Αξίζει λίγα λεπτά ανάγνωσης. Αυτό που ακολουθεί είναι λίγο μεγαλύτερο από μια συνηθισμένη ανάρτηση. Είναι σκέψεις που γεννήθηκαν ύστερα από πολλές ώρες αναζήτησης, συζήτησης και προβληματισμού γύρω...
Αξίζει λίγα λεπτά ανάγνωσης. Αυτό που ακολουθεί είναι λίγο μεγαλύτερο από μια συνηθισμένη ανάρτηση.
Είναι σκέψεις που γεννήθηκαν ύστερα από πολλές ώρες αναζήτησης, συζήτησης και προβληματισμού γύρω από το δημοτικό τραγούδι, την ιστορία του και τον τρόπο με τον οποίο έφτασε μέχρι εμάς.
Δεν γράφω αυτές τις σκέψεις επειδή πιστεύω ότι έχω όλες τις απαντήσεις.
Το αντίθετο.
Τις μοιράζομαι γιατί πιστεύω πως υπάρχουν ερωτήματα που αξίζει να τα συζητήσουμε, ιδιαίτερα εμείς που αγαπάμε το δημοτικό τραγούδι και, με κάποιον τρόπο, το υπηρετούμε.
Θα ξαναγραφτεί ποτέ δημοτικό τραγούδι; Όταν λέω ότι δεν πιστεύω πως θα ξαναγραφτεί δημοτικό τραγούδι, δεν λέω ότι δεν θα ξαναγραφτούν μεγάλα τραγούδια.
Δεν λέω ότι δεν θα υπάρξουν ξανά σπουδαίοι δημιουργοί, άνθρωποι με ταλέντο, έμπνευση και δύναμη να γράψουν τραγούδια που θα αγαπηθούν και θα αντέξουν.
Λέω κάτι διαφορετικό.
Μιλάω για τον τρόπο με τον οποίο ένα τραγούδι γινόταν δημοτικό.
Και για να καταλάβουμε τι εννοώ, ίσως χρειάζεται να γυρίσουμε λίγο πίσω.
Πώς γινόταν ένα τραγούδι δημοτικό; Δεν ξέρουμε πάντα ποιος δημιούργησε ένα δημοτικό τραγούδι.
Και ίσως σε αρκετές περιπτώσεις να υπήρχε αρχικά ένας άνθρωπος που το δημιούργησε, αλλά το όνομά του χάθηκε μέσα στον χρόνο.
Αυτό όμως δεν είναι το σημαντικότερο.
Σημαντικό είναι τι συνέβαινε μετά.
Το τραγούδι περνούσε από στόμα σε στόμα.
Από άνθρωπο σε άνθρωπο.
Από γενιά σε γενιά.
Κάποιος το άκουγε και το μάθαινε.
Ύστερα το τραγουδούσε σε κάποιον άλλον.
Και ο άλλος το θυμόταν όπως μπορούσε.
Μπορεί να ξεχνούσε μια λέξη.
Να άλλαζε έναν στίχο.
Να πρόσθετε έναν άλλο.
Να τραγουδούσε μια μελωδική φράση λίγο διαφορετικά.
Να έδινε έναν διαφορετικό τονισμό ή έναν άλλο τρόπο ερμηνείας.
Και αυτός που το άκουγε μετά, το μετέφερε ξανά.
Δεν ήταν διασκευή με τη σημερινή έννοια.
Η αλλαγή δεν ήταν πάντα συνειδητή.
Ο άνθρωπος δεν έλεγε απαραίτητα «τώρα θα αλλάξω αυτόν τον στίχο». Τραγουδούσε αυτό που θυμόταν.
Και μέσα από αυτή τη διαδικασία, με τα χρόνια και τις γενιές, ένα τραγούδι μπορούσε να αλλάξει.
Να αποκτήσει διαφορετικές μορφές.
Να προσαρμοστεί στον τόπο και στους ανθρώπους.
Να γίνει κτήμα πολλών.
Ο δημιουργός μπορεί να το γέννησε.
Οι γενιές το διαμόρφωσαν.
Και ο λαός, χωρίς να το έχει ως στόχο, έγινε μέρος της ίδιας της διαμόρφωσής του.
Αυτό είναι κάτι πολύ διαφορετικό από τον τρόπο με τον οποίο δημιουργείται και διαδίδεται ένα τραγούδι σήμερα.
Η γνώση του δημιουργού δεν είναι το ζήτημα Εδώ χρειάζεται μια σημαντική διάκριση.
Το αν γνωρίζουμε ή όχι τον δημιουργό ενός τραγουδιού δεν αρκεί από μόνο του για να πούμε αν ένα τραγούδι ανήκει ή δεν ανήκει στη δημοτική παράδοση.
Ένα τραγούδι μπορεί να έχει γνωστό δημιουργό και, μέσα στην πορεία του χρόνου, να αποκτήσει θέση μέσα στην παράδοση.
Άλλο πράγμα είναι η επωνυμία ή η ανωνυμία του δημιουργού και άλλο η ιστορική πορεία ενός τραγουδιού.
Γι’ αυτό και το ερώτημα που με απασχολεί δεν είναι: «Θα υπάρχουν άνθρωποι που θα γράφουν τραγούδια;» Φυσικά και θα υπάρχουν.
Το ερώτημα είναι: Μπορεί σήμερα να ξαναδημιουργηθεί ο ίδιος τρόπος με τον οποίο ένα τραγούδι περνούσε από άνθρωπο σε άνθρωπο, άλλαζε μέσα στη μνήμη και τελικά διαμορφωνόταν μέσα από τις γενιές; Εδώ νομίζω ότι έχει αλλάξει ο ίδιος ο τρόπος με τον οποίο ένα τραγούδι μπορεί να ταξιδεύει στον χρόνο.
Όταν η διάδοση πέρασε στα μέσα Κάποια στιγμή μπήκε στη ζωή του τραγουδιού η ηχογράφηση.
Και αυτό δεν ήταν απλώς μια καινούργια τεχνολογία.
Άλλαξε τον ίδιο τον τρόπο με τον οποίο η μουσική μπορούσε να ταξιδεύει στον χρόνο.
Παλιά, για να συνεχιστεί ένα τραγούδι, έπρεπε να το θυμηθεί ο άνθρωπος.
Σήμερα, για να συνεχιστεί, μπορεί να υπάρχει ένα αρχείο.
Παλιά μπορούσαμε να πούμε: «Έτσι το θυμάμαι». Σήμερα μπορούμε να πούμε: «Έτσι το άκουσα». Η ηχογράφηση δεν σταμάτησε την αλλαγή.
Δεν σημαίνει ότι, από τη στιγμή που άρχισαν οι ηχογραφήσεις, οι άνθρωποι έπαψαν να προσαρμόζουν, να αλλάζουν ή να ερμηνεύουν διαφορετικά τα τραγούδια.
Έδωσε όμως κάτι που πριν δεν υπήρχε με αυτή τη δύναμη: ένα σταθερό σημείο αναφοράς.
Μπορούμε πλέον να επιστρέψουμε σε μια προηγούμενη μορφή.
Να την ακούσουμε.
Να τη συγκρίνουμε με μια μεταγενέστερη.
Να ξέρουμε ποιος τραγούδησε, πότε ηχογραφήθηκε, ποιοι έπαιξαν.
Η μουσική απέκτησε μνήμη έξω από τη μνήμη του ανθρώπου.
Και όσο περνούσε ο χρόνος, αυτή η δυνατότητα γινόταν όλο και ισχυρότερη.
Η γραφή μπορούσε να σταθεροποιήσει ένα κείμενο.
Η ηχογράφηση μπορούσε να σταθεροποιήσει μια εκτέλεση.
Και αργότερα το ραδιόφωνο, ο δίσκος, η κασέτα, η τηλεόραση, το βίντεο και σήμερα το ψηφιακό αρχείο έκαναν τη μετάδοση ακόμη πιο διαφορετική.
Κάθε τεχνολογία δεν άλλαξε μόνο τον τρόπο που ακούμε τη μουσική.
Άλλαξε και τον τρόπο με τον οποίο η μουσική ταξιδεύει μέσα στον χρόνο.
Από το ανώνυμο τραγούδι στην καταγεγραμμένη εκτέλεση Υπάρχει κάτι πολύ ενδιαφέρον σε αυτή την αλλαγή.
Ένα τραγούδι μπορεί ακόμη να έχει άγνωστη καταγωγή, αλλά η εκτέλεσή του πλέον έχει όνομα.
Κάποιος το ηχογράφησε.
Κάποιος άλλος το έπαιξε.
Κάποιος το τραγούδησε.
Και αυτή η συγκεκριμένη εκτέλεση έμεινε καταγεγραμμένη.
Έτσι, η πρώτη ηχογράφηση ενός δημοτικού τραγουδιού δεν είναι απαραίτητα η «φωτογραφία» μιας απόλυτα αρχικής μορφής.
Είναι ένα ιστορικό στιγμιότυπο.
Είναι η στιγμή στην οποία ένα τραγούδι, που είχε ήδη ταξιδέψει μέσα από ανθρώπους και γενιές, συναντά έναν συγκεκριμένο ερμηνευτή και καταγράφεται.
Και εδώ βρίσκεται, κατά τη γνώμη μου, ένας πολύ σημαντικός ρόλος των μεγάλων μουσικών και τραγουδιστών του 20ού αιώνα.
Δεν ήταν απλώς άνθρωποι που κατέγραψαν ό,τι βρήκαν.
Πολλοί από αυτούς πήραν υλικό που υπήρχε ήδη μέσα στον λαό, το μελέτησαν, το ερμήνευσαν, το δίδαξαν, το ηχογράφησαν και το παρέδωσαν σε πολύ ευρύτερο κοινό.
Έγιναν φορείς όχι μόνο διάδοσης αλλά και διαμόρφωσης.
Και αυτό είναι σημαντικό να το βλέπουμε χωρίς να μειώνουμε ούτε την αξία της παλιότερης προφορικής διαδικασίας ούτε τη δική τους δημιουργική συμβολή.
Η παράδοση δεν έμεινε ακίνητη Υπάρχει όμως και κάτι ακόμη.
Η μουσική που παραλάβαμε δεν ήταν πάντα ακριβώς ίδια με αυτή που υπήρχε πολλές γενιές πριν.
Η ίδια η ιστορία του δημοτικού τραγουδιού δείχνει ότι μπορούσε να αφομοιώνει καινούργια στοιχεία.
Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το κλαρίνο.
Το κλαρίνο είναι μεταγενέστερο στοιχείο της ελληνικής δημοτικής μουσικής.
Η ακριβής διαδρομή με την οποία διαδόθηκε δεν είναι απολύτως βέβαιη, όμως τελικά ενσωματώθηκε τόσο βαθιά στον ήχο της, ώστε σήμερα δύσκολα φανταζόμαστε πολλές μορφές της δημοτικής μουσικής χωρίς αυτό.
Αυτό μας δείχνει κάτι σημαντικό: Η παράδοση δεν είναι ένα μουσείο που κρατά τα πράγματα ακίνητα.
Μπορεί να αφομοιώνει νέα στοιχεία και να τα κάνει δικά της.
Και αυτό ακριβώς κάνει ακόμη πιο ενδιαφέρον το ερώτημα για το μέλλον.
Από το δημοτικό στο δημοτικοφανές Με την είσοδο της ηχογράφησης και των σύγχρονων μέσων, δεν σταμάτησαν να δημιουργούνται τραγούδια που πατούσαν πάνω στη μουσική γλώσσα του δημοτικού.
Συνέχισαν να γράφονται τραγούδια με ρυθμούς που είχαν χρησιμοποιηθεί στη δημοτική μουσική.
Με μελωδίες που θύμιζαν ή αξιοποιούσαν παλιότερα μουσικά σχήματα.
Με όργανα και τρόπους ερμηνείας που είχαν συνδεθεί με το δημοτικό τραγούδι.
Αλλά με καινούργιους στίχους.
Στίχους που μιλούσαν για τη ζωή και την εποχή των ανθρώπων που τα δημιουργούσαν.
Και με συγκεκριμένους δημιουργούς και ερμηνευτές.
Ίσως ο όρος «νεοδημοτικό» να μας μπέρδεψε λίγο.
Γιατί δεν μιλάμε απλώς για ένα δημοτικό τραγούδι που είναι καινούργιο.
Μιλάμε για μια νέα δημιουργία που χρησιμοποιεί στοιχεία από τη δημοτική μουσική παράδοση.
Γι’ αυτό, προσωπικά, βρίσκω πιο καθαρό να το περιγράφω ως «δημοτικοφανές». Ένα τραγούδι μπορεί να χρησιμοποιεί στοιχεία από τη δημοτική μουσική —ρυθμούς, μελωδικά σχήματα, όργανα και τρόπους ερμηνείας— και να αποτελεί μια νέα δημιουργία της εποχής του.
Αυτό όμως από μόνο του δεν το κάνει δημοτικό τραγούδι.
Και αυτό δεν το κάνει ούτε ψεύτικο ούτε κατώτερο.
Το κάνει άλλο πράγμα.
Τα μουσικά «στρατόπεδα» Ο 20ός αιώνας δεν είχε μόνο διαφορετικά μουσικά είδη.
Είχε και διαφορετικές αντιλήψεις για το ποια μουσική θεωρείται αποδεκτή, σοβαρή, λαϊκή, παραδοσιακή ή «σωστή». Και πολλές φορές αυτές οι αντιλήψεις δημιούργησαν στρατόπεδα.
Το ρεμπέτικο, για παράδειγμα, αντιμετωπίστηκε για πολλά χρόνια ως περιθωριακή και ανεπιθύμητη μουσική, δέχτηκε κοινωνική και κρατική πίεση και χρειάστηκε χρόνο για να αποκτήσει τη θέση που έχει σήμερα.
Το λαϊκό τραγούδι, που συνδέθηκε ιστορικά με το ρεμπέτικο, πέρασε στη συνέχεια στο κέντρο της μαζικής μουσικής ζωής.
Το ελαφρό τραγούδι είχε σε άλλες περιόδους πολύ ισχυρή παρουσία στα μέσα, στο θέατρο, στον κινηματογράφο και στο ραδιόφωνο.
Και μέσα σε αυτό το περιβάλλον υπήρχαν επίσης αντιπαραθέσεις για το τι θεωρείται «γνήσιο» δημοτικό και τι θεωρείται αλλοίωση.
Το δημοτικοφανές τραγούδι, ιδιαίτερα για αρκετές δεκαετίες, αντιμετωπίστηκε από μέρος του παραδοσιακού χώρου ως κάτι που δεν ανήκε πραγματικά στο δημοτικό τραγούδι.
Κάθε χώρος είχε τα δικά του όρια.
Και αυτά τα όρια δεν ήταν πάντα μόνο μουσικά.
Ήταν πολλές φορές και κοινωνικά, αισθητικά, ακόμη και ιδεολογικά.
Ίσως γι’ αυτό αξίζει σήμερα να τα κοιτάμε λίγο πιο ψύχραιμα.
Γιατί η ιστορία έδειξε ότι αυτά που μια εποχή θεωρεί περιθωριακά, ξένα ή «μη σωστά», μπορεί μια άλλη εποχή να τα εντάξει στο πολιτιστικό της σώμα.
Τι θα γίνει από εδώ και πέρα; Εδώ βρίσκεται ίσως το πιο δύσκολο ερώτημα.
Θα σταματήσουν να δημιουργούνται μεγάλα τραγούδια; Καθόλου.
Κάθε εποχή δικαιούται να έχει τα δικά της μεγάλα τραγούδια.
Θα υπάρξουν και στο μέλλον άνθρωποι με τεράστιο ταλέντο.
Άνθρωποι που θα γράψουν τραγούδια που θα συγκινήσουν, θα αγαπηθούν και μπορεί ακόμη και να σημαδέψουν μια ολόκληρη γενιά.
Κάποια από αυτά μπορεί να έχουν μεγαλύτερη καλλιτεχνική αξία από τραγούδια που εμείς θεωρούμε σήμερα σπουδαία.
Η ηλικία ενός τραγουδιού δεν είναι μέτρο της αξίας του.
Το καινούργιο δεν είναι από μόνο του κατώτερο και το παλιό δεν είναι από μόνο του ανώτερο.
Η διαφορά βρίσκεται αλλού.
Στον τρόπο με τον οποίο ένα τραγούδι θα ταξιδέψει.
Ο δημιουργός του μέλλοντος θα γράψει το τραγούδι του.
Θα το ηχογραφήσει.
Θα το μοιραστεί.
Θα το ακούσουν άνθρωποι.
Θα το τραγουδήσουν.
Θα το χορέψουν.
Θα το αγαπήσουν ή θα το ξεχάσουν.
Και κάποτε, ίσως, κάποιοι άνθρωποι του μέλλοντος να κοιτούν τα δικά μας τραγούδια όπως εμείς κοιτάμε σήμερα τα παλιά.
Όχι επειδή θα είναι ίδια.
Αλλά επειδή θα είναι αυτά που θα τους μιλούν για τον δικό τους κόσμο.
Ο λαός θα συνεχίσει να δίνει ζωή στα τραγούδια.
Η διαφορά είναι ότι δεν θα χρειάζεται πλέον να τα ξαναδημιουργεί μέσα από τη μνήμη του για να τα μεταφέρει στις επόμενες γενιές.
Η αρχική μορφή θα υπάρχει κάπου.
Θα μπορεί να ακουστεί ξανά.
Θα μπορεί να αναζητηθεί.
Θα μπορεί να συγκριθεί.
Ένας άλλος πολιτισμός μνήμης έχει δημιουργηθεί.
Η δημιουργία και ο χρόνος Ένα καινούργιο τραγούδι μπορεί να γραφτεί σήμερα από έναν συγκεκριμένο άνθρωπο.
Μπορεί να έχει γνωστό ή άγνωστο δημιουργό.
Αυτό από μόνο του δεν μας λέει ποια θέση θα αποκτήσει στο μέλλον.
Μπορεί να αγαπηθεί από τους ανθρώπους.
Να τραγουδηθεί ξανά και ξανά.
Να γίνει τραγούδι μιας παρέας, ενός τόπου ή μιας γενιάς.
Να περάσει στον χρόνο.
Γιατί η δημιουργία είναι μια στιγμή, αλλά η παράδοση είναι μια διαδρομή.
Δεν ξέρουμε σήμερα ποια από τα τραγούδια που ακούμε θα αντέξουν.
Αυτό δεν το αποφασίζουμε εμείς.
Ο χρόνος και οι άνθρωποι θα το δείξουν.
Ίσως λοιπόν το ζητούμενο για το μέλλον να μην είναι να ξαναφτιάξουμε αυτό που υπήρξε.
Αλλά να δούμε ποια νέα μορφή θα πάρει η μουσική στον δικό μας κόσμο.
Και εγώ πού στέκομαι μέσα σε όλα αυτά; Δεν γράφω αυτά ως λαογράφος ή ως ακαδημαϊκός ερευνητής.
Είμαι τραγουδιστής και βιωματικός ερμηνευτής της δημοτικής μουσικής.
Τα πρώτα τραγούδια τα έμαθα από ανθρώπους.
Από την οικογένεια, από μεγαλύτερους ανθρώπους, από το περιβάλλον μέσα στο οποίο μεγάλωσα.
Δεν τα έμαθα πρώτα από βιβλία.
Τα άκουσα.
Τα τραγούδησα.
Και αργότερα τα υπηρέτησα ως επαγγελματίας τραγουδιστής.
Ίσως ακριβώς αυτή η διαδρομή να με έκανε, ύστερα από τόσα χρόνια, να θέλω να καταλάβω όχι μόνο πώς τραγουδιέται ένα δημοτικό τραγούδι, αλλά πώς δημιουργήθηκε, πώς ταξίδεψε μέχρι εμάς και τι ακριβώς κάνουμε εμείς όταν το παραδίδουμε στους επόμενους.
Γιατί τελικά, όσο περισσότερο ασχολούμαι με αυτά τα τραγούδια, τόσο περισσότερο καταλαβαίνω ότι δεν είναι μόνο τραγούδια.
Είναι ίχνη ανθρώπων.
Είναι μνήμη.
Είναι ένας τρόπος να περάσει η ζωή μιας εποχής στην επόμενη.
Και ίσως γι’ αυτό το ερώτημα «θα ξαναγραφτεί ποτέ δημοτικό τραγούδι;» να μην έχει τελικά τόσο απλή απάντηση.
Ίσως να μην μπορούμε να ξαναδημιουργήσουμε τον ίδιο κόσμο.
Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι τελείωσε η δημιουργία.
Σημαίνει ότι άλλαξαν οι συνθήκες μέσα στις οποίες δημιουργούμε, θυμόμαστε και παραδίδουμε τα τραγούδια μας.
Δεν μπορούμε να ξαναφέρουμε τον κόσμο που δημιούργησε τα παλιά δημοτικά τραγούδια.
Μπορούμε όμως να προσπαθήσουμε να τον καταλάβουμε.
Να ξέρουμε τι παραλάβαμε.
Να καταλαβαίνουμε τι αλλάζουμε.
Και να μην ξεχνάμε ότι, όπως κάποτε κάποιοι άνθρωποι παρέδωσαν σε εμάς τα τραγούδια που είχαν παραλάβει από τους προηγούμενους, έτσι κι εμείς κάποτε θα τα παραδώσουμε στους επόμενους.
Εμείς είμαστε ένας ακόμη κρίκος.
Και ίσως τελικά αυτό να είναι το πιο σημαντικό ερώτημα: Όχι μόνο τι τραγούδια θα δημιουργήσουμε, αλλά τι θα παραδώσουμε στους επόμενους. Θεόφιλος Τραγουδιστής – βιωματικός ερμηνευτής της δημοτικής μουσικής
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους