποστηρίξουμε ότι ο Χίτλερ «αντέγραψε» απλώς τις τουρκικές ή τις σοβιετικές εκκαθαρίσεις.
Η γερμανική περίπτωση είχε δική της ιδεολογική, θεσμική και κοινωνική γενεαλογία. Οι Ναζί αξιοποίησαν ήδη υπάρχουσες γερμανικές παραδόσεις πολιτικής βίας, τα Freikorps, την παραστρατιωτική κουλτούρα της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, την αντισημιτική και αντικομμουνιστική ιδεολογία και το Führerprinzip.
Αυτό που έχει σημασία είναι ότι το ναζιστικό καθεστώς λειτουργούσε σε έναν διεθνή κόσμο όπου υπήρχαν ήδη παραδείγματα βίαιης εθνικής ανασυγκρότησης, επαναστατικής τρομοκρατίας και έκτακτης πολιτικής δικαιοσύνης.
Ακριβώς γι’ αυτό η παρατήρηση του Ihrig για τον θαυμασμό προς την Τουρκία έχει ιστορικό βάρος. Οι Ναζί έβλεπαν στη νέα Τουρκία ένα παράδειγμα επιτυχούς εθνικής ανασυγκρότησης μετά από ήττα, κατάργησης παλαιών θεσμών, συγκέντρωσης της εξουσίας και δημιουργίας ενός νέου εθνικού κράτους.
Η εικόνα αυτή ήταν, βέβαια, επιλεκτική και ιδεολογικά επεξεργασμένη από τους ίδιους τους Ναζί.
Υπάρχει μάλιστα ένα ειρωνικό ιστορικό παράδοξο. Ο Röhm, ένας από τους Γερμανούς που είχαν θαυμάσει τον Ατατούρκ, θα γινόταν ο ίδιος θύμα μιας μεθόδου πολιτικής εξόντωσης που, σε διαφορετικές μορφές, είχε εμφανιστεί ήδη σε άλλα αυταρχικά καθεστώτα της εποχής.
Ο άνθρωπος που ταξίδεψε το 1933 από τη Ρώμη στην Άγκυρα για να συναντήσει δύο από τις μεγάλες αυταρχικές φυσιογνωμίες της εποχής, ένα χρόνο αργότερα θα βρισκόταν νεκρός στο κελί του, εκτελεσμένος κατόπιν προσωπικής εντολής του ανθρώπου τον οποίο είχε βοηθήσει να ανέλθει στην εξουσία.
Ακόμη πιο χαρακτηριστικό είναι ότι ο ίδιος ο Mustafa Kemal, σύμφωνα με γερμανικό διπλωματικό έγγραφο του Ιουλίου 1934, συζήτησε μετά τη δολοφονία του Röhm τις εξελίξεις στη Γερμανία και τις συνέκρινε με αντίστοιχες πρακτικές στη Ρωσία, στην Ιταλία και στην Τουρκία.
Η μαρτυρία αυτή είναι ιδιαίτερα σημαντική διότι δείχνει ότι οι ίδιοι οι πρωταγωνιστές της εποχής αντιλαμβάνονταν τις μεταξύ τους ομοιότητες στο επίπεδο της πολιτικής εξουδετέρωσης.
Η «Νύχτα των Μαχαιριών» επομένως δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως ένα απομονωμένο επεισόδιο της ναζιστικής ιστορίας.
Υπήρξε κρίκος μιας ευρύτερης μεσοπολεμικής ιστορίας, κατά την οποία η πολιτική βία, η έκτακτη δικαιοσύνη, οι μαζικές εκκαθαρίσεις και η φυσική εξόντωση των αντιπάλων μπορούσαν να εμφανισθούν ως εργαλεία «εθνικής σωτηρίας» ή «προστασίας της επανάστασης». Η Γερμανία, η Σοβιετική Ένωση και η Τουρκία δεν υπήρξαν το ίδιο καθεστώς, ούτε είχαν τις ίδιες ιδεολογίες, ούτε άσκησαν την ίδιας κλίμακας βία.
Ωστόσο, η συγκριτική μελέτη τους αποκαλύπτει ένα κοινό και επικίνδυνο πολιτικό μοτίβο: όταν ο πραγματικός ή υποτιθέμενος εσωτερικός εχθρός παύει να θεωρείται πολιτικός αντίπαλος και μετατρέπεται σε «υπαρξιακή απειλή», η εξουσία μπορεί να θεωρήσει ότι η κανονική δικαιοσύνη αποτελεί εμπόδιο και ότι η εξόντωσή του συνιστά πράξη αυτοάμυνας του κράτους.
Στην περίπτωση του Χίτλερ, αυτή η λογική έλαβε μία από τις πιο χαρακτηριστικές μορφές της στις 30 Ιουνίου 1934. Ο Röhm, ο παλαιός σύντροφος, ο αρχηγός της SA και ένας από τους ανθρώπους που είχαν συμβάλει στην άνοδο του Ναζισμού, έγινε μέσα σε λίγες ώρες «εχθρός» και εκτελέστηκε χωρίς δίκη.
Η «Νύχτα των Μαχαιριών» απέδειξε έτσι κάτι περισσότερο από την επικράτηση της SS επί της SA: απέδειξε ότι στο Τρίτο Ράιχ η πολιτική εξουσία μπορούσε πλέον να καταργεί στην πράξη τη διάκριση μεταξύ κατηγορίας, δίκης και τιμωρίας.
Και όταν η κρατική εξουσία αποκτά το δικαίωμα να ορίζει μόνη της ποιος είναι εχθρός, τότε το μαχαίρι δεν στρέφεται πλέον μόνο εναντίον των αντιπάλων της· μπορεί να στραφεί εναντίον οποιουδήποτε, ακόμη και εναντίον εκείνων που υπήρξαν κάποτε οι πιο πιστοί της σύντροφοι. 📚📖 Βιβλιογραφία και πηγές: 1. Stefan Ihrig, Ατατούρκ και Ναζί, εκδ.
Παπαδόπουλος 2. Paul R. Maracin, Η νύχτα των μεγάλων μαχαιριών.
Οι 48 ώρες που άλλαξαν τον κόσμο, εκδ. Κοχλίας 📸 Εικόνα: Ο Ερνστ Ρομ. Από το διαδίκτυον.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους