Σαράντα Χρυσαυγίτες ουρλιάζουν μέσα στη νύχτα: «Πού πάτε, θα σας γαμήσουμε»· «Γαμώ τα σπίτια σας, γαμώ τις μάνες σας, θα σας σκοτώσουμε, κότες»· «Ελάτε εδώ, ρε μαλακισμένα»· «Να τος, εκεί είναι...
Σαράντα Χρυσαυγίτες ουρλιάζουν μέσα στη νύχτα: «Πού πάτε, θα σας γαμήσουμε»· «Γαμώ τα σπίτια σας, γαμώ τις μάνες σας, θα σας σκοτώσουμε, κότες»· «Ελάτε εδώ, ρε μαλακισμένα»· «Να τος, εκεί είναι»· «Κότες, θα πεθάνετε»· «Να τος, να τος». Ο Παύλος λέει στα δυο κορίτσια: «Πηγαίνετε σπίτι κι ερχόμαστε». «Και τώρα τι κάνουμε;» ρωτάει ο Δούλβαρης. «Τώρα τρέχουμε», λέει ο Παύλος, κι αρχίζουν να τρέχουν προς τη Γρηγορίου Λαμπράκη.
Όμως ο Παύλος δεν θα τρέξει.
Δεν το επιτρέπει η αξιοπρέπειά του. «Είμαι στη γειτονιά μου», σκέφτεται, «δεν μπορεί κανείς να μου επιβάλει πού θα περπατήσω, ούτε να με φοβίσει.
Δεν θα τρέξω μπροστά στους φασίστες, εδώ είναι η θέση μου». Κοντοστέκεται.
Δεν είναι από εγωισμό. «Υπάρχουν αξίες πιο πολύτιμες από τη ζωή». Κάποιοι ορίζουν έτσι τον ηρωισμό.
Είναι πια αργά για να γυρίσει πίσω. «Αλίμονο, τι μέλλεται να πάθω, κακό μεγάλο αν φύγω φοβισμένος μπροστά σ’ αυτό το πλήθος, χειρότερο όμως αν με πιάσουν μοναχό...» Έτσι μένει εκεί και περιμένει, σαν έτοιμος από καιρό, όρθιος και μόνος μέσα στη φοβερή ερημιά του πλήθους. ( Xenofon Contiades )
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους