[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

Η πατόζα Η γιαγιά μου η Πετρίνα - μητέρα του πατέρα μου, η αδερφή μου έχει το όνομά της - μου διηγούταν πολλές φορές ιστορίες από το παρελθόν. Για τη δύσκολη ζωή της, πώς έχασε νωρίς τον άντρα της...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Η πατόζα Η γιαγιά μου η Πετρίνα - μητέρα του πατέρα μου, η αδερφή μου έχει το όνομά της - μου διηγούταν πολλές φορές ιστορίες από το παρελθόν.

Για τη δύσκολη ζωή της, πώς έχασε νωρίς τον άντρα της, πως ήτανε πολύ καλή μοδίστρα κι έραβε τις θρακιώτικες φορεσιές, πώς θέριζε για να κρατήσει ψηλά την οικογένειά της και άλλα πολλά.

Θα σταθώ σ' αυτό το τελευταίο, σ' αυτήν την ιεροτελεστία που θυμάμαι στον κάμπο του Χειμωνίου, όταν ήμουν μικρό παιδί.

Θερίζανε οι αγρότες τα ώριμα στάχυα με το κοφτερό δρεπάνι που είχε ετοιμάσει ο καθένας αποβραδίς.

Η εργασία αυτή γινόταν συνήθως ομαδικά, οι χωριανοί αποφασίζανε από ποιο χωράφι θ' αρχίσουν· λογικά από τα πιο ώριμα στάχυα.

Δένονταν σε δεμάτια με κορμούς σιταριού που βρέχονταν λίγο για να είναι ευλύγιστοι.

Τα δεμάτια, με τη σειρά τους, τοποθετούνταν σε στοίβες που σχημάτιζαν τις θημωνιές.

Η πολύτιμη συγκομιδή μεταφερόταν με κάρα στα αλώνια, που στο χωριό μου βρίσκονταν κοντά στις σιδηροδρομικές γραμμές.

Η διαδικασία του αλωνίσματος ήταν μια επίπονη εργασία που, βέβαια, τα ζώα αναλάμβαναν το κύριο βάρος της αποπεράτωσης των εργασιών.

Πολύ λυπόμουν τις αγελάδες του παππού μου Αναστάση που ήταν αναγκασμένες να φέρνουν αμέτρητες γύρες πάνω στα στάχυα, για να απελευθερωθεί ο χρυσός σπόρος.

Του έλεγα κάθε τόσο και λιγάκι να τις αφήσει να ξεκουραστούν, γιατί είχαν δουλέψει αρκετά όλη την ημέρα.

Ποιος, όμως, θα ακούσει ένα παιδί της ηλικίας μου; Έλεγε ο παππούς μου: «Ταν ντ' μπιέρ'ε σι! - Τώρα θα πέσει βροχή!» ή «Έρδι νάτα, ντο τε σόσ'μ πούν'ν! - Ήρθε το βράδυ, πρέπει να τελειώσουμε τη δουλειά!» Για μια παιδική ψυχή ήτανε αυτά τα λόγια ψευτοδικαιολογίες.

Εγώ έβλεπα τα ζώα που αγκομαχούσαν και πόναγε η καρδούλα μου... Λίγα χρόνια μετά ήρθε η δική μας βιομηχανική επανάσταση στο μικρό χωριό μου.

Ένα κομματάκι ελευθερίας για τα ορφανά ζώα.

Εμφανίστηκαν οι πατόζες! Μηχανές που έκαναν θαύματα, σωστά θηρία.

Λειτουργούσαν με τη βοήθεια επιπρόσθετου μηχανήματος, π.χ. τρακτέρ, που συνδέονταν με έναν τεράστιο ιμάντα.

Ταΐζανε τον τεράστιο «δεινόσαυρο» με τα δεμάτια και από δυο κύρια ανοίγματα ξερνούσε το σιτάρι και το άχυρο.

Όπως το ανέκδοτο με τον πατέρα και το γιο που έλεγε ο μικρός: «Μπαμπά, αν βάλεις σ' αυτό το μηχάνημα το ζωντανό μοσχάρι, από την άλλη μεριά θα βγουν έτοιμα τα λουκάνικα;» Τη συνέχεια την ξέρετε... Στεκόμουν λίγο απόμακρα και χάζευα όλη αυτή τη διαδικασία με το στόμα ανοιχτό.

Θαύματα μπροστά στα ορθάνοιχτα μάτια μου! Κι έβλεπες τα τσουβάλια να αραδιάζονται στη σειρά με τον πολύτιμο καρπό μέσα, που ο γεωργός με αυτόν θα περνούσε τον χειμώνα, τρώγοντας το ζεστό ψωμί του.

Για τον γεωργό, αυτός ήταν όλος ο κόπος μιας καλοκαιρινής περιόδου, αυτός ήταν ο ιδρώτας του, η αγωνία του, το άγχος του... Ήτανε και το άχυρο, αυτά τα εκατομμύρια κομματάκια χρυσού που έβγαζε το θηρίο.

Ο παππούς μου το κουβαλούσε με το κάρο στον αχυρώνα που χρησίμευε ως τροφή στα ζώα κατά τη διάρκεια του σκοτεινού χειμώνα.

Ανέβαινα επάνω, εγώ ο παιδαράς που ζύγιζα το πολύ 25 κιλά, για να το πατήσω, για να χωρέσει όσο γίνεται πιο πολύ χρυσάφι μέσα.

Εκεί στον αχυρώνα σκόνη πυκνή, αλλά εμένα δεν μ' ένοιαζε καθόλου.

Η χαρά μου ήτανε να χοροπηδώ εκεί πάνω και η «πούδρα» στο σώμα μου δεν ήταν κανένα πρόβλημα.

Κοιμόμουν μ' αυτήν, με την «αρωματισμένη» σκόνη τελευταίας μόδας.

To άχυρο, ανακατωμένο με μείγμα καλαμποκιού, το ονόμαζαν οι δικοί μας Αρβανίτες «παπάρα». Φαινόταν πολύ νόστιμη και μάλιστα μια φορά δοκίμασα να φάω κι εγώ, ίσως βάλω κανένα κιλό.

Κατάπια το μείγμα, αλλά το άχυρο σκάλωσε στο λαιμό μου, που ήταν σαν της κάργιας, και έφτυνα πολλά λεπτά για να απελευθερωθώ από τη νοστιμιά... Οι άνθρωποι της πατόζας έρχονταν από αρκετά μακριά.

Έκαναν ένα ταξίδι πολλών ωρών, μέχρι να φτάσουν στο Χειμώνιο.

Μια φορά, κατά τη διάρκεια του αλωνίσματος, είχε βρέξει και αναγκαστικά οι εργάτες είχαν την επιβαλλόμενη παύση εργασίας.

Στο καφενείο μαζεμένοι, έτρωγαν και έπιναν και κάποια στιγμή ένας από αυτούς έβγαλε ένα παράξενο όργανο και άρχισε να παίζει.

Ήταν η ποντιακή λύρα.

Με το δοξάρι να ακροβατεί επάνω στις χορδές έβγαζε έναν ήχο που δεν μου ήταν γνώριμος, όμως μου άρεσε πολύ.

Από μικρός είχα την περιέργεια για κάτι καινούργιο.

Δεν άργησαν να σηκωθούν οι υπόλοιποι από τις καρέκλες τους, πιάστηκαν από τα χέρια κι άρχισαν να χτυπάνε με δύναμη τα πόδια τους στο πάτωμα και να κουνάνε τους ώμους τους με έναν μη οικείο για μένα τρόπο.

Εγώ τους παρακολουθούσα από το τζάμι του παράθυρου και νόμιζα πως θα έβγαζαν φτερά, πως θα γίνουν πουλιά, πως θα πετάξουν από την πόρτα για να πάνε να βρουν τα δικά τους στάχυα εκεί στον Πόντο, που δεν γνώριζα τότε.

Είχε έναν πόνο ο χορός τους, προκαλούσε βούρκωμα στα μάτια, κυλούσε δάκρυ.

Κουβαλούσανε αυτοί οι άνθρωποι τη συμφορά της καταστροφής, το βάρος του ξεριζωμού στους ώμους τους.

Άντρες της πρώτης γενιάς των προσφύγων που η αύρα τους από τα παρχάρια ήταν χειροπιαστή, την έβαζες μέσα στην καρδιά σου και σου προκαλούσε συγκίνηση. Από τη στιγμή εκείνη αγάπησα τους σκοπούς αυτούς, τους ποντιακούς χορούς! Τάσος Δαλακίδης

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences