Το ΚΟΥΡΕΜΑ ( Το σύνδρομο των κομμένων παπαρουνών) Θυμάμαι τη γριά Μαρουσώ να βγαίνει κάθε πρωί στο χωράφι με το ψαλίδι του κλαδέματος και να κόβει τις παπαρούνες που είχαν ξεπεράσει το μπόι των...
Το ΚΟΥΡΕΜΑ ( Το σύνδρομο των κομμένων παπαρουνών) Θυμάμαι τη γριά Μαρουσώ να βγαίνει κάθε πρωί στο χωράφι με το ψαλίδι του κλαδέματος και να κόβει τις παπαρούνες που είχαν ξεπεράσει το μπόι των υπολοίπων.
Δεν τις έκοβε όλες.
Μόνο εκείνες.
Τη ρώτησα μια φορά γιατί.
Ήμουν δεκατριών χρονών, με τη σιγουριά που έχει κανείς σ' αυτή την ηλικία όταν νομίζει πως κάνει έξυπνες ερωτήσεις.
Εκείνη σήκωσε τους ώμους σαν να εξηγούσε το αυτονόητο. — Τραβάνε το μάτι, είπε.
Κι ό,τι τραβάει το μάτι τραβάει και τον αέρα.
Πρώτα κόβεται το κοτσάνι, μετά όλο το χωράφι. Γέλασα.
Εκείνη δεν γέλασε και κάτι στο πρόσωπό της μ’ έκανε να σταματήσω να γελάω κι εγώ, χωρίς να ξέρω γιατί.
Έφυγα απ’ το χωριό στα δεκαοχτώ μου με μια βαλίτσα και μια υποτροφία που κανείς δεν κατάλαβε πώς την πήρα, αφού ο πατέρας μου δεν ήξερε να γράψει το όνομά του, παρά μόνο με κεφαλαία.
Αργά, σαν να χάραζε πέτρα.
Γύρισα στα τριάντα δύο μηχανικός, μ’ ένα αυτοκίνητο που δεν χωρούσε στα στενά του χωριού και μια γυναίκα που μιλούσε τα ελληνικά όπως μιλάει κανείς μια γλώσσα που έμαθε από βιβλίο, όχι από μάνα.
Το πρώτο βράδυ στο καφενείο με κέρασαν όλοι.
Το δεύτερο οι μισοί.
Το τρίτο κανείς κι άκουσα τον Λάμπρο τον ταβερνιάρη να λέει σε κάποιον δίπλα του, χωρίς να χαμηλώνει καθόλου τη φωνή: — Ο Θανάσης πάντα το είχε το παραπανίσιο μυαλό.
Δεν ξέρω, κάτι δεν πάει καλά μ' αυτούς που τα καταφέρνουν τόσο εύκολα.
Δεν μου είχε πάει καθόλου εύκολα.
Αυτό όμως δεν το ρώτησε κανείς· προτίμησαν τη δική τους εκδοχή, ήταν πιο βολική.
Στο πανηγύρι του Αυγούστου μίλησα είκοσι λεπτά για μια γέφυρα που σχεδίαζα στο Αμβούργο, με τα χέρια μου να ζωγραφίζουν καμάρες στον αέρα, χωρίς να προσέξω πως ο κόσμος γύρω μου κουνούσε το κεφάλι μ’ έναν ρυθμό που δεν ήταν ενθουσιασμός, ήταν μέτρημα.
Στη φωτογραφία που τραβήχτηκε εκείνο το βράδυ μπροστά στην εκκλησία στάθηκα στην άκρη, μισός έξω απ’ το κάδρο.
Ο φωτογράφος μού είπε: — Δεν χωράς, ρε Θανάση, τράβα λίγο πιο πέρα! Με τον ίδιο τόνο που θα έλεγε σε παιδί να μαζέψει τα πράγματά του απ' το τραπέζι.
Χώρεσε ο παπάς, χώρεσε κι ο γιος του βουλευτή, αυτός που είχε έρθει μια φορά με ελικόπτερο, το 2003, και το θυμούνταν ακόμα σαν εθνική επέτειο.
Δεν είπα τίποτα τότε.
Το σκέφτομαι τώρα και βρίσκω αστείο που δεν είπα τίποτα.
Το φθινόπωρο έχασα τη δουλειά στο Αμβούργο.
Αναδιάρθρωση, είπαν, τέτοια πράγματα, χωρίς ερώτημα δικαιοσύνης.
Το έμαθε το χωριό μέσα σε μια μέρα, με ταχύτητα που καμιά γέφυρα δεν είχε φτάσει ποτέ να σχεδιάσω.
Το βράδυ που ξαναπήγα στο καφενείο ο Λάμπρος μού έβαλε καφέ χωρίς να με ρωτήσει, δωρεάν, με μια φροντίδα που δεν την είχα ξαναδεί.
Ο κύκλος γύρω απ' το τραπέζι μου μεγάλωσε, όχι επειδή με απόφευγαν πια, αλλά επειδή με πλησίαζαν με τη ζέστη που έχει ο κόσμος όταν βλέπει κάποιον να ξαναγίνεται δικό του μέγεθος. — Άκου, μου είπε ο γερο-Μανθάκης βάζοντας το χέρι στον ώμο μου, σαν να μ’ ευλογούσε.
Καλά να 'σαι! Εδώ είναι το σπίτι σου.
Δεν χρειάζονται ελικόπτερα και γερμανικά κοστούμια για να σ' αγαπήσουμε.
Κανείς δεν είπε «λυπάμαι για τη δουλειά». Είπαν όλοι, με διαφορετικά λόγια, το ίδιο πράγμα: καλώς ξαναγύριςες στο μέτρο.
Εκείνο το βράδυ, γυρνώντας σπίτι, θυμήθηκα τη γριά Μαρουσώ . Θυμήθηκα το ψαλίδι.
Κατάλαβα πως αυτό που μου συνέβαινε είχε όνομα: «Σύνδρομο της κομμένης παπαρούνας». Έστω κι αν κανείς εδώ δεν θα το πρόφερε ποτέ έτσι.
Δεν το σκέφτηκα σαν θεωρία.
Το σκέφτηκα σαν διάγνωση χωρίς εξέταση.
Ξαφνικά όλα εξηγούνταν.
Δεν με παρηγόρησε καθόλου. Η Μαρουσώ πέθανε τον επόμενο Μάρτη ενενήντα ενός χρονών, κρατώντας ως το τέλος το ψαλίδι σ' ένα συρτάρι δίπλα στο κρεβάτι σαν φυλαχτό.
Το χωράφι το πήρα εγώ, γιατί κανείς άλλος δεν το ήθελε κι εγώ δεν είχα πια πού αλλού να πάω.
Το πρώτο πράγμα που έκανα ήταν να μαζέψω το ψαλίδι και να το πετάξω σε ένα ντουλάπι.
Την άνοιξη οι παπαρούνες φύτρωσαν άτακτες, άνισες, μερικές πολύ ψηλότερες απ' τις άλλες.
Στάθηκα στην άκρη του χωραφιού και τις κοίταξα πολλή ώρα προσπαθώντας να θυμηθώ αν είχα νιώσει ποτέ έτσι ψηλός όσο ένιωθα άβολος.
Μετά μπήκα στο σπίτι, βρήκα το ψαλίδι εκεί που το είχα πετάξει και το ξανάβαλα στο συρτάρι.
Δεν αποφάσισα να το χρησιμοποιήσω.
Απλώς δεν είχα το κουράγιο να το πετάξω αλλού.
Έκλεισα το συρτάρι.
Έξω ο ήλιος έπεφτε πάνω στις παπαρούνες κι εγώ στάθηκα στο παράθυρο πολλή ώρα με τα χέρια στις τσέπες, χωρίς να κατέβω να τις κόψω. Ούτε όμως γύρισα την πλάτη να φύγω.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους