Όλα τα χρόνια που παίζω μουσική στα μαγαζιά, έχω βιώσει (και απολαύσει) αυτήν την ιδιαίτερη συνθήκη να σμίγουν ετερόκλητα κοινά και να «επικοινωνούν» τραγουδώντας, μιλώντας, φλερτάροντας… Προσωπικά...
Όλα τα χρόνια που παίζω μουσική στα μαγαζιά, έχω βιώσει (και απολαύσει) αυτήν την ιδιαίτερη συνθήκη να σμίγουν ετερόκλητα κοινά και να «επικοινωνούν» τραγουδώντας, μιλώντας, φλερτάροντας… Προσωπικά νιώθω πολύ τυχερός που συνετέλεσα να στηθούν δύο μπαρ τα οποία «άνοιξαν» το κοινό τους κι από «έντεχνα», «ποιοτικά», «φασαίικα» ή όπως αλλιώς θέλετε πείτε τα, μετατράπηκαν σε «λαϊκά» και απευθύνθηκαν σε αυτό που λέμε «όλο τον κόσμο»: και κορίτσια και αγόρια και @ και 18χρονα και 60φεύγα και δικηγόρους και συνεργειατζήδες και ποιητές και αλητάκια.
Για να γίνει αυτό έπρεπε να «ανοίξει» το μουσικό ρεπερτόριο κι αυτό δεν ήταν εύκολο, ειδικά στο «Εντεχνον» το οποίο λόγω ονόματος, μορφής μαγαζιού, εποχής και θέσης είχε κοινό «σκληροπυρηνικό». Έπαιζες έναν Μητροπάνο και σοκάρονταν οι περισσότεροι κι ας είχε τραγουδήσει ο Μητσάρας και Πορτοκάλογλου και Ξυδούς και Λάκη Παπαδόπουλο.
Καλά, όταν έβαζε ο Γιάννης κανέναν Δημήτρη Κοντολάζο, έπεφτε το κουτσομπολιό της αρκούδας. Κλάμα! Μη σας πω ότι ο πραγματικός λόγος που δώσαμε το μερίδιό μας στο «Εντεχνον» και αγοράσαμε το Σάρωθρον από τον Βαγγέλη Αγγέλογλου ήταν αυτός: να μπορούμε να παίζουμε πιο λαϊκά και διασκεδαστικά.
Λες και ο νταλγκάς ήταν απαγορευμένος στους έντεχνους (ναι, ελιτισμός λέγεται αυτό και το συζητούν πολλοί αυτές τις μέρες.
Εγώ το λέω «δήθεν» οι Τούρκοι το λένε ντεμέκ - και την ψυχική αυτή κατάσταση αίσθησης ανωτερότητας από κάποιους την έχω φάει με το κουτάλι στα ραδιόφωνα που κατά καιρούς φτιάξαμε). Αναλάβαμε το 2010 το Σάρωθρον και βρήκαμε την υγειά μας.
Πιο λαϊκό σημείο: Λαδάδικα.
Πιο ανοιχτή συνθήκη: μακριά από κατοικίες που ενοχλούνται από τις δυνατές εντάσεις.
Ξεκινήσαμε να παίζουμε τα αγαπημένα μας: Θανάση, Παπάζη, Σωκράτη, Μητροπάνο, Αλεξίου, Νταλάρα, Πασχαλίδη, Σπαθιά και Τρύπες και το «νοθεύαμε» ως εξής: Όταν έρχονταν κάποιος πελάτης κι έλεγε διακριτικά και με ευγένεια: «ρε φίλε βάλε κι έναν Βασίλη Καρρά ή μια Καιτούλα Γαρμπή» (τυχαία τα ονόματα, φυσικά ζητούσαν κι άλλους), εμείς επιλέγαμε προσεκτικά κάποιο που μας άρεζε και το παίζαμε.
Χαίρονταν ο άνθρωπος, κερνούσε ένα σφηνάκι, γνωριζόμασταν, καμιά φορά αγκαλιαζόμασταν κι όλας.
Για να καταλάβετε, τον κουμπάρο μου τον Βασίλη τον γνώρισα στο Σάρωθρον.
Πέρασαν ένα βράδυ, άκουσαν Μητροπάνο, απόρησαν που υπήρχε τέτοιο μαγαζί στη Θεσσαλονίκη, μπήκαν και… έτσι άρχισαν όλα! Βάζαμε λοιπόν στο Σάρωθρον και τραγούδια «από την άλλη όχθη του ίδιου ποταμού». Όποτε διάλεγα έναν Καρρά, έναν Μελά, έναν Γονίδη, κοιτούσα τις αντιδράσεις του κόσμου.
Αν έπιανα κάποια δυσφορία πήγαινα στον θαμώνα και του έλεγα: «το τραγούδι το ζήτησε εκείνο το κορίτσι ή εκείνος ο κύριος.
Ο άνθρωπος δεν ακούει αυτά που παίζουμε αλλά είναι εδώ όλο το βράδυ και γουστάρει την παρέα.
Δεν είναι κρίμα να μην θέλουμε να ακούσουμε κι εμείς ένα δικό του αγαπημένο ενώ αυτός ακούει τα δικά μας όλη τη νύχτα; Τραγουδάκια του Θεού είναι όλα…» Για κάποιο λόγο το επιχείρημα έπιανε πάντα.
Σε κάποιους που δεν μίλησα ή δεν τους έπεισα, οκ, δε θα μάθω ποτέ αν άλλαξαν γνώμη.
Προφανώς έφυγαν.
Και καλά έκαναν.
Αλλά η συνθήκη άλλαξε και χρόνο με το χρόνο λιγότεροι θαμώνες «είχαν χάσει επεισόδια». Σχεδόν όλοι ήταν στο ίδιο πνεύμα.
Καταλάβαιναν γιατί ακούμε ΚΑΙ λαϊκά στο Σάρωθρον.
Μια μέρα έρχεται στο μπαρ ένας ωραίος τύπος που τον έβλεπα συχνά στο μαγαζί.
Μου λέει με ύφος: «το γάμησες ρε φίλε. Την Πριγκηπέσσα από Καρρά; Έλεος!» Χαμογέλασα.
Και κάθισα 15 λεπτά («αυτήν την ιστορία τώρα γιατί μας την είπες;») και του εξήγησα αυτό που μου είπε ο Σωκράτης Μάλαμας για το συγκεκριμένο τραγούδι, ότι δηλαδή τον πήρε τηλέφωνο ο Καρράς, του ζήτησε να του στείλει την επανεκτέλεση της «Πριγκηπέσσας» για να την ακούσει κι αν του αρέσει να του δώσει την άδεια να την πει για να λάβει την απάντηση: «εσένα ρε Βασίλη σου άρεσε; Αν σου άρεσε, πες την!» Ετσι είναι παιδιά.
Τα τραγούδια είναι αυτόνομα.
Και είναι όλων.
Ειδικά αυτών που τα αγαπούν.
Ηθελα, λοιπόν, να πω σε εκείνον τον φίλο ότι σαφώς και είχε δικαίωμα να μην του αρέσει η εκτέλεση του Καρρά αλλά δεν είχε δικαίωμα να κρίνει αν ορθώς το είπε το τραγούδι ο Καρράς διότι στο τέλος τέλος αντίρρηση δεν είχε ούτε ο δημιουργός του άρα εμάς τί λόγος μας πέφτει; Και φτάνω στο σήμερα.
Σαφώς και υπάρχουν διαχωρισμοί στο τραγούδι, μην τα ισοπεδώσουμε όλα. Απλώς ΔΕΝ ΕΧΟΥΝ οι διαχωρισμοί την έννοια των στεγανών παρά μόνον… των προσδιορισμών. Ο Δεληβοριάς γράφει για τον Μαργαρίτη και τραγουδά με τον Μαζώ, ο Νταλάρας προωθούσε την Νικόλ Σαραβάκου, ο Μάλαμας είπε με τον Βασίλη Καρρά «όλοι για τα μπετά δουλεύουμε» και το τραγούδι αυτό το έγραψε ο Δημήτρης Καρράς που χάρισε στην Μαριάνα Κατσιμίχα το «Βαλς των χαμένων ονείρων» (έτσι θα το λέω πάντα και θα σας πω κάποτε και την ιστορία) η οποία Κατσιμίχα έχει κάνει βάιραλ το «Μυστικέ μου έρωτα» της Στανίση.
Το φαινόμενο δεν είναι τωρινό. Η Μελίνα Κανά τραγούδησε το «Σώσε με» του Καρβέλα το 2001 και βιολί στην ζωντανή ηχογράφηση παίζουν ο Γιάννης Ζευγώλης και ο Φώτης Σιώτας.
Την ίδια εποχή ο Πανούσης τραγουδούσε «Σ έχω κάνει Θεό» και ο Δεληβοριάς τον «Ερωτιάρη» του Ζαγοραίου ενώ ο Μάριος Τόκας έγραφε για τον Πασχάλη Τερζή και οι Πυξ Λαξ μετά τον Καρρά τραγουδούσαν «Μοναξιά μου όλα» και δεύτερες φωνές έκανε ο Μάκης Χριστοδουλόπουλος.
Δεν είναι ότι «όλα μπερδεύτηκαν γλυκά». Είναι που μια μεγάλη πλειοψηφία ανθρώπων απλώς ακούει κάτι και με αφέλεια λέει «μου αρέσει / δε μου αρέσει» νιώθοντας λιγότερη ανάγκη απ’ ότι παλιά να «συστηθεί», να «αυτοπροσδιοριστεί» και να αποκτήσει ταυτότητα μέσω ενός συγκεκριμένου τραγουδιστή ή ενός ολόκληρου μουσικού ρεύματος.
Θυμάμαι τον μεγάλο μας ποιητή Μάνο Ελευθερίου να σουλατσάρει αγκαζέ με τον Ηλία Ψινάκη και την σπουδαία μας ποιήτρια Κική Δημουλά στους δρόμους της Αθήνας.
Πηγαίναν σε σκυλάδικα και λαϊκά μπαρ, γελούσαν, τραγουδούσαν! Δημόσιες σχέσεις έψαχναν; Οχι! ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ ΕΨΑΧΝΑΝ.
Γιατί οι ποιητές ξέρουν.
Και δεν έχουν τίποτα να αποδείξουν.
Ακόμα και οι πετυχημένοι ραπάδες δείχνουν σεβασμό στους τράπερς.
Δεν είναι «αβάντα», είναι κώδικας συμπεριφοράς και αποδοχή ενός κοινού «σύμπαντος» κι ας μην επέλεγε ποτέ ο ΛΕΞ να βρίσει χυδαία και να μιλήσει για όπλα και ναρκωτικά.
Διαβάζω τις αναρτήσεις κάποιων φίλων που λένε «καλά ρε παιδιά, μην τρελαθούμε κι όλας με τον Μαζωνάκη, χαλαρώστε». Δίκιο έχουν.
Διατηρούν στο ακέραιο το δικαίωμα του «μου αρέσει / δεν μου αρέσει», όπως και θα κριθούν για τον τρόπο που κριτικάρουν και τον Μαζωνάκη και τον Καρρά και την Λιόλιου.
Επειδή, όμως, διατηρώ κι εγώ το δικαίωμα του «μου αρέσει / δε μου αρέσει» και κρίνομαι γι αυτό, θέλω να πω ότι υπάρχουν πολλοί στίχοι, αρκετές μουσικές και αρκετές ενορχηστρώσεις σε τραγούδια «της άλλης πλευράς του ίδιου ποταμού» που τα λατρεύω. «Έχω ανάγκη να βγω / σ’ ένα μπαρ να κλειστώ / και τσιγάρα να πιω στην υγειά σου / στους καπνούς να πνίγει / κι εντελώς να σβηστεί / απ τα ρούχα μου το άρωμα σου…» Αν αυτή η «εικόνα» δεν είναι ποίηση, τότε τί είναι; Και τί διαφορά έχει το «σε θέλω κι έχω κουραστεί /τους ίδιους τοίχους να κοιτάω» που έγραψε ο Τριπολίτης σε μουσική Κραουνάκη για την Μοσχολιού με το « Ώρες μικρές στα σκοτεινά / Του πόνου πιάνω τη συχνότητα / σε θέλω τραγικά» που έγραψε η Ελένη Γιαννατσούλια σε μουσική Σαμπάνη για τον Μαζωνάκη; Λατρεύω την εισαγωγή από το «Μου λείπεις» του Γιώργου Μαζωνάκη.
Έκπληκτος είδα ότι το τραγούδι το έχει γράψει… ο Κώστας Μπίγαλης.
Για να μην πω πόσες απίστευτες ερωτικές μπαλάντες έγραψε ο Αντώνης Βαρδής για τον Ρέμο, τον Βέρτη, την Ασλανίδου.
Ακούστε ηχογραφήσεις από τα πρώτα άλμπουμ του Βασίλη Καρρά και προσέξτε τα παιξίματα του Θεσσαλονικιού Δημήτρη Ρακιντζή στο μπουζούκι.
Ακούστε το «Μην ανησυχείς», το «Μετανιώνω», το «Τι μου συμβαίνει…», το «Οταν τα χρόνια σου περάσουν». Ακούστε τα τραγούδια που έγραψε ο Γιώργος Μουκίδης για τον Δημήτρη Μητροπάνο και αυτά που έγραψε για τον Νότη Σφακιανάκη και πείτε μου αν κάνω λάθος που πιστεύω πως εύκολα ο Σφακιανάκης θα έλεγε όλα του Μητροπάνου και ο Μητροπάνος όλα του Σφακιανάκη που έγραψε Ο ΙΔΙΟΣ δημιουργός.
Προσωπικά θεωρώ πως το «Ένα τσιγγανάκι είπε» του Δήμου Αναστασιάδη σε στίχους Βίκυς Γεροθόδωρου θα μπορούσε κάλλιστα να το έχει πει και ο Θαλασσινός και ο Κότσιρας και οι νεότεροι Δημήτρης Μπάκουλης και Βασίλης Προδρόμου όπως το «Μέχρι το τέλος» της Μποφίλιου που έγραψαν οι αγαπημένοι μου Θέμης Καραμουρατίδης - Γεράσιμος Ευαγγελάτος θα μπορούσε να το πει και η Αννα Βίσση και η Καίτη Γαρμπή και να το κάνουν σουξέ πρώτου μεγέθους.
Επιστρέφω στη βεβαιότητα πως διαχωρισμοί στο τραγούδι υπάρχουν.
Ακόμα και μέσα στο ίδιο είδος υπάρχουν διαβαθμίσεις.
Πίσω από όλα όμως κρύβονται ΑΝΘΡΩΠΟΙ που δημιουργούν και απευθύνονται σε ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ.
Δεν είναι επιστήμη, είναι Τέχνη άρα είναι και υποκειμενική και «σχετική» και έχει «δυναμική», δεν είναι κάτι στατικό και άπαξ.
Άλλο τραγούδι είναι το «Μου λείπεις» τώρα που ο Μαζωνάκης λείπει.
Αλλο «βάρος» έχει πια το «γέννημα θρέμμα δυτικής αττικής / έχουμε περηφάνια εμείς και λόγω τιμής» (μόλις έγινε σύνθημα σε πανό στο γήπεδο του Ατρόμητου) τώρα που όλοι εκθειάζουν τον χαρακτήρα του Μαζώ και τους ανθρώπους που βοήθησε.
Το ίδιο συνέβη με πολλά «τραγουδάκια» ερμηνευτών που «έφυγαν». Πήραν δύναμη, υπεραξία και έγιναν «κλασικά». Σήμερα μετά τις αφιερώσεις που έκαναν στον Γιώργο Μαζωνάκη καλλιτέχνες όπως ο Σωκράτης Μάλαμας, ο Γιάννης Χαρούλης, ο Γιώργος Νταλάρας, η Ιουλία Καραπατάκη, σειρά είχε ο Ορφέας Περίδης: «Μαύρη πέτρα ρίχνω πίσω / στα παλιά δε θα ξαναγυρίσω…». Ο γλυκός μου ο Ορφέας που πρώτος διακωμώδησε τις στημένες κατηγοριοποιήσεις «έντεχνων» και «λαϊκών» μοιράζοντας λουλούδια από την σκηνή κάθε φορά που ερμήνευε το «Κάτι μου κρύβεις», μια εκπληκτική λαϊκή μπαλάντα που θα μπορούσε να ερμηνεύσει και ο Λιδάκης (το ερμήνευσε) και ο Καρράς (το ερμήνευσε) και ο Μητροπάνος και ο Μητσιάς και ο Τερζής και ο Γονίδης και όλοι αυτοί θα μπορούσαν άνετα να κάνουν εκατομμυριούχο τον Δημήτρη Ζερβουδάκη ηχογραφώντας το «Τα ανείπωτα» ή τα «Βαριά ποτά βαριά τσιγάρα». Υ.Γ.: «…Στη ταραγμένη μου ψυχή Θα είσαι πάντα εκκρεμότητα … σαν πόρτα ανοιχτή…» ΤΙ ΣΤΙΧΟΣ…
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους