ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΟΥΝ ΤΟΥΣ ΘΕΟΥΣ Ο ΜΟΝΟΘΕΪΣΜΟΣ ΤΟΥΣ ΑΡΝΕΙΤΑΙ INTERPRETATIO GRAECA: Η ΑΛΗΘΙΝΗ ΕΥΣΕΒΕΙΑ ΔΕΝ ΦΟΒΑΤΑΙ ΤΟ ΘΕΙΟ ΟΤΑΝ ΦΕΡΕΙ ΞΕΝΟ ΟΝΟΜΑ Η αληθινή πίστη δεν χρειάζεται να ανακηρύξει ολόκληρη...
ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΟΥΝ ΤΟΥΣ ΘΕΟΥΣ Ο ΜΟΝΟΘΕΪΣΜΟΣ ΤΟΥΣ ΑΡΝΕΙΤΑΙ INTERPRETATIO GRAECA: Η ΑΛΗΘΙΝΗ ΕΥΣΕΒΕΙΑ ΔΕΝ ΦΟΒΑΤΑΙ ΤΟ ΘΕΙΟ ΟΤΑΝ ΦΕΡΕΙ ΞΕΝΟ ΟΝΟΜΑ Η αληθινή πίστη δεν χρειάζεται να ανακηρύξει ολόκληρη την ανθρωπότητα πλανεμένη για να επιβεβαιώσει τον εαυτό της.
Η πραγματική ευσέβεια δεν αποδεικνύεται με την άρνηση Των Θεών των άλλων λαών, με τη βεβήλωση των Ιερών τους και με την καταδίκη κάθε διαφορετικής παραδόσεως ως ψεύδους.
Η ευσέβεια αναγνωρίζει το Θείον όπου αυτό φανερώνεται· διότι εκείνος που γνωρίζει ότι οι Θεοί πληρούν ολόκληρο τον Κόσμο δεν φοβάται μήπως τους συναντήσει πέρα από τα σύνορα της πατρίδας του.
Αυτό είναι το μεγαλείο της Ελληνικής Θεολογίας. Οι Έλληνες δεν περιόρισαν το Θείον σε έναν λαό, σε μία εποχή, σε ένα όνομα ή σε μία αποκλειστική αποκάλυψη. Αντιλήφθηκαν Τους Θεούς ως αιώνιες και οικουμενικές αιτίες των όντων, των οποίων η πρόνοια εκτείνεται σε ολόκληρη τη δημιουργία.
Κάθε έθνος, σύμφωνα με τον χαρακτήρα, την ιστορία και την πνευματική του ιδιοσυγκρασία, προσλαμβάνει και τιμά διαφορετικές εκφάνσεις Των θεϊκών δυνάμεων.
Γι’ αυτό, όταν οι Έλληνες συναντούσαν μία ξένη θεότητα, δεν ρωτούσαν: «Υπάρχει ή είναι ψεύτικη;» Ρωτούσαν: «Ποια θεία δύναμη φανερώνει; Ποια θέση κατέχει μέσα στην κοσμική τάξη; Με ποια ονόματα και σύμβολα έγινε γνωστή στους άλλους λαούς;» Αυτή είναι η Interpretatio Graeca η Ελληνική ερμηνεία του Θείου.
Δεν είναι επιπόλαιος συγκρητισμός ούτε ισχυρισμός ότι όλοι οι Θεοί είναι ένας και οι διαφορές τους ανύπαρκτες.
Είναι η αναζήτηση πραγματικών θεολογικών αναλογιών πίσω από διαφορετικά ονόματα, εικόνες και λατρευτικές μορφές. Οι Θεοί διατηρούν την ιδιαίτερη υπόσταση, την τάξη και τις δυνάμεις τους· όμως οι ενέργειές τους μπορούν να γίνουν αντιληπτές από διαφορετικούς λαούς με διαφορετικό τρόπο. Ο ΗΡΟΔΟΤΟΣ ΚΑΙ Η ΦΘΗΝΗ ΠΑΡΑΝΑΓΝΩΣΗ ΤΩΝ ΣΥΓΧΡΟΝΩΝ ΑΠΟΛΟΓΗΤΩΝ Πολλοί σύγχρονοι νεοαπολογητές του Ναζωραϊσμού απομονώνουν φράσεις του Ηροδότου και τις παρουσιάζουν σε ανθρώπους άσχετους με την Ελληνική Πολυθεϊστική Θεολογία ως δήθεν απόδειξη ότι οι Θεοί των Ελλήνων δεν είναι πατρώοι και Ελληνικοί, αλλά «αντιγραφές» θεοτήτων της Αιγύπτου.
Διαβάζουν ότι ο Ηρόδοτος αποκαλεί την Ίσιδα Δήμητρα, τον Όσιρι Διόνυσο και την αιγυπτιακή θεότητα που γνωρίζουμε ως Φθα Ήφαιστο και από αυτό "συμπεραίνουν" ότι οι Έλληνες «πήραν» Τους Θεούς μας από την Αίγυπτο.
Πρόκειται για ένα φθηνό απολογητικό τέχνασμα, το οποίο δεν αποκαλύπτει κάτι για την προέλευση Των Θεών.
Αποκαλύπτει μόνο την αδυναμία εκείνων που το χρησιμοποιούν να αντιληφθούν την Ελληνική θεολογική όραση. Ο Ηρόδοτος γράφει ότι η Ίσιδα «κατὰ τὴν Ἑλλήνων γλῶσσαν Δήμητρά ἐστι» και αλλού ότι ο Όσιρις είναι, στην ελληνική γλώσσα, ο Διόνυσος.
Δεν γράφει ότι οι Έλληνες λάτρευαν «ανύπαρκτους» Θεούς και κάποια στιγμή αντέγραψαν αιγυπτιακά πρότυπα.
Αποδίδει τις αιγυπτιακές θεότητες με ελληνικά θεϊκά ονόματα, επειδή αναγνωρίζει αναλογίες στις δυνάμεις, στις λειτουργίες και στα ιερά τους σύμβολα.
Αυτό φαίνεται καθαρά στα χωρία Ηρόδοτος, Ἱστορίαι Β΄ 59 και Β΄ 144.
Ομοίως, χρησιμοποιεί συστηματικά το όνομα του Ηφαίστου για τη μεγάλη δημιουργική θεότητα της Μέμφιδος, την οποία η Αιγυπτιολογία αναγνωρίζει ως τον Φθα. ("Ηρόδοτος, Β΄ 59" , Β΄ βιβλίο" Αυτό είναι ακριβώς η Interpretatio Graeca. Ο Ηρόδοτος δεν συντάσσει ληξιαρχική πράξη γεννήσεως Των Θεών.
Δεν ισχυρίζεται ότι μία θεότητα παύει να είναι Ελληνική επειδή μία ανάλογη λατρεύεται και στην Αίγυπτο.
Μεταφράζει θεολογικά τον αιγυπτιακό κόσμο στην Ελληνική γλώσσα.
Δεν λέγει ότι «η Δήμητρα αντιγράφηκε από την Ίσιδα», αλλά ότι ο Έλληνας μπορεί να αναγνωρίσει στην Ίσιδα δυνάμεις οικείες προς Τη Δήμητρα.
Δεν καταργεί Τον Διόνυσο μέσα στον Όσιρι· αναγνωρίζει τη διονυσιακή δύναμη μέσα στην αιγυπτιακή μορφή Του Οσίριδος.
Δεν μεταβάλλει τον Ήφαιστο σε ξενόφερτο Θεό· αντιλαμβάνεται στον Φθα μία δημιουργική και τεχνουργική ενέργεια ανάλογη προς εκείνη Του Ηφαίστου.
Ούτε η ιστορική μετάδοση ενός ονόματος, ενός συμβόλου ή μιας τελετουργικής μορφής συνεπάγεται μετάδοση του ίδιου Του Θεού.
Οι λατρευτικοί τύποι ταξιδεύουν, τα σύμβολα μεταβάλλονται και τα ονόματα μεταφράζονται. Οι Θεοί, όμως, δεν είναι ανθρώπινες επινοήσεις που μεταφέρονται σαν εμπορεύματα από λιμάνι σε λιμάνι.
Άλλο πράγμα είναι η ιστορία μιας ονομασίας ή μιας τελετής και άλλο η αιώνια πραγματικότητα Της Θείας δυνάμεως προς την οποία αυτή η ονομασία στρέφεται.
Οι σύγχρονοι απολογητές διαπράττουν ένα θεμελιώδες σφάλμα: διαβάζουν έναν Έλληνα Πολυθεϊστή μέσα από τα στενά σχήματα του αποκλειστικού μονοθεϊσμού.
Υποθέτουν ότι, εάν δύο λαοί τιμούν ανάλογες Θεούς με διαφορετικά ονόματα, ο ένας πρέπει οπωσδήποτε να αντέγραψε τον άλλο και επομένως ο ένας από Τους δύο Θεούς πρέπει να είναι «ψεύτικος». Αυτό είναι δικό τους αδιέξοδο - ΟΧΙ του Ηροδότου.
Όχι δικό μας . Ο Ηρόδοτος δεν πάσχει από το άγχος της αποκλειστικότητας.
Δεν φοβάται μήπως η αναγνώριση Της Ίσιδος μειώσει Τη Δήμητρα ή μήπως η τιμή προς Τον Όσιρι αφαιρέσει κάτι από Τον Διόνυσο.
Δεν γράφει για να αποδείξει σε κανέναν σύγχρονο άθεο ή μονοθεϊστή ότι οι Θεοί μας, οι Θεοί των Ελλήνων είναι «αρκετά Ελληνικοί». Δεν έχει ανάγκη να αποδείξει ότι οι Θεοί είναι Ελληνικοί, επειδή γνωρίζει ότι οι Θεοί δεν εξαρτούν την ύπαρξή τους από ανθρώπινες γενεαλογίες. Οι Θεοί δεν αποκτούν υπηκοότητα.
Δεν περιορίζονται από σύνορα.
Δεν φυλακίζονται μέσα σε μία γλώσσα.
Δεν εμφανίστηκαν όταν οι άνθρωποι έμαθαν να προφέρουν τα ονόματά τους. Η Δήμητρα δεν παύει να είναι πατρώα Θεά των Ελλήνων επειδή οι Έλληνες αναγνώρισαν συγγένεια των δυνάμεών Της με Την Ίσιδα. Ο Διόνυσος δεν γίνεται αιγυπτιακό δάνειο επειδή ο Ηρόδοτος αναγνωρίζει Τον Όσιρι ως αιγυπτιακή έκφραση ανάλογης θεϊκής ενέργειας. Ο Ήφαιστος δεν χάνει την Ελληνικότητά Του επειδή ο Έλληνας ιστορικός αποδίδει με το όνομά Του τη δημιουργική θεότητα της Μέμφιδος.
Το αντίθετο μάλιστα συμβαίνει: η δυνατότητα αναγνωρίσεως Του Θείου κάτω από διαφορετικά εθνικά ονόματα αποδεικνύει την οικουμενικότητα Των Θεών μας !. Ο νεοαπολογητής βλέπει διαφορετικά ονόματα και αναζητεί «κλοπή». Ο Ηρόδοτος βλέπει διαφορετικά ονόματα και αναγνωρίζει θεϊκή συγγένεια.
Ο πρώτος σκέπτεται ως εισαγγελέας μιας αποκλειστικής αποκαλύψεως.
Ο δεύτερος βλέπει ως Έλληνας έναν Κόσμο πλήρη Θεών. «ΤΙΣ Ο ΠΑΡ᾽ ΙΟΥΔΑΙΟΙΣ ΘΕΟΣ;» Το ίδιο Ελληνικό πνεύμα συναντούμε στο έκτο ζήτημα του τετάρτου βιβλίου των Συμποσιακών του Πλουτάρχου: «Τίς ὁ παρ᾽ Ἰουδαίοις Θεός;» Ο Πλούταρχος δεν απορρίπτει εκ προοιμίου τον Θεό των Ιουδαίων ως ανύπαρκτο.
Μέσα στον διάλογο, ο Μοιραγένης εξετάζει τη Σκηνοπηγία, τον τρύγο, τον οίνο, τους θύρσους και ορισμένα γνωρίσματα της αρχιερατικής λατρείας.
Έπειτα διατυπώνει την τολμηρή θέση ότι ο Θεός που τιμούν οι Ιουδαίοι «μὴ ἕτερον εἶναι» από τον Διόνυσο ότι, δηλαδή, δεν είναι εντελώς διαφορετικός, αλλά μπορεί να κατανοηθεί ως ιδιαίτερη εθνική πρόσληψη μιας διονυσιακής θεϊκής δυνάμεως.
Η σημασία του χωρίου δεν βρίσκεται μόνο στην προτεινόμενη ταύτιση.
Βρίσκεται κυρίως στον τρόπο της Ελληνικής σκέψεως. Ο Μοιραγένης δεν λέγει: «Ο ξένος Θεός είναι ψεύτικος». Λέγει ουσιαστικά: «Ας αναζητήσουμε ποιος Θεός φανερώνεται πίσω από αυτό το ξένο όνομα». Εδώ φανερώνεται η πνευματική δύναμη της Ελληνικής ευσέβειας: δεν αρχίζει από την καταδίκη, αλλά από τη γνώση· όχι από την άρνηση, αλλά από τη διάκριση· όχι από τον φόβο του διαφορετικού, αλλά από την αναζήτηση της θείας συγγένειας.
Στον πλατωνικό Κρατύλο, ο Διόνυσος ερμηνεύεται ως «Διδοίνυσος», εκείνος που δίδει τον οίνο.
Στην πλατωνική θεολογική παράδοση, όμως, ο οίνος δεν αποτελεί απλώς υλικό ποτό.
Γίνεται σύμβολο του «οἷον νοῦ», του ιδιαίτερου, μεριστού και μεθεκτού Νου, ο οποίος προέρχεται από την καθολική νοητική ενότητα και διανέμεται στις επιμέρους ψυχές και στα εγκόσμια όντα. Ο Ζευς είναι ο πλήρης και καθολικός Νους, ο οποίος περιέχει τα πάντα και ενεργεί καθολικά. Ο Διόνυσος είναι ο μεθεκτός Νους: η θεϊκή μονάδα από την οποία εξαρτάται η μεριστή δημιουργία, η διανομή των νοητικών δυνάμεων, το πλήθος των ψυχών και η πρόοδος των αισθητών ειδών από τις νοητές ολότητές τους. Ο Διόνυσος είναι τα πάντα, αλλά μέσα σε κάθε δημιουργική τάξη ενεργεί σύμφωνα με την ιδιαίτερη μορφή της: την ηλιακή, τη σεληνιακή, την ερμαϊκή ή κάποια άλλη.
Ο οίνος συμβολίζει τη μετάβαση από την αμέριστη ενότητα προς τη μεριστή πολλαπλότητα - από τον καθολικό Νου προς τον «οἷον», τον ιδιαίτερο και μεθεκτό Νου.
Υπό αυτό το πρίσμα, ο Θεός που τιμά ένας λαός δεν χρειάζεται να θεωρηθεί ο μοναδικός και αποκλειστικός δημιουργός ολόκληρης της υπάρξεως.
Μπορεί να αποτελεί μία συγκεκριμένη εθνική πρόσληψη μιας ευρύτερης θεϊκής δυνάμεως, την οποία άλλοι λαοί γνώρισαν με διαφορετικό όνομα και μέσα από διαφορετικά σύμβολα.
Εδώ βρίσκεται το χάσμα μεταξύ της Ελληνικής ευσέβειας και του αποκλειστικού μονοθεϊσμού.
Ο αποκλειστικός μονοθεϊσμός διακηρύσσει: «Μόνον ο δικός μου Θεός είναι αληθινός· οι Θεοί των άλλων λαών είναι είδωλα, πλάνες ή δαιμονικές υπάρξεις». Η Ελληνική Θεολογία απαντά: «Οι Θεοί μας είναι οικουμενικοί και κανένα έθνος δεν στερείται τη θεία πρόνοια». Η πρώτη αντίληψη χρειάζεται να αρνηθεί για να πιστέψει.
Η δεύτερη πιστεύει τόσο βαθιά, ώστε δεν φοβάται να αναγνωρίσει.
Η πρώτη υψώνει τείχη γύρω από το Θείον.
Η δεύτερη γνωρίζει ότι κανένα ανθρώπινο τείχος δεν μπορεί να περιορίσει Τους Θεούς.
Η πρώτη απαιτεί μία μοναδική ονομασία.
Η δεύτερη αναγνωρίζει ότι οι Θεοί είναι πολυώνυμοι, πολυδύναμοι και παρόντες σε ολόκληρο τον Κόσμο.
Η απόρριψη Των Θεών των άλλων εθνών δεν αποτελεί απόδειξη ισχυρότερης πίστεως.
Αποτελεί περιορισμό του Θείου στα μέτρα μιας συγκεκριμένης κοινότητας.
Αντίθετα, η αναγνώριση ότι και οι άλλοι λαοί μπορούν να μετέχουν στη θεία πρόνοια εκφράζει βαθύτερη εμπιστοσύνη στην οικουμενική παρουσία Των Θεών μας . Γι’ αυτό οι Έλληνες μπορούσαν να αναγνωρίσουν τον Άμμωνα ως συγγενή προς Τον Δία, να διακρίνουν αναλογίες ανάμεσα στην Ίσιδα και στη Δήμητρα, να αναγνωρίσουν Τον Όσιρι υπό το φως Του Διονύσου και να εξετάσουν ακόμη και τον Θεό των Ιουδαίων μέσα από τη Διονυσιακή θεολογία.
Η αναγνώριση μιας ξένης θεότητας δεν σήμαινε εγκατάλειψη Των πατρώων Θεών.
Αποτελούσε επιβεβαίωση της απεραντοσύνης, της πολυμορφίας και της ανεξάντλητης γονιμότητας του Θείου.
Αυτή είναι η πραγματική πίστη: Να τιμάς ακλόνητα Τους πατρώους Θεούς, χωρίς να βλασφημείς Τους Θεούς των άλλων εθνών.
Αυτή είναι η πραγματική ευσέβεια: Να παραμένεις πιστός στη δική σου Ιερή Παράδοση, χωρίς να απαιτείς την εξαφάνιση όλων των άλλων.
Αυτή είναι η πραγματική θεογνωσία: Να γνωρίζεις ότι κανένας λαός δεν μπορεί να φυλακίσει το Θείον και καμία αποκλειστική αποκάλυψη δεν μπορεί να εξαντλήσει την απεραντοσύνη του. Οι Έλληνες δεν χρειάζονται την άρνηση για να πιστέψουν.
Δεν χρειάζεται να σβήσουν τα ξένα Ιερά για να λάμψουν τα δικά τους.
Δεν χρειάζεται να ονομάσουν ψεύτικους τους Θεούς των άλλων, για να γνωρίζουν την αλήθεια Του Διός, Του Απόλλωνος, Της Αθηνάς, Της Δήμητρος και Του Διονύσου.
Διότι η παρουσία ενός ακόμη Θεού δεν μειώνει το Θείον.
Το αποκαλύπτει ακόμη περισσότερο ! Η Interpretatio Graeca δεν είναι υποχώρηση της πίστεως.
Είναι η ύψιστη έκφραση θρησκευτικής αυτοπεποιθήσεως, φιλοσοφικής διακρίσεως και οικουμενικής ευσέβειας.
Είναι η βεβαιότητα ότι οι Θεοί δεν ανήκουν αποκλειστικά σε κανέναν λαό, επειδή όλοι οι λαοί ανήκουν στην πρόνοια των Θεών. Ο ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΟΣ ΜΟΝΟΘΕΪΣΜΟΣ ΛΕΓΕΙ: «ΕΞΩ ΑΠΟ ΤΟΝ ΔΙΚΟ ΜΟΥ ΘΕΟ ΥΠΑΡΧΕΙ ΜΟΝΟ ΠΛΑΝΗ». Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ ΣΟΦΙΑ ΑΠΑΝΤΑ: «ΟΠΟΥ ΥΠΑΡΧΕΙ ΚΟΣΜΟΣ, ΖΩΗ, ΝΟΥΣ ΚΑΙ ΤΑΞΗ, ΕΚΕΙ ΕΝΕΡΓΟΥΝ ΟΙ ΘΕΟΙ». Η αληθινή πίστη αναγνωρίζει.
Η αληθινή ευσέβεια σέβεται.
Η σοφία διακρίνει και συνδέει.
Μόνον η ανασφάλεια αρνείται και καταδιώκει. Οι Θεοί είναι πολλοί.
Οι δρόμοι προς Αυτούς είναι πολλοί. Και ο Κόσμος ολόκληρος είναι το αιώνιο Ιερό Τους. Κέων Λοκρός Εσπέριος Ιεροπρακτικός Κύκλος ΟΦΙΩΝ
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους