«Κανένας μόνος του δεν μπορεί – Η κοινωνική δυσαρέσκεια πρέπει να μετατραπεί σε πολιτική εναλλακτική». Η καθημερινή επαφή με τον κόσμο και με τα προβλήματα της πατρίδας μου της Μεσσηνίας, με τα...
«Κανένας μόνος του δεν μπορεί – Η κοινωνική δυσαρέσκεια πρέπει να μετατραπεί σε πολιτική εναλλακτική». Η καθημερινή επαφή με τον κόσμο και με τα προβλήματα της πατρίδας μου της Μεσσηνίας, με τα προβλήματα των πραγματικών ανθρώπων και της πραγματικής ζωής είναι κάτι πολύ σημαντικό.
Πολλές φορές στην πολιτική τείνουμε να το ξεχνάμε, να το προσπερνάμε και να απομονωνόμαστε σε έναν μικρόκοσμο, σε μια φούσκα η οποία ολοένα και περισσότερο απέχει από την πραγματική ζωή.
Βλέπω τα ζητήματα της περιοχής μου και ως μια μικρογραφία του τι συμβαίνει συνολικά στη χώρα.
Με το δημόσιο σύστημα υγείας που καταρρέει, με την παραγωγή και τον αγροτικό τομέα που βρίσκεται σε μια κατάσταση απόλυτης εξουθένωσης τα τελευταία χρόνια, με τη δημόσια εκπαίδευση, τα σχολεία που κλείνουν το ένα μετά το άλλο.
Όταν λέμε για ερημοποίηση της περιφέρειας, το βλέπουμε στα σχολεία που κλείνουν το ένα μετά το άλλο σε όλη την ύπαιθρο. Η ΔΕΘ φέτος, κατά κάποιο τρόπο παγίωσε ήδη διαμορφωμένους συσχετισμούς.
Ο κύριος Μητσοτάκης πέρασε πολύ κάτω από τον πήχη των προσδοκιών που ο ίδιος και το πολιτικό και επικοινωνιακό του επιτελείο είχε διαμορφώσει όλο το προηγούμενο διάστημα, με διαρροές που μιλούσαν για πολύ γενναίο πακέτο παροχών του πρωθυπουργού κτλ.
Κρίνοντας και από τις αντιδράσεις και των εκπροσώπων παραγωγικών φορέων, επιμελητηρίων, σωματείων κλπ, φαίνεται ότι δεν έμειναν ικανοποιημένοι από τις εξαγγελίες του πρωθυπουργού.
Και τα όποια δημοσκοπικά του οφέλη είναι πολύ πενιχρά.
Η αντιπολίτευση έχει εγκλωβιστεί σε ένα παιχνίδι εσωτερικών ανταγωνισμών, το οποίο διευκολύνει την κυβέρνηση.
Και από την άλλη υπάρχει μεγάλη δυστοκία στο να γίνει πράξη αυτό το οποίο κατά τη γνώμη μου γίνεται ολοένα και πιο επιτακτικό και αναγκαίο: η σύγκλιση, η συμπόρευση και η ενότητα των ευρύτερων δυνάμεων της Αριστεράς στη χώρα μας.
Και έχουμε όλοι τις ευθύνες μας. Στη Σουηδία είδαμε αυτές τις μέρες έναν μεγάλο συνασπισμό της Αριστεράς που κατάφερε να κερδίσει τις εκλογές.
Με οριακή πλειοψηφία μεν, αλλά κατάφερε να ανατρέψει την πλειοψηφία της κεντροδεξιάς και κατάφερε να οδηγήσει και σε υποχώρηση για πρώτη φορά σε εκλογική αναμέτρηση το τελευταίο διάστημα στην Ευρώπη τις δυνάμεις της ακροδεξιάς.
Και αυτό είναι ένα πάρα πολύ σημαντικό μήνυμα. Τον Ιούλιο του 2024, μετά τις ευρωεκλογές, δηλαδή πριν από περισσότερα από δύο χρόνια, είχα μιλήσει για την ανάγκη ενός λαϊκού μετώπου στη χώρα μας – στα πρότυπα της Γαλλίας.
Πολύ φοβάμαι ότι σήμερα, δύο χρόνια μετά, δεν αρκεί να μιλάμε για ένα λαϊκό μέτωπο.
Θα πρέπει να μιλήσουμε και για ένα δημοκρατικό και αντιφασιστικό μέτωπο.
Γιατί οι εξελίξεις των τελευταίων χρόνων δείχνουν ότι σε ολόκληρη την Ευρώπη αλλά και στη χώρα μας, το πολιτικό εκκρεμές μετατοπίζεται ολοένα και πιο δεξιά.
Οι δυνάμεις της Αριστεράς και της Κεντροαριστεράς παραμένουν κατακερματισμένες.
Δεν θα πω ότι πρέπει ο οποιοσδήποτε να απεμπολήσει την αυτονομία του και την αυτοτέλεια του αλλά νομίζω ότι είναι επιτακτική ανάγκη τουλάχιστον να παραμείνουν οι δίοδοι ανοιχτές για να υπάρχει η προοπτική της πολιτικής αλλαγής.
Μόνο τότε θα πειστεί και ο και ο κόσμος ότι όντως υπάρχει μια διαφορετική εναλλακτική Γίνεται πολύ μεγάλη συζήτηση για τους συσχετισμούς εντός της Κεντροαριστεράς.
Δεν γίνεται όμως και μια ακόμα συζήτηση για τον κίνδυνο στις επόμενες εκλογές ο χώρος της Αριστεράς να συρρικνωθεί συνολικά.
Πολύ φοβάμαι ότι στις επόμενες εκλογές μπορεί να οδηγηθούμε εκεί, ακριβώς λόγω της απογοήτευσης και του εσωτερικού ανταγωνισμού Και αυτό θα είναι μια ιστορική ήττα.
Δηλαδή προσπαθώντας να δούμε το δέντρο να χάσουμε το δάσος και η Αριστερά και η Κεντροαριστερά να φτάσουν σε ιστορικά χαμηλά.
Θα είναι μια καταστροφική εξέλιξη.
Και επειδή στην πολιτική δεν υπάρχουν κενά, πολύ φοβάμαι ότι αυτή η μετατόπιση του εκκρεμούς θα οδηγήσει το επόμενο διάστημα και στην μετατόπιση των συσχετισμών προς τη δεξιά και την ακροδεξιά.
Διαφορές υπάρχουν, και προγραμματικές και ιδεολογικές, και πάντα θα υπάρχουν.
Ωστόσο, ειδικά σε αυτή την περίοδο, δύο είναι τα συμπεράσματα που μπορούμε να βγάλουμε.
Πρώτον, ότι κανένας μόνος του δεν μπορεί.
Το αποδεικνύει και η ίδια η ζωή, η κοινωνική και πολιτική πραγματικότητα.
Και δεύτερον, οι κίνδυνοι τους οποίους αντιμετωπίζουμε, αλλά και τα σημεία σύγκλισης, είναι πολύ περισσότερα και πολύ μεγαλύτερα από τα σημεία διαφοροποίησης.
Είναι τόσο θεμελιώδη τα ζητήματα στις μέρες μας που έχουν να κάνουν με την κλιματική κρίση, το μεταναστευτικό, την τεχνητή νοημοσύνη κλπ.
Για τέτοια κεφαλαιώδη ζητήματα, λοιπόν, όσον αφορά τις προοδευτικές δυνάμεις, είναι πολύ περισσότερα αυτά που τις ενώνουν παρά αυτά που τις χωρίζουν. Στην Αριστερά έχουμε μάθει στην οργανωμένη και συλλογική πολιτική παρέμβαση, όχι κατά μόνας.
Αλλά αυτό έχει κάποιες προϋποθέσεις πολιτικές, οι οποίες αυτή τη στιγμή δεν είναι απολύτως ορατές και απολύτως ώριμες.
Γιατί δεν είναι ζήτημα προσχωρήσεων ή μεταγραφών ή γενικότερων συνεννοήσεων.
Έχει να κάνει με το πώς μια σοβαρή πολιτική συζήτηση μπορεί να οδηγήσει σε ένα πολιτικό σχέδιο το οποίο πραγματικά να εμπνέει, να δίνει μια διαφορετική προοπτική και να σε κάνει και εσένα να νιώθεις ότι θέλεις να είσαι συμμέτοχος σε αυτό. Η Δεξιά και η Ακροδεξιά έχουν καταφέρει στα πολυσύνθετα ζητήματα που αντιμετωπίζουμε στην εποχή μας, να πείσουν ότι μπορούν να δοθούν απαντήσεις οι οποίες είναι απλοϊκές και επικίνδυνες.
Το μεγάλο λάθος της Αριστεράς είναι ότι δεν σήκωσε το γάντι αυτής της ιδεολογικής αντιπαράθεσης και δεν το έχει σηκώσει ακόμα και σήμερα και σε διεθνές επίπεδο.
Κι εδώ έχει τεράστιες ευθύνες και η σοσιαλδημοκρατία, που συνέπραξε ακριβώς σε λογικές συναίνεσης στα πολύ μεγάλα ζητήματα.
Για παράδειγμα, στο μεταναστευτικό, που είναι ένα τεράστιο ζήτημα που πλην ελαχίστων εξαιρέσεων που έχουν και πολιτικό κόστος βεβαίως, όπως στην Ισπανία, βλέπουμε τι γίνεται τώρα με την κυβέρνηση Σάντσεθ και τις αντιδράσεις που δέχεται από τα δεξιά και τα ακροδεξιά.
Πρέπει να σηκώσεις λοιπόν το γάντι και να πεις ότι η μετανάστευση είναι ένα φαινόμενο με πολύ συγκεκριμένα αίτια και για τα οποία η Δύση έχει πολύ μεγάλες ευθύνες.
Να ρίξεις το βάρος στις χώρες προέλευσης αυτών των ανθρώπων και τη στήριξή τους ακριβώς για να μην οδηγούνται σε αυτές τις τεράστιες μεταναστευτικές ροές, να μιλήσεις για την ενσωμάτωση των μεταναστών στις δυτικές κοινωνίες.
Πάρα πολύ κρίσιμο είναι το πού πάει η Ευρώπη ως προς την πολεμική οικονομία και αν αυτό είναι το αναπτυξιακό μοντέλο, η αναπτυξιακή διέξοδος για τα επόμενα χρόνια και τι σημαίνει αυτό για χώρες όπως η Ελλάδα.
Δεν είμαστε αφελείς.
Γνωρίζουμε σε ποια περιοχή μας έλαχε να ζήσουμε.
Τι σημαίνει, όμως, αυτό για μια χώρα η οποία έχει μπει σε μια τέτοια ατέρμονη κούρσα εξοπλισμών; Η «Ασπίδα του Αχιλλέα» για παράδειγμα.
Από πλευράς ηθικής, ανοίγουμε τέτοιου τύπου σχέσεις εξάρτησης από το κράτος του Ισραήλ, που διαπράττει γενοκτονία στη Γάζα.
Από πλευράς προστασίας των συμφερόντων μας, εκχωρήσαμε το βασικό όπλο σε ένα άλλο κράτος.
Κι αυτό είναι πάρα πολύ επικίνδυνο.
Αυτά είναι πολύ μεγάλα ζητήματα τα οποία πρέπει να συζητήσουμε. Στη ΔΕΘ, για παράδειγμα, δεν έγινε αυτή η συζήτηση.
Μπήκαν, από τον Αλέξη Τσίπρα κάποια ζητήματα που έχουν να κάνουν με την αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου, που σήμερα επί ΝΔ έχει κυριαρχήσει ένα μοντέλο real estate και τουρισμού, με την κυβέρνηση να πανηγυρίζει μόνο για επενδύσεις στον χρηματοοικονομικό τομέα.
Αυτή η συζήτηση πρέπει να προχωρήσει πολύ παρακάτω.
Από την άλλη πλευρά κακώς οι δυνάμεις της αντιπολίτευσης εγκλωβίστηκαν και εγκλωβίζονται στους δημοσιονομικούς περιορισμούς που θέτει η κυβέρνηση Μητσοτάκη και στην «κοστολόγηση». Είναι λάθος να περιορίζεις την παρέμβασή σου και να θεωρείς ως δεδομένο το γήπεδο στο οποίο σε καλεί να παίξεις μπάλα ο αντίπαλος.
Εκεί πρέπει να μιλήσεις με πιο καθαρούς όρους για ένα άλλο φορολογικό σύστημα.
Το είπε ο Αλέξης Τσίπρας, αλλά πρέπει να γίνει πολύ πιο συγκεκριμένο και πολύ πιο σαφές.
Πώς θα φορολογήσεις τα πολύ μεγάλα εισοδήματα και τον πλούτο.
Έχει ανοίξει μια συζήτηση διεθνώς για πολύ θεμελιώδη ζητήματα.
Κι εμείς πρέπει να γίνουμε μέρος αυτής της συζήτησης και να μη φοβηθούμε να μιλήσουμε για τη φορολόγηση του πλούτου, για την ιδιοκτησία σε βασικούς τομείς της οικονομίας, για την κλιματική κρίση και πώς θα αντιμετωπιστεί όχι με όρους ανοίγματος ενός ακόμα πεδίου κερδοσκοπίας του κεφαλαίου, αλλά με όρους ενεργειακής δημοκρατίας και κοινωνικής διαχείρισης, για την τεχνητή νοημοσύνη, όπως το έθεσε ο Σάντερς στις ΗΠΑ. Συνέντευξη Vidcast στο site news247.gr Με τoν δημοσιογράφο Νίκο Γιαννόπουλο
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους