«Αν θέλουν γαμπρό για δημόσιο, να τον βρουν από αγγελία. Εγώ δεν ξαναέρχομαι εδώ.» Ο Στέφανος σηκώθηκε τόσο απότομα από την καρέκλα, που έπεσε πίσω και χτύπησε στο πλακάκι της κουζίνας της μάνας μου...
«Αν θέλουν γαμπρό για δημόσιο, να τον βρουν από αγγελία. Εγώ δεν ξαναέρχομαι εδώ.» Ο Στέφανος σηκώθηκε τόσο απότομα από την καρέκλα, που έπεσε πίσω και χτύπησε στο πλακάκι της κουζίνας της μάνας μου.
Η φωνή του έτρεμε από νεύρα.
Ο πατέρας μου είχε μείνει ακίνητος, με το πιρούνι στο χέρι, και η μάνα μου έκανε εκείνο το σφιγμένο χαμόγελο που πάντα με τρόμαζε πιο πολύ κι από φωνές.
Κι εγώ στη μέση. Πάλι.
Όλα ξεκίνησαν από κάτι που στην αρχή έμοιαζε μικρό. Ο Στέφανος δουλεύει ελεύθερος επαγγελματίας, γραφίστας.
Άλλοτε έχει πολλές δουλειές, άλλοτε λιγότερες.
Δεν είναι τεμπέλης.
Ίσα ίσα, ξενυχτάει πάνω από την οθόνη, κάνει διορθώσεις στις τρεις το πρωί, κυνηγάει πελάτες που αργούν να πληρώσουν, αγχώνεται κάθε τέλος του μήνα.
Αλλά για τους γονείς μου αυτά δεν ήταν «κανονική δουλειά». «Και μέχρι πότε θα πάτε έτσι;» έλεγε η μάνα μου τάχα αθώα, ενώ έκοβε σαλάτα. «Ένα παιδί αν κάνετε, με τα λογότυπα και τα κομπιούτερ θα το μεγαλώσετε;» Ο Στέφανος στην αρχή κατάπινε.
Χαμογελούσε λίγο στραβά και άλλαζε κουβέντα.
Εγώ του έσφιγγα το γόνατο κάτω από το τραπέζι.
Του έλεγα μετά, στο αμάξι, «μην τους δίνεις σημασία, από νοιάξιμο το λένε». Και μόνο που το θυμάμαι τώρα, ντρέπομαι.
Από νοιάξιμο; Ή από έλεγχο; Ο πατέρας μου ήταν πιο ωμός. «Άκουσέ με, Στέφανε.
Είσαι καλό παιδί.
Αλλά η ζωή θέλει σταθερότητα.
Όχι σήμερα δουλειά, αύριο τίποτα. Η Ελένη μεγάλωσε αλλιώς.» Η Ελένη ήμουν εγώ.
Σαν να μην ήμουν μπροστά.
Σαν να ήμουν ακόμα δεκαπέντε και να συζητούσαν για φροντιστήρια.
Το χειρότερο είναι πως μέσα μου υπήρχε και φόβος.
Δεν θα πω ψέματα.
Υπήρχαν μήνες που μετρούσαμε τα ψιλά για το σούπερ μάρκετ.
Που λέγαμε «άστο, θα πάμε άλλη βδομάδα στον οδοντίατρο». Που ο Στέφανος μου έλεγε «αν θες, να σε βοηθήσουν λίγο οι δικοί σου ώσπου να ισιώσουμε» κι εγώ θύμωνα μόνο και μόνο επειδή ήξερα τι θα ακολουθούσε.
Βοήθεια στην ελληνική οικογένεια σπάνια έρχεται σκέτη.
Έρχεται με γνώμη, με παρέμβαση, με λογαριασμό αργότερα.
Το μεγάλο μπαμ έγινε ένα μεσημέρι Κυριακής.
Από αυτά τα τραπέζια που ξεκινούν με πατάτες στο φούρνο και καταλήγουν σε ξεκατινιάσματα.
Η μάνα μου άφησε δίπλα μου ένα τάπερ με γεμιστά για το σπίτι και είπε: «Να έχετε έτοιμο φαγητό, μέχρι να βρει ο Στέφανος κάτι πιο σίγουρο.» Ο Στέφανος πάγωσε. «Έχω δουλειά, κυρία Μαρία.» «Δεν είπα ότι δεν έχεις.
Είπα κάτι σίγουρο.
Μια θέση, ένα μισθό, ένσημα.
Να ξέρει κι η κόρη μου πού πατάει.» Τότε μπήκε ο πατέρας μου. «Και να μην περιμένουμε κάθε φορά αν πλήρωσε ο πελάτης.
Οικογένεια είστε, όχι παρέα.» Ένιωσα το πρόσωπό μου να καίει.
Ήθελα να ανοίξει το πάτωμα.
Περίμενα να κάνω κάτι, να πω κάτι σωστό, δυνατό.
Αντί γι’ αυτό ψέλλισα: «Μπαμπά, μη…» Λίγο.
Πολύ λίγο. Ο Στέφανος ακούμπησε κάτω το πιρούνι του προσεκτικά, σχεδόν ήρεμα.
Αυτό ήταν το χειρότερο σημάδι. «Το σπίτι μου το κρατάω εγώ.
Μπορεί να μη σας αρέσει ο τρόπος, αλλά δεν θα μετράτε την αξία μου με το αν χτυπάω κάρτα.» Η μάνα μου γέλασε νευρικά. «Ε, μην τα παίρνεις κι έτσι.
Κουβέντα κάνουμε.» «Όχι», είπε. «Με μειώνετε μήνες τώρα.
Και το ξέρετε.» Με κοίταξε.
Κατευθείαν στα μάτια. «Και εσύ κάθεσαι.» Αυτό πόνεσε πιο πολύ απ’ όλα.
Γυρίσαμε σπίτι χωρίς να μιλάμε.
Στο φανάρι της Μεσογείων τον είδα να σφίγγει το τιμόνι τόσο δυνατά που άσπρισαν τα δάχτυλά του. «Θες να μου πεις κάτι;» τον ρώτησα. «Ναι.
Ότι δεν με προστάτευσες ούτε μία φορά.» «Είναι οι γονείς μου.» «Κι εγώ τι είμαι; Ο συγκάτοικός σου;» 👇 Η συνέχεια της ιστορίας σε περιμένει στα σχόλια 👇
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους