«Δηλαδή τι μου λες τώρα; Ότι δεν έχεις;» φώναξε ο Σταύρος και χτύπησε την παλάμη του στο τραπέζι τόσο δυνατά που πετάχτηκε το ποτήρι με το νερό. «Μάνα, με κυνηγάνε. Το καταλαβαίνεις; Με κυνηγάνε...
«Δηλαδή τι μου λες τώρα; Ότι δεν έχεις;» φώναξε ο Σταύρος και χτύπησε την παλάμη του στο τραπέζι τόσο δυνατά που πετάχτηκε το ποτήρι με το νερό. «Μάνα, με κυνηγάνε.
Το καταλαβαίνεις; Με κυνηγάνε!» Τον κοίταζα και δεν μιλούσα.
Στο πιάτο μου είχα αφήσει μισή φέτα ψωμί από το μεσημέρι για να τη φάω το βράδυ.
Στην τσέπη της ζακέτας μου είχα σαράντα ευρώ μέχρι το τέλος της εβδομάδας.
Και εκείνος, σαράντα ενός χρονών άνθρωπος, στεκόταν απέναντί μου και μου ζητούσε άλλα εξακόσια για κάρτες, δόσεις, βενζίνες, καφέδες, κάτι «υποχρεώσεις» που ποτέ δεν ήταν ξεκάθαρες. «Δεν έχω άλλα, Σταύρο», του είπα ήσυχα.
Τόσο ήσυχα που ούτε εγώ δεν αναγνώρισα τη φωνή μου.
Για χρόνια είχα γίνει το πορτοφόλι του.
Από τότε που έκλεισε η δουλειά του στην αποθήκη, όλο κάτι συνέβαινε. «Μέχρι να σταθώ στα πόδια μου», μου έλεγε.
Στην αρχή το πίστεψα.
Μετά ήρθαν τα μικροδάνεια.
Μετά οι κάρτες.
Μετά το νοίκι που δεν έβγαινε.
Μετά το κινητό που «χρειαζόταν». Μετά το μηχανάκι, γιατί «χωρίς αυτό πώς θα βρω δουλειά;». Κι εγώ; Εγώ έκοβα από παντού.
Από το σούπερ μάρκετ, από το κρέας, από τα φρούτα, από τα δικά μου φάρμακα καμιά φορά.
Ντρέπομαι που το λέω, αλλά έχει τύχει να πω ψέματα στη φαρμακοποιό, «θα περάσω αύριο», γιατί πρώτα έπρεπε να στείλω στον Σταύρο.
Η κόρη μου, η Ελένη, μου το έλεγε χρόνια. «Μαμά, δεν τον βοηθάς.
Τον κρατάς παιδί.» «Είναι αδερφός σου», της απαντούσα. «Και παιδί σου είναι κι εγώ.
Εσένα ποιος σε προσέχει;» Θύμωνε. Έκλαιγε.
Μου έκλεινε το τηλέφωνο.
Μετά ξαναέπαιρνε και μου μιλούσε πιο μαλακά, λες και φοβόταν μην σπάσω. «Όσο ξέρει ότι θα είσαι εκεί να πληρώνεις, δεν θα αλλάξει ποτέ.» Δεν ήθελα να την ακούσω.
Γιατί αν την άκουγα, έπρεπε να παραδεχτώ κάτι πολύ πικρό: ότι ο γιος μου με χρησιμοποιούσε.
Κι αυτό για μάνα είναι μαχαιριά.
Εκείνο το απόγευμα όμως κάτι έσπασε μέσα μου.
Ίσως γιατί το πρωί είχα πάει στο ΑΤΜ και είδα το υπόλοιπο της σύνταξης και μου κόπηκαν τα πόδια.
Ίσως γιατί δύο μέρες πριν είχα δανειστεί από την Ελένη για τον λογαριασμό του ρεύματος και ντράπηκα όσο δεν ντράπηκα ποτέ.
Ίσως γιατί ο Σταύρος δεν μπήκε καν στον κόπο να μου πει «τι κάνεις, μάνα;». Μπήκε κατευθείαν στο θέμα. «Θα μου τα δώσεις ή όχι;» είπε. «Όχι.» Πάγωσε. «Τι σημαίνει όχι;» «Σημαίνει πως δεν έχω να σου δώσω.
Και σημαίνει και πως δεν θα ξαναπάρω από το στόμα μου για να σου ταΐζω μια ζωή τα λάθη σου.» Το πρόσωπό του κοκκίνισε.
Περπάτησε νευρικά στην κουζίνα, πήγε στο παράθυρο, γύρισε πίσω. «Μπράβο.
Σε έβαλε η Ελένη, έτσι; Αυτή πάντα με ήθελε στη γωνία.» «Μη βάζεις την αδερφή σου στη μέση.» «Εσύ με πετάς τώρα που σε χρειάζομαι!» Τότε σηκώθηκα κι εγώ.
Με έτρεμαν τα πόδια, αλλά σηκώθηκα. «Όχι, Σταύρο.
Σε πετάω; Εγώ; Εγώ που πλήρωνα ενοίκια, χρέη, λογαριασμούς, βενζίνες; Εγώ που μετράω τα κέρματα για να πάρω ψωμί; Κοίταξέ με λίγο. Κοίταξέ με στ’ αλήθεια.» 📚 Το τέλος βρίσκεται στο σχόλιο 👇
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους