Η θρησκευτικότητα των Νεοελλήνων Το ότι οι σύγχρονοι Έλληνες σε συντριπτικό βαθμό πιστεύουν στην ύπαρξη του θεού και μάλιστα του ορθόδοξου θεού, είναι κοινός τόπος. Εμπειρικά δεν χρειάζονται...
Η θρησκευτικότητα των Νεοελλήνων Το ότι οι σύγχρονοι Έλληνες σε συντριπτικό βαθμό πιστεύουν στην ύπαρξη του θεού και μάλιστα του ορθόδοξου θεού, είναι κοινός τόπος.
Εμπειρικά δεν χρειάζονται στατιστικά στοιχεία: όπου και να πας θα δεις εικόνες ορθόδοξες.
Σε μαγαζιά, σε σχολεία, σε δικαστήρια.
Σε ιδιωτικά αυτοκίνητα το πλέον συνηθισμένο είναι να κρέμονται από το καθρεφτάκι του οδηγού σταυροί, παναγίες, και φυσικά, τα θρησκευτικά σύμβολα ανακατεύονται με χάντρες για το κακό μάτι.
Στις θρησκευτικές εορτές υπάρχουν και κάθε είδους απίθανα “ιερά” κειμήλια: ζώνες της Παναγίας, εσώρουχα “αγίων”, “ιερά” κόκαλα κάθε μέρους του σώματος των “αγίων”. Ακριβώς επειδή ο νεοελληνικός τρόπος αναμειγνύει θρησκευτικότητα με ανοικτή δεισιδαιμονία για κάποιους “εκσυγχρονιστές” δυτικόφρονες αυτό αποτελεί απόδειξη “καθυστέρησης” λόγω του ότι “η Ελλάδα δεν γνώρισε ποτέ τον Διαφωτισμό”. Ας σκύψουμε στην “ελληνική ιδιαιτερότητα” και ας εξετάσουμε αν φταίει η μη ολοκληρωτική ενσωμάτωση στο Δυτικό μοντέλο.
Ας δούμε αρχικά τα στατιστικά δεδομένα και μάλιστα να τα συγκρίνουμε με άλλες χριστιανικές χώρες.
Η “ελληνική ιδιαιτερότητα” είναι εμφανής.
Σύμφωνα με το μη κερδοσκοπικό οργανισμό ερευνών Pew Research Center, 2015-2016-2017 και 2024: Ενώ δηλώνουν ότι “πιστεύω στο θεό” 92% εντούτοις υπάρχουν διαβαθμίσεις. 59% δήλωσαν ότι είναι απολύτως βέβαιοι πως υπάρχει Θεός. 26% πιστεύουν στον Θεό αλλά είναι “αρκετά βέβαιοι”. 7% πιστεύουν αλλά έχουν μικρότερη βεβαιότητα. 6% δήλωσαν ότι δεν πιστεύουν στον Θεό Ένα είναι βέβαιο.
Η πίστη στο θεό είναι πλήρως αποσυνδεδεμένη από την άσκηση “θρησκευτικών καθηκόντων”. Μόλις το 15% δηλώνει ότι πάει εκκλησία κάθε εβδομάδα ή συχνότερα.
Το 17% μία ή δύο φορές τον μήνα.
Το 68% δηλώνει λιγότερο συχνά από μία φορά τον μήνα ή ποτέ.
Επομένως, έχουμε πολύ χαμηλή προσέλευση στις εκκλησίες.
Όμως προσέξτε ένα πολύ σημαντικό στοιχείο: Η Ορθόδοξη ταυτότητα είναι πολύ ισχυρότερη από την εκκλησιαστική πρακτική.
Το 2017, 76% των Ελλήνων έλεγαν ότι το να είναι κάποιος Ορθόδοξος είναι σημαντικό για να θεωρείται «πραγματικά Έλληνας». Το 2018 το Pew έβρισκε ότι περίπου τα τρία τέταρτα των Ελλήνων συνέδεαν τουλάχιστον σε κάποιον βαθμό την Ορθοδοξία με το τι σημαίνει “να είσαι πραγματικά Έλληνας”. Έχουμε ξεκάθαρα το τρίπτυχο: Έλληνας = Ορθόδοξη πολιτισμική ταυτότητα = πολύ λιγότερο θρησκευτική πίστη και πρακτική.
Προσοχή: αυτό δεν σημαίνει ότι ο Έλληνας δεν πιστεύει “πραγματικά” στο θεό, σημαίνει ότι ο εθνικισμός είναι πολύ μεγαλύτερος της όποιας πίστης.
Το γεγονός ότι ο νεοελληνικός εθνικισμός και όχι η πίστη στο θεό είναι το κυρίαρχο γίνεται καθαρό στο άλλο στοιχείο.
Στην εκκλησία ως θεσμό έχουν εμπιστοσύνη μόλις το 25-30% στις πρόσφατες μετρήσεις . Ας κάνουμε μια ιστορική περιοδολόγηση.
Ας βάλουμε την ελληνική “ιδιαιτερότητα” σε σχέση με χώρες του πυρήνα των δυτικών χωρών, του “δυτικού πολιτισμού”. Στην Ελλάδα και την ανατολική Ευρώπη η ορθοδοξία ήταν πάντοτε ταυτισμένη με την κρατική εξουσία.
Και μάλιστα σχεδόν υποταγμένη στην κρατική εξουσία. Στο Βυζάντιο υπήρχε καισαροπαπισμός, δηλαδή ο αυτοκράτορας ήταν ο ανώτερος εκπρόσωπος του “θεού”, όχι ο πατριάρχης.
Με την εμφάνιση του εθνικισμού, από τον 18ο αιώνα και μετά, η ορθόδοξη εκκλησία, μετά από συγκρούσεις βέβαια και σχίσματα μεταξύ ορθόδοξων εκκλησιών, εθνικοποιήθηκε πέρασε στην υπηρεσία του εθνικισμού κάθε ορθόδοξης χώρας.
Αυτό είχε δυο συνέπειες, ιδιαίτερα στην Ελλάδα: Ι. Βαριά καχυποψία απέναντι στην επίσημη εκκλησία από τον πληθυσμό που έχει παραδοσιακά καχυποψία απέναντι στο κράτος.
Ο μη συχνός εκκλησιασμός του πληθυσμού είναι αποτέλεσμα κυρίως αυτού του πράγματος.
Η σύγχρονη Ελλάδα προέκυψε από μια εξαιρετικά βίαιη και αιματηρή επανάσταση το 1821-1829, αυτό έκανε τον πληθυσμό εξαιρετικά δύσκολο να κυβερνηθεί.
Η ταύτιση κράτους και εκκλησίας αναπόφευκτα ενέτεινε τη δυσπιστία. ΙΙ. Το κράτος αντέδρασε με ολοένα και μεγαλύτερη ενσωμάτωση της ορθόδοξης εκκλησίας στο νεοελληνικό εθνικισμό.
Από τη δεκαετία του 1850-1860 Έλληνες ακαδημαϊκοί έφτιαξαν το αφήγημα της συνέχειας του ελληνικού έθνους από την αρχαιότητα στο Βυζάντιο -μέχρι τότε οι Έλληνες ακαδημαϊκοί ακολουθώντας πιστά τον δυτικό Διαφωτισμό θεωρούσαν “ελληνικό” μόνο την Αρχαία Ελλάδα. Το Βυζάντιο ήταν “μια σκοταδιστική, θεοκρατική, σκοτεινή περίοδος” που δεν είχε καμιά σχέση με την Ελλάδα και την ιστορία της.
Ο λόγος της ενσωμάτωσης του Βυζαντίου στο νεοελληνικό ιστορικό αφήγημα ήταν οι εδαφικές διεκδικήσεις του τότε ελληνικού κράτους στην καταρρέουσα οθωμανική αυτοκρατορία.
Επομένως, με αυτό τον τρόπο υπήρχε “ιστορική τεκμηρίωση” των εδαφικών διεκδικήσεων.
Παράλληλα αποκαταστάθηκε, μέσω των σχολικών βιβλίων, της γενικότερης υποχρεωτικής εκπαίδευσης, το κύρος της ελληνικής ορθόδοξης εκκλησίας που είχε τρωθεί λόγω της συνεργασίας της με τους Οθωμανούς και της αποκήρυξης της ελληνικής επανάστασης του 1821 από το πατριαρχείο της Ινσταμπούλ.
Γενεές ολόκληρες νεοελλήνων γαλουχήθηκαν συστηματικά από την πλέον τρυφερή ηλικία τους με την ταύτιση Ορθοδοξίας και ελληνισμού.
Ακόμα και σήμερα στο σύνταγμα του ελληνικού κράτους τονίζεται η ταύτιση έθνους και ορθόδοξης εκκλησίας.
Το σημερινό Σύνταγμα λέει ρητά: “Επικρατούσα θρησκεία στην Ελλάδα είναι η θρησκεία της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας του Χριστού”. Αντίθετα οι ιστορικές και κοινωνικές συνθήκες διέφεραν στη Δύση.
Σε πολλές περιπτώσεις ο εθνικισμός βρέθηκε απέναντι από την εκκλησία και αυτή η σύγκρουση πήρε ακραίες μορφές που διατηρήθηκαν για πολλές δεκαετίες.
Πιο χαρακτηριστικές περιπτώσεις η Γαλλία και η Ιταλία. Στη Γαλλία στη διάρκεια της Γαλλικής Επανάστασης ο κλήρος σχεδόν ξεκληρίστηκε, οδηγήθηκε στη γκιλοτίνα.
Η εκκοσμίκευση έγινε μέρος του γαλλικού εθνικισμού. Στην Ιταλία ο πάπας ήταν αντίθετος με την ενοποίηση της Ιταλίας το 19ο αιώνα.
Έκτοτε, ιστορικά, ο παπισμός δεν ταυτίζεται με το ιταλικό κράτος και τον ιταλικό εθνικισμό.
Αυτό, η μη ταύτιση με το κράτος, εξανάγκασε την εκκλησία σε πιο στενή σχέση με τους πιστούς της, να τους πείσει για την “αλήθεια” των δογμάτων της.
Το αποτέλεσμα ήταν οι πιστοί να εξασκούν πιο συχνά τα “θρησκευτικά τους καθήκοντα”, να πιστεύουν και να γνωρίζουν πιο καλά τα “ιερά” κείμενα απ’ ότι οι ορθόδοξοι.
Ας δούμε τα δεδομένα: Ιταλία: Εβδομαδιαία ή μηνιαία επίσκεψη σε εκκλησία: 43% Μερικές φορές τον χρόνο: 18% Σπάνια ή ποτέ: 39% Ιρλανδία Εβδομαδιαία ή μηνιαία επίσκεψη σε εκκλησία: 37% Μερικές φορές τον χρόνο: 22% Σπάνια ή ποτέ: 41% Πορτογαλία Εβδομαδιαία ή μηνιαία επίσκεψη σε εκκλησία: 36% Μερικές φορές τον χρόνο: 22% Σπάνια ή ποτέ: 42% Γαλλία: Εβδομαδιαία ή μηνιαία επίσκεψη σε εκκλησία: 22% Μερικές φορές τον χρόνο: 16% Σπάνια ή ποτέ: 62% Η περίπτωση των ΗΠΑ έχει πολύ ενδιαφέρον γιατί τονίζει τη διαφορετικότητα από τους ορθόδοξους που μπορείς να μην τους πεις “πραγματικούς” χριστιανούς μιας και έχουν ελάχιστη σχέση με τα δόγματα στα οποία πιστεύουν.
Ναι, σαφώς, δεν χρειάζεσαι να είσαι θεολόγος για να είσαι πιστός.
Αλλά όταν αδιαφορείς πλήρως ή δεν νοιάζεσαι καθόλου για τα “ιερά” κείμενα της θρησκείας σου, όταν υπάρχει ένταση μεταξύ πίστης και θρησκευτικής πρακτικής, έρχεται ο εθνικισμός για να καλυφθεί το κενό. Στις ΗΠΑ που η θρησκεία δεν είναι κρατικοποιημένη και υπάρχει μεγάλος ανταγωνισμός μεταξύ των διαφόρων χριστιανικών δογμάτων για τη στρατολόγηση πιστών, η πίστη στο χριστιανικό δόγμα είναι πολύ μεγαλύτερη.
Αρκετοί βαθιά θρησκευόμενοι πιστεύουν απ’ το ότι η γη είναι επίπεδη μέχρι στην κιβωτό του Νώε -τα γράφει η “ιερά” Βίβλος, επομένως “είναι αληθή”. Με δεδομένη τη μεγάλη εκλογική αποχή στις ΗΠΑ οι διάφοροι ευαγγελιστές ελέγχοντας το ποίμνιό τους κατάφεραν μια πολιτική επιρροή εντελώς απίθανη για σύγχρονη χώρα, δυτική και μη. ΟΚ… ...καλά τα στοιχεία, αλλά υπάρχει και η ποιοτική ανάλυση για να μην χαθούμε στα στοιχεία.
Όχι να τα αγνοήσουμε, αλλά να πάμε πιο βαθιά από μια φωτογραφική απεικόνιση των πραγμάτων.
Ας αποδομήσουμε τη επιφανειακή θεώρηση των δυτικόφρονων περί “καθυστέρησης” λόγω του ότι “η Ελλάδα δεν γνώρισε ποτέ τον Διαφωτισμό”. Εθνικισμός και θρησκεία είναι συνδεδεμένα κοινωνικά φαινόμενα, ιδεολογικά καθορισμένα.
Από αυτήν την άποψη, είτε στα ορθόδοξα κράτη, είτε στα καθολικά ή προτεσταντικά είτε στο καθαρά φιλελεύθερο καπιταλιστικό ανταγωνιστικό αμερικανικό θρησκευτικό μοντέλο, στο τέλος της ημέρας είναι το κράτος και τα συμφέρονται που αυτό εκπροσωπεί που κερδίζουν, υποτάσσοντας τις όποιες θρησκευτικές ομολογίες.
Απλά και παραδειγματικά: Στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο ο Πάπας Πίος ΙΒ΄ κράτησε μια “ουδέτερη στάση” εντελώς ευνοϊκή για Μουσουλίνι-Χίτλερ.
Είχε σαφή πολιτική στάση, αφού ο Πίος ΙΒ΄ έβλεπε τη Σοβιετική Ένωση και τον κομμουνισμό ως τον απόλυτο και μεγαλύτερο κίνδυνο για τη “χριστιανική Ευρώπη”. Η πίστη των Ιταλών στην Καθολική εκκλησία και η επιρροή που αυτή έχει στα πολιτικά πράγματα της Ιταλίας είναι απολύτως συνδεδεμένη με το “μεγαλείο της Ιταλίας” μέρος του οποίου είναι το Βατικανό και η παγκόσμια επιρροή που έχει.
Και αυτό ανεξάρτητα της στάσης του πάπα κατά την ιταλική ενοποίηση του 19ου αιώνα. Στη Γερμανία του Χίτλερ, η μεγαλύτερη και πιο ισχυρή ομάδα εντός των Προτεσταντών αγκάλιασαν με ενθουσιασμό τον Χίτλερ, αυτοαποκαλούνταν “οι στρατιώτες των SS για τον Ιησού Χριστό” και επιδίωξαν να ευθυγραμμίσουν πλήρως την πίστη τους με τη ναζιστική ιδεολογία. Στις ΗΠΑ τα χριστιανικά δόγματα υποστήριξαν όλες τις ιμπεριαλιστικές πολιτικές, όπως τις σφαγές Αράβων και Παλαιστίνιων που έγιναν και γίνονται, όχι για άλλους λόγους παρά για αυτά που οι ΗΠΑ θεωρούσαν “εθνικό ζωτικό συμφέρον”. Απλά οι φανατικοί φονταμενταλιστές χριστιανοί έρχονται να καθαγιάσουν συμφέροντα πολύ υλικά και ιμπεριαλιστικά.
Επομένως, κάνουν τη δουλειά του κράτους όπως και σε όλες τις ορθόδοξες χώρες.
Διαφορετικά βέβαια, ίσως μάλιστα πιο αποτελεσματικά, αλλά την ίδια δουλειά.
Μια ουσιαστική παρατήρηση στο τελευταίο σημείο: Πολλές φορές η ιδεολογία έχει μια αυτόνομη δυναμική που μπορεί να είναι αυτοκαταστροφική για την ίδια την άρχουσα τάξη και την κρατική ελίτ.
Η περίπτωση του Ισραήλ είναι η πλέον χαρακτηριστική. Το Ισραήλ σήμερα δεν έχει καμιά απολύτως “ζωτική σημασία” για τα συμφέροντα των ΗΠΑ όπως στις δεκαετίες του 1960-1970-1980.
Όμως ο Τραμπ έσυρε τις ΗΠΑ σε ένα πόλεμο με το Ιράν που τον έχουν χάσει ολοκληρωτικά.
Οτιδήποτε κάνουν απλά χειροτερεύουν την ήττα.
Ήταν ο θρησκευτικός φανατισμός ανάκατος με μια παρωχημένη αίσθηση “εθνικού μεγαλείου” που οδήγησε στην καταστροφή. Συμβαίνει συχνά στην ιστορία. Η αυτόνομη ζωή μιας ιδεολογίας οδηγεί στην καταστροφή.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους