2ο Μέρος. Η Ιστοριογραφία ως Εργαλείο του Καθεστώτος Χότζα και η μετακομμουνιστική της Κληρονομιά Την ιστορία της αρχαίας Ελλάδας την μετέτρεψε σε προπαγανδιστικά σενάρια! Στην προσέγγιση της Αρχαίας...
2ο Μέρος. Η Ιστοριογραφία ως Εργαλείο του Καθεστώτος Χότζα και η μετακομμουνιστική της Κληρονομιά Την ιστορία της αρχαίας Ελλάδας την μετέτρεψε σε προπαγανδιστικά σενάρια! Στην προσέγγιση της Αρχαίας Ελλάδας για τα αλβανόφωνα σχολεία, η σοσιαλιστική ιστοριογραφία απέφευγε τον μηδενισμό.
Τα σχολικά εγχειρίδια δεν αμφισβητούσαν τη σπουδαιότητα του ελληνικού πολιτισμού, αλλά αναγνώριζαν την πολιτιστική του επίδραση, περιγράφοντας παράκτιες πόλεις οικοδομημένες κατά το ελληνικό πρότυπο.
Ωστόσο, η αναγνώριση αυτή συνυπήρχε με ένα παράλληλο, ανταγωνιστικό αφήγημα, μόλις η αρχαία ελληνική παρουσία διασταυρωνόταν με τις ανάγκες του εθνικού μύθου, οι Έλληνες μετατρέπονταν σε έναν ξένο, εχθρικό παράγοντα.
Επέλεξε να έχει αρχαία καταγωγή από τους Ιλλυριούς και να στηρίξει το αφήγημά του σαν εθνική καταγωγή, χωρίς να ενδιαφέρεται για επιστημονική τεκμηρίωση, ποιος μπορούσε να αντιδράσει! Μάλλον όλους θα τους βόλευε στο καθεστώς του.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η αφήγηση για τη βασίλισσα Τεύτα και τους Ιλλυριούς, όπου οι Έλληνες παρουσιάζονταν να ανοίγουν τις πύλες στους Ρωμαίους εισβολείς, εγκλωβίζοντας την αρχαιότητα σε ένα άκαμπτο σχήμα, όπου οι Ιλλυριοί ενσαρκώνουν τους αυτόχθονες προγόνους και οι Έλληνες τους εξωτερικούς αντιπάλους.
Η εικόνα για τη σύγχρονη Ελλάδα σκλήρυνε δραματικά μετά τα μέσα της δεκαετίας του 1970, όταν η Αλβανία διολίσθησε στην απόλυτη διεθνή απομόνωση. Η Ελλάδα άρχισε να προβάλλεται συστηματικά ως άμεση απειλή, με τους ελληνικούς πολιτικούς κύκλους να χαρακτηρίζονται "αντιδραστικοί σοβινιστές". Η προπαγάνδα μάλιστα απαιτούσε την ενεργή αναπαραγωγή αυτών των στερεοτύπων από τους ίδιους τους μαθητές μέσω συγκεκριμένων εκπαιδευτικών ασκήσεων.
Παρά ταύτα, η κρατική ρητορική απέφευγε την ισοπεδωτική μονοτονία, μαλακώνοντας κάπως τις εκφράσεις και για την Ελλάδα, καθώς το 1974 αποτυπώθηκε στα βιβλία η ρητή επιθυμία για ειρηνική συνύπαρξη, αντανακλώντας μια πρόσκαιρη βελτίωση των διμερών διπλωματικών σχέσεων.
Ανάλογη παραποίηση υπέστη και η παρουσίαση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, η οποία στα σχολικά βιβλία περιγραφόταν μονοδιάστατα ως μια απόλυτη "εποχή σκότους" και "τουρκικού ζυγού" που κατέστρεψε έναν "ακμάζοντα αλβανικό πολιτισμό", εξυπηρετώντας το γραμμικό σχήμα της διαρκούς καταπίεσης και αντίστασης.
Η κομμουνιστική ιστοριογραφία υποβάθμιζε ή αποσιωπούσε το γεγονός ότι πολλοί Αλβανοί ανήλθαν στα ανώτατα αξιώματα της Υψηλής Πύλης ως Πασάδες και Μεγάλοι Βεζίρηδες, και ότι ο ασπασμός του Ισλάμ λειτούργησε ως αποτελεσματικό μέσο κοινωνικής και πολιτικής ανοδικής πορείας.
Κεντρικό σημείο αναφοράς σε αυτό το αφήγημα αποτελούσε ο Σκεντέρμπεης, η φιγούρα του οποίου κατείχε δεσπόζουσα θέση στη σχολική ιστορία.
Ο εθνικός ήρωας απογυμνώθηκε πλήρως από τη χριστιανική του ταυτότητα και υπέστη μια ιδιότυπη μαρξιστική και άθεη "μετάφραση". Παρουσιάζονταν ως ένας λαϊκός ηγέτης που εξέφραζε το αίσθημα ενάντια στους φεουδάρχες και τους ξένους εισβολείς, ενώ εργαλειοποιήθηκε για τη δημιουργία ενός άμεσου, αναχρονιστικού παραλληλισμού, όπως ο Σκεντέρμπεης είχε ενώσει κάποτε τους Αλβανούς εναντίον των Οθωμανών, έτσι και ο Χότζα εμφανιζόταν να τους ενώνει στο παρόν ενάντια στους ιμπεριαλιστές.
Το πλέον παραποιημένο κεφάλαιο της κρατικής ιστοριογραφίας αφορούσε τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, καθώς αποτελούσε το βασικότερο θεμέλιο πολιτικής νομιμοποίησης του καθεστώτος.
Οι μαθητές διδάσκονταν ότι το Κομμουνιστικό Κόμμα και οι παρτιζάνοι, υπό την προσωπική και ιδιοφυή στρατιωτική καθοδήγηση του Χότζα, απελευθέρωσαν τη χώρα εντελώς μόνοι τους. Οι Σύμμαχοι υποβαθμίζονταν σε βαθμό πλήρους αδιαφορίας ή και υπονόμευσης, ενώ κάθε άλλη εγχώρια αντιστασιακή οργάνωση, όπως οι εθνικιστές του Balli Kombëtar, χαρακτηριζόταν συλλήβδην ως προδοτική.
Αν και οι κομμουνιστές παρτιζάνοι είχαν πράγματι την πιο ενεργή ένοπλη δράση, στην πραγματικότητα η απελευθέρωση της χώρας κρίθηκε από τη γενικότερη υποχώρηση των Γερμανών από τα Βαλκάνια λόγω της προέλασης του Κόκκινου Στρατού.
Επιπλέον, οι Βρετανοί είχαν στηρίξει υλικά τους παρτιζάνους, ενώ ο Ενβέρ Χότζα εξαπέλυσε έναν άγριο εμφύλιο πόλεμο, εξοντώνοντας κάθε εναλλακτική πολιτική φωνή για να μονοπωλήσει μεταπολεμικά την εξουσία.
Από τη δεκαετία του 1960, η αφήγηση του πολέμου μετατράπηκε σε μια προσωποπαγή μυθολογία γύρω από τον Ενβέρ Χότζα, ο οποίος αποκτούσε σχεδόν μυθικές διαστάσεις, ενώ οποιοδήποτε στέλεχος της αντίστασης έπεφτε αργότερα θύμα των εσωκομματικών εκκαθαρίσεων διαγραφόταν άμεσα από τα βιβλία.
Στο πλαίσιο του πολέμου, η εικόνα της Ελλάδας εμφάνιζε μια αντίφαση, η κοινή αντιφασιστική δράση επέβαλλε την αναγνώριση της ελληνικής αντίστασης, όμως, μετά τον Ελληνικό Εμφύλιο, η ρητορική σκλήρυνε εκ νέου, επαναφέροντας τις κατηγορίες περί "ελληνικών σοβινιστικών κύκλων". Όταν το κομμουνιστικό οικοδόμημα κατέρρευσε οριστικά το 1991, η πρώτη αντίδραση της κοινωνίας χαρακτηρίστηκε από ένα σφοδρό σοκ και την καθολική απόρριψη του παρελθόντος.
Το άνοιγμα των συνόρων αποκάλυψε ότι η χώρα, την οποία η προπαγάνδα παρουσίαζε ως πρότυπο ευημερίας, αποτελούσε την πιο εξαθλιωμένη γωνιά της Ευρώπης.
Αυτή η φάση βίαιης απομυθοποίησης εκδηλώθηκε με το κάψιμο των προπαγανδιστικών συγγραμμάτων, την άμεση κατάργηση των σχολικών εγχειριδίων και το οργισμένο γκρέμισμα των συμβόλων της προσωπολατρίας. Οι Αλβανοί στράφηκαν σε μια μαζική τάση φυγής μέσω της μετανάστευσης και στην άμεση υιοθέτηση του δυτικού τρόπου ζωής, ενώ η σταδιακή αποκάλυψη των αρχείων της Sigurimi έφερε στο φως το πραγματικό μέγεθος των διώξεων, των εκτελέσεων και των φυλακίσεων σε διαβόητα στρατόπεδα όπως το Σπατς.
Στην αναζήτηση μιας νέας μετακομμουνιστικής ταυτότητας, η χώρα αποκήρυξε τη μαρξιστική ιδεολογία και επέτρεψε την ελεύθερη επιστροφή των θρησκευτικών κοινοτήτων, αν και διατήρησε σε έναν βαθμό τον εθνικό μύθο της ιλλυρικής καταγωγής για λόγους εθνικής συνοχής, ενώ παράλληλα αποκατέστησε τον Σκεντέρμπεης ως εθνικό-χριστιανικό ήρωα.
Ωστόσο, τις τελευταίες δεκαετίες παρατηρείται μια σαφής και παράδοξη ιδεολογική αναδίπλωση.
Πολλοί αναλυτές επισημαίνουν ότι η σύγχρονη Αλβανία δεν κατάφερε ποτέ να αποβάλει πλήρως το "λογισμικό" που της είχε καρφώσει στο μυαλό το καθεστώς Χότζα.
Μετά την οικονομική και θεσμική διάλυση της δεκαετίας του 1990 (με αποκορύφωμα την κρίση των παρατραπεζών το 1997), οι μετακομμουνιστικές κυβερνήσεις ανακάλυψαν ξανά τον ακραίο εθνοκεντρισμό του παρελθόντος για να διασφαλίσουν την κοινωνική συνοχή.
Έτσι, η θεωρία της απόλυτης ιλλυρικής συνέχειας ενισχύθηκε στα σύγχρονα σχολικά βιβλία, διατηρώντας ζωντανό τον μύθο ότι οι Αλβανοί υπήρξαν μόνιμα τα "θύματα της ιστορίας" και των ξένων συνωμοσιών.
Αυτό εκδηλώνεται εμφατικά μέσα από την πολιτική εργαλειοποίηση των "εξωτερικών εχθρών". Η ρητορική περί "ελληνικής απειλής" ή οι κατά καιρούς εντάσεις γύρω από ζητήματα της ελληνικής μειονότητας ( όπως οι κατεδαφίσεις περιουσιών στη Χειμάρρα ή οι πρόσφατες δικαστικές υποθέσεις ) αποδεικνύουν ότι τα εθνικιστικά αντανακλαστικά παραμένουν ενεργά, χρησιμεύοντας ως μια δοκιμασμένη λύση αποπροσανατολισμού από εσωτερικά προβλήματα όπως η διαφθορά.
Αυτή η πρακτική αντανακλά το διπλό πρόσωπο της σύγχρονης αλβανικής ιστοριογραφίας στα σχολεία.
Ο μαρξισμός έχει απαλειφθεί πλήρως, όμως ο εθνικισμός παρέμεινε ανέπαφος, συντηρώντας τις καχύποπτες ισορροπίες στα Βαλκάνια.
Την τάση αυτή συμπληρώνει μια ιδιότυπη ωραιοποίηση του παρελθόντος από τις νεότερες γενιές, οι οποίες τείνουν να βλέπουν εκείνη την περίοδο μέσα από ένα παραμορφωτικό φίλτρο σταθερότητας, ασφάλειας και τάξης, μετατρέποντας ακόμη και τα άλλοτε απειλητικά bunkerët σε τουριστικά αξιοθέατα.
Ως επίλογος αυτής της μακράς ιστορικής αναδρομής, αναδεικνύεται μια οδυνηρή πραγματικότητα, ότι η ολοκληρωτική προπαγάνδα του Ενβέρ Χότζα αποδείχθηκε εξαιρετικά ανθεκτική στον χρόνο.
Παρά την κατάρρευση του καθεστώτος, το "λογισμικό" του απομονωτισμού, που τους σφήνωσε στο κεφάλι ο Ενβέρ, αυτό της καχυποψίας και της μόνιμης θυματοποίησης ρίζωσε βαθιά στο συνειδητό και το υποσυνείδητο του λαού.
Για περισσότερες από τέσσερις δεκαετίες, οι Αλβανοί πολίτες γαλουχήθηκαν με την ιδέα ότι η επιβίωσή τους εξαρτάται από την ύπαρξη ενός εχθρού προ των πυλών.
Αυτή η συστηματική ψυχολογική κατήχηση διαμόρφωσε βαθιά τραύματα και αντανακλαστικά, τα οποία συνεχίζουν να εκδηλώνονται ακόμη και σήμερα.
Στη σύγχρονη κοινωνική και πολιτική ζωή, η κληρονομιά αυτή μεταφράζεται συχνά σε ακρότητες συμπεριφοράς, σε μια εύφλεκτη εθνικιστική ρητορική και σε μια άμεση άμυνα απέναντι στον "άλλο", αποδεικνύοντας ότι τα φαντάσματα του ενβερικού παρελθόντος δεν έχουν εξορκιστεί πλήρως, αλλά παραμένουν ζωντανά, έτοιμα να πυροδοτήσουν παλιές βαλκανικές φοβίες και λειτουργούν και σήμερα πολλές φορές και με ακραίο φανατισμό.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους