Της είπα να μην αγγίζει το μαύρο αυτοκίνητο, γιατί ήταν ιδιωτική παραγγελία και, κοιτάζοντας το φθαρμένο μπουφάν και τα παλιά της αθλητικά, είχα ήδη αποφασίσει ότι απλώς είχε μπει για να χαζέψει...
Της είπα να μην αγγίζει το μαύρο αυτοκίνητο, γιατί ήταν ιδιωτική παραγγελία και, κοιτάζοντας το φθαρμένο μπουφάν και τα παλιά της αθλητικά, είχα ήδη αποφασίσει ότι απλώς είχε μπει για να χαζέψει.
Εκείνη δεν μάλωσε μαζί μου.
Έβγαλε μόνο ένα μικρό κλειδί από την τσέπη της και πάτησε το κουμπί.
Τα φώτα του αυτοκινήτου άναψαν μπροστά μου.
Λίγα δευτερόλεπτα αργότερα ο διευθυντής βγήκε από το γραφείο και είπε: «Κυρία Νικολάου, το αυτοκίνητό σας είναι έτοιμο». Νόμιζα πως η ντροπή μου θα τελείωνε εκεί.
Δεν ήξερα ακόμη για ποιον είχε πραγματικά αγοραστεί.
Εκείνο το απόγευμα είχε μόλις σταματήσει η βροχή στην Αθήνα. Στην Κηφισιά, οι δρόμοι γυάλιζαν ακόμη και τα φώτα των αυτοκινήτων καθρεφτίζονταν στην άσφαλτο.
Εγώ είχα περάσει σε ένα μικρό ιδιωτικό showroom μαζί με φίλους μετά από μια εκδήλωση σε ξενοδοχείο στο Κεφαλάρι.
Ήμουν 24 χρονών και, αν θέλω να είμαι δίκαιη με τον εαυτό μου, δεν θεωρούσα ότι ήμουν αγενής άνθρωπος.
Είχα όμως μεγαλώσει σε ένα περιβάλλον όπου όλοι έβγαζαν γρήγορα συμπεράσματα.
Από το ρολόι.
Από τα παπούτσια.
Από τη διεύθυνση κατοικίας.
Από το πώς μπαίνει κάποιος σε έναν χώρο και αν δείχνει ότι ξέρει πού βρίσκεται.
Το είχα συνηθίσει τόσο πολύ, ώστε δεν το έβλεπα καν ως προκατάληψη.
Το θεωρούσα απλώς παρατηρητικότητα.
Το showroom ήταν σχεδόν άδειο.
Στο κέντρο βρισκόταν ένα μαύρο πολυτελές sedan, χαμηλό και κομψό, χωρίς εμφανή σήματα επάνω του.
Ήταν ιδιωτική παραγγελία και το γνωρίζαμε, επειδή ένας από τους φίλους μας είχε ρωτήσει νωρίτερα έναν πωλητή.
Τότε άνοιξε η γυάλινη πόρτα και μπήκε μια κοπέλα.
Αργότερα έμαθα ότι τη λένε Μαρίνα Νικολάου και ότι ήταν 18 χρονών.
Εκείνη τη στιγμή, όμως, το μόνο που είδα ήταν μια πολύ νεαρή κοπέλα με σκούρα μαλλιά δεμένα χαμηλά, ένα παλιό λαδί μπουφάν, απλό μπλουζάκι, τζιν και λευκά αθλητικά που είχαν ξεκάθαρα φορεθεί πολύ.
Έμεινε λίγο κοντά στην είσοδο.
Κανείς δεν πήγε αμέσως προς το μέρος της.
Δεν έδειξε ενοχλημένη.
Κοίταξε γύρω της και μετά τα μάτια της σταμάτησαν στο μαύρο αυτοκίνητο.
Το πρόσωπό της άλλαξε.
Πλησίασε αργά, σχεδόν προσεκτικά.
Στάθηκε μπροστά στο καπό και το κοίταξε για λίγα δευτερόλεπτα σαν να ήξερε ήδη κάθε γραμμή του.
Έπειτα άπλωσε το χέρι της και ακούμπησε ελαφρά το μέταλλο.
Εγώ, που μέχρι τότε μιλούσα με τους φίλους μου, χαμήλωσα το κινητό.
Κοίταξα πρώτα τα παπούτσια της.
Μετά το μπουφάν.
Μετά το αυτοκίνητο.
Και μέσα στο κεφάλι μου έφτιαξα ολόκληρη ιστορία χωρίς να ξέρω ούτε το όνομά της.
Πλησίασα. — Συγγνώμη, πρόσεχε λίγο.
Αυτό το αυτοκίνητο είναι ιδιωτική παραγγελία.
Η κοπέλα τράβηξε αμέσως το χέρι της. — Συγγνώμη. — Δεν είναι αυτοκίνητο επίδειξης, συνέχισα.
Εκείνη έγνεψε. — Το ξέρω.
Η απάντηση με μπέρδεψε. — Το ξέρεις; — Ναι.
Ήθελα απλώς να το δω από κοντά.
Θυμάμαι ακόμη το βλέμμα που της έριξα.
Δεν ήταν ακριβώς περιφρονητικό.
Ήταν χειρότερο με έναν πιο ήσυχο τρόπο.
Ήταν το βλέμμα κάποιου που πιστεύει ότι έχει καταλάβει την κατάσταση και απλώς περιμένει τον άλλον να το παραδεχτεί. — Δεν νομίζω ότι βρίσκεται εδώ για να το κοιτάζει ο κόσμος, της είπα.
Οι φίλοι μου είχαν σταματήσει να μιλούν. Η Μαρίνα κατέβασε τα μάτια για μια στιγμή και έβαλε το χέρι στην τσέπη του μπουφάν.
Πίστεψα ότι θα φύγει.
Αντί γι’ αυτό έβγαλε ένα μικρό μεταλλικό κλειδί χωρίς λογότυπο.
Πάτησε ένα κουμπί.
Τα φώτα του μαύρου αυτοκινήτου αναβόσβησαν μία φορά.
Κανείς δεν μίλησε.
Εγώ κοίταξα πρώτα το αυτοκίνητο, μετά το κλειδί και τέλος εκείνη. — Στην πραγματικότητα, είπε ήρεμα, είναι δικό μου.
Δεν είχα τι να απαντήσω.
Εκείνη τη στιγμή άνοιξε η πόρτα ενός γραφείου στο βάθος και βγήκε ένας άντρας γύρω στα 40, ο διευθυντής του showroom, ο Ανδρέας Λεοντίου.
Μόλις είδε τη Μαρίνα, το πρόσωπό του χαλάρωσε. — Κυρία Νικολάου, καλησπέρα.
Το αυτοκίνητό σας είναι έτοιμο.
Ένιωσα το στομάχι μου να σφίγγεται. Ο Ανδρέας κοίταξε προς την έξοδο. — Αν θέλετε, μπορούμε να το βγάλουμε μπροστά τώρα. Η Μαρίνα κοίταξε τον βρεγμένο δρόμο. — Όχι ακόμη, ευχαριστώ.
Περιμένω κάποιον. — Βεβαίως.
Και τότε κατάλαβα κάτι που με ενόχλησε περισσότερο από την ίδια την αμηχανία. Η Μαρίνα δεν χαμογελούσε ειρωνικά.
Δεν προσπαθούσε να με ταπεινώσει μπροστά στους φίλους μου.
Δεν είπε «σου τα έλεγα» ούτε με κοίταξε σαν να είχε κερδίσει κάτι.
Απλώς γύρισε ξανά προς το αυτοκίνητο.
Και εγώ έμεινα εκεί, αναγκασμένη να κοιτάξω την ιστορία που είχα κατασκευάσει μόνη μου μέσα σε λιγότερο από ένα λεπτό. Η συνέχεια στα σχόλια...
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους