Από τον Αντώνη Ανδρουλιδάκη Διάβασα αυτές τις μέρες τη δημόσια καταγγελία μιας γυναίκας για επαναλαμβανόμενους βιασμούς και κακοποίηση. Δεν ξέρω τι θα αποδειχθεί θεσμικά και δικαστικά αν και όταν η...
Από τον Αντώνη Ανδρουλιδάκη Διάβασα αυτές τις μέρες τη δημόσια καταγγελία μιας γυναίκας για επαναλαμβανόμενους βιασμούς και κακοποίηση.
Δεν ξέρω τι θα αποδειχθεί θεσμικά και δικαστικά αν και όταν η υπόθεση καταλήξει εκεί.
Ξέρω όμως κάτι άλλο: πίσω από κάθε τέτοια μαρτυρία υπάρχει ένας άνθρωπος που χρειάστηκε κάποια στιγμή να πάρει κάτι που συνέβη στο σώμα του, κάτι που μπορεί να κουβαλούσε για χρόνια μέσα στη ντροπή, στον φόβο και στη σιωπή, και να το μετατρέψει σε λέξεις.
Και πριν κάνουμε οτιδήποτε άλλο με αυτές τις λέξεις -πριν σχολιάσουμε, αναλύσουμε, αμφισβητήσουμε, πάρουμε θέση- ίσως χρειάζεται για λίγο να σταθούμε εκεί.
Στη γυναίκα.
Στο σώμα της.
Στον φόβο της.
Στα βράδια που μπορεί να προσπάθησε να καταλάβει τι ακριβώς της συνέβη.
Στις φορές που ίσως αναρωτήθηκε αν έφταιξε, αν έδωσε λάθος μήνυμα, αν έπρεπε να είχε αντιδράσει διαφορετικά, αν θα την πιστέψει κανείς.
Στην παράξενη και σκληρή δουλειά που χρειάζεται πολλές φορές ένας άνθρωπος για να μπορέσει να πει: «Αυτό που μου συνέβη δεν ήταν δικό μου φταίξιμο». Και θα ήθελα, πριν από όλα τα υπόλοιπα, να μπορεί να ακούσει κάτι πολύ απλό: Δεν χρωστάς σε κανέναν μια τέλεια αφήγηση του τραύματός σου.
Δεν χρωστάς μια ιστορία χωρίς κενά, χωρίς αντιφάσεις, χωρίς επιστροφές.
Δεν χρειάζεται να είχες αντιδράσει όπως φαντάζεται κάποιος ότι θα αντιδρούσε ο ίδιος.
Και δεν χρειάζεται να ξαναμπείς μέσα σε ό,τι έζησες για να ικανοποιήσεις την περιέργειά μας.
Από εκεί θα ήθελα να αρχίσουμε.
Και ύστερα να κάνουμε κάτι που ίσως δεν κάνουμε αρκετά συχνά.
Να μιλήσουμε λίγο διαφορετικά με τις γυναίκες της δικιάς μας ζωής.
Με τις φίλες μας.
Τις συντρόφους μας.
Τις αδελφές μας.
Ίσως κάποτε και με τις μητέρες μας.
Όχι μόνο για τα τρέχοντα.
Όχι μόνο για τις δουλειές, τα παιδιά, τους έρωτες, τις διακοπές και τα καθημερινά.
Κάποτε και για τα βαθύτερα.
Όχι όμως στην ψύχρα.
Δεν πηγαίνεις σε μια γυναίκα και τη ρωτάς ξαφνικά αν έχει κακοποιηθεί ή βιαστεί.
Δεν κάνεις ανασκαφή στο τραύμα της.
Δεν απαιτείς μια εξομολόγηση επειδή εσύ αισθάνεσαι τώρα έτοιμος να την ακούσεις.
Δεν βγαίνουν έτσι αυτά.
Βγαίνουν μέσα στη σχέση.
Μέσα στο νοιάξιμο.
Στην εμπιστοσύνη.
Στην αίσθηση ότι ο άνθρωπος απέναντί σου δεν θα τρομάξει από αυτό που θα ακούσει, δεν θα σε κοιτάξει διαφορετικά μετά, δεν θα ζητήσει λεπτομέρειες, δεν θα αναζητήσει το δικό σου μερίδιο ευθύνης.
Μερικές φορές αρκεί να ξέρει: Αν υπάρχει κάτι που κάποτε θέλεις να μου πεις, είμαι εδώ.
Δεν χρειάζεται να μου πεις τίποτε τώρα.
Και δεν χρειάζεται να μου πεις ποτέ, αν δεν το θέλεις.
Γιατί έχουν να ακούσουν πολλά τα αυτιά μας.
Ίσως πολύ περισσότερα απ’ όσα φανταζόμαστε.
Και όταν μια γυναίκα μάς εμπιστευτεί κάτι τέτοιο, το πρώτο μας καθήκον δεν είναι να καταλάβουμε όλες τις λεπτομέρειες.
Είναι να μην την εγκαταλείψουμε μέσα στην αφήγησή της.
Να μην πούμε «γιατί δεν έφυγες;». «Γιατί ξαναπήγες;» «Γιατί δεν φώναξες;» «Γιατί δεν τον κατήγγειλες τότε;» Γιατί αυτές οι ερωτήσεις, ακόμη κι όταν γεννιούνται από αμηχανία και όχι από κακία, μπορούν να ακουστούν σαν μία ακόμη ερώτηση: «Γιατί δεν προστάτεψες καλύτερα τον εαυτό σου από αυτό που σου έκαναν;» Και τότε το βάρος μετακινείται ξανά από εκείνον που παραβίασε το όριο σ' εκείνη που δεν κατάφερε να το υπερασπιστεί όπως εμείς, από την ασφάλεια του καναπέ μας, φανταζόμαστε ότι θα έπρεπε.
Υπάρχει όμως και μια δυσκολότερη συζήτηση που πρέπει κάποτε να κάνουμε.
Γιατί η σεξουαλική βία δεν γεννιέται μέσα σε πολιτισμικό κενό.
Μεγαλώνουμε και ζούμε όλοι μας μέσα σε μια κουλτούρα που εξακολουθεί να μπερδεύει εύκολα την αρρενωπότητα με την κατάκτηση, την επιμονή με το πάθος, την κτητικότητα με τον έρωτα, τη σεξουαλική επιθετικότητα με την ένταση.
Και τα τελευταία χρόνια ένα τεράστιο μέρος της σεξουαλικής μαθητείας των ανθρώπων (όχι μόνο νέων) συμβαίνει και μέσα από την πορνογραφία.
Δεν είναι όλη η πορνογραφία ίδια και δεν είναι κάθε άνθρωπος που την παρακολουθεί βίαιος.
Αυτές οι απλουστεύσεις δεν βοηθούν.
Υπάρχει όμως ένα κυρίαρχο πορνογραφικό σεξουαλικό σενάριο που αξίζει να μας απασχολήσει πολύ σοβαρά.
Ένα σενάριο στο οποίο η διέγερση συνδέεται συχνά με την κυριαρχία, τη σκληρότητα, την ταπείνωση, την υπέρβαση των ορίων.
Στο οποίο το γυναικείο σώμα παρουσιάζεται περισσότερο ως σώμα πάνω στο οποίο γίνεται κάτι παρά ως σώμα ενός υποκειμένου που επιθυμεί, επιλέγει, αισθάνεται, διστάζει, αλλάζει γνώμη.
Και υπάρχει μια εκπληκτική αντιστροφή: η βία μπορεί να παρουσιάζεται ως σεξουαλικά ενδιαφέρουσα, ενώ η τρυφερότητα σχεδόν ως αμηχανία.
Το χάδι δεν αρκεί.
Το βλέμμα δεν αρκεί.
Η αργή προσέγγιση μοιάζει "ντεκαβλέ". Το «σου αρέσει;» διακόπτει, υποτίθεται, τον αυθορμητισμό.
Η ευαισθησία δεν είναι αρκετά «καυτή». Και κάπως έτσι έχουν μεγαλώσει δυο γενιές που έχουν δει αμέτρητα γυμνά σώματα πριν μάθουν να στέκονται πραγματικά γυμνοί απέναντι σε έναν άλλον άνθρωπο.
Γιατί το πιο δύσκολο γδύσιμο δεν είναι του σώματος.
Είναι να παραμένεις τρυφερός ενώ επιθυμείς.
Να μπορείς να θέλεις πολύ τον άλλον χωρίς να αισθάνεσαι ότι αυτό σου δίνει δικαίωμα πάνω του.
Να αντέχεις το «όχι» του χωρίς να το μετατρέπεις σε προσβολή.
Να ακούς ένα «περίμενε» και να περιμένεις.
Να καταλαβαίνεις τη σιωπή όχι ως συγκατάθεση αλλά ως λόγο να σταματήσεις και να ρωτήσεις.
Να μπορείς, ακόμη και μέσα στην πιο έντονη σεξουαλική επιθυμία, να θυμάσαι ότι το σώμα που έχεις μπροστά σου δεν είναι αντικείμενο της επιθυμίας σου.
Είναι ένας άνθρωπος που επιθυμεί μαζί σου.
Και ίσως εδώ βρίσκεται ένα τεράστιο κομμάτι της δουλειάς που έχουμε μπροστά μας.
Ιδίως όσοι μεγαλώνουμε παιδιά.
Δεν αρκεί να πούμε στις κόρες μας «να προσέχετε». Γιατί για αιώνες το βάρος της πρόληψης έπεφτε πάνω τους: πρόσεχε πού θα πας, τι θα φορέσεις, πόσο θα πιεις, με ποιον θα φύγεις, τι μήνυμα θα δώσεις.
Χρειάζεται να μιλήσουμε και στα αγόρια μας.
Και όχι μόνο για το αυτονόητο «μη βιάσεις». Αυτό είναι το τελευταίο όριο μιας πολύ μεγαλύτερης εκπαίδευσης.
Να τους μάθουμε ότι η επιθυμία δεν δημιουργεί δικαίωμα.
Ότι η στύση δεν είναι επείγον περιστατικό που κάποιος άλλος οφείλει να διευθετήσει.
Ότι η απόρριψη πονάει αλλά αντέχεται.
Ότι το σώμα του άλλου δεν είναι τόπος επιβεβαίωσης της αρρενωπότητάς τους.
Και κυρίως να τους ξαναδώσουμε κάτι που η κουλτούρα της σκληρότητας έχει συχνά εξορίσει από τη σεξουαλικότητα: την τρυφερότητα.
Όχι ως αντίθετο του πάθους, αλλά ως την πιο ανθρώπινη μορφή του.
Γιατί μπορείς να κάνεις έντονο, άγριο, παιχνιδιάρικο, ανορθόδοξο σεξ - όταν υπάρχει ελεύθερη, ενεργή και διαρκής συναίνεση.
Η τρυφερότητα δεν βρίσκεται σε συγκεκριμένες σεξουαλικές πράξεις.
Βρίσκεται σε κάτι βαθύτερο: στο ότι ακόμη και μέσα στην πιο μεγάλη επιθυμία σου δεν χάνεις ποτέ από τα μάτια σου τον άνθρωπο.
Κι αν κάτι μπορεί να μείνει από τη δημόσια μαρτυρία αυτής της γυναίκας, ας μην είναι μόνο ακόμη ένας κύκλος οργής που θα κρατήσει λίγες ημέρες.
Ας γίνει αφορμή να πλησιάσουμε διαφορετικά τις γυναίκες της ζωής μας.
Για να γίνουμε άνθρωποι στους οποίους θα μπορούσαν να μιλήσουν, αν ποτέ το θελήσουν.
Και όταν μιλήσουν, να μην απαιτήσουμε να μας δώσουν το τραύμα τους σε μορφή που να μπορούμε εύκολα να το αντέξουμε.
Να καθίσουμε δίπλα τους.
Να ακούσουμε.
Και ίσως να πούμε μόνο: «Σε ακούω.
Δεν χρειάζεται να μου αποδείξεις τίποτε.
Δεν χρειάζεται να με προστατεύσεις από αυτό που έζησες.
Και δεν χρειάζεται να το κουβαλήσεις μόνη σου όσο είμαι εδώ». Γιατί ίσως η μεγάλη αλλαγή δεν θα έρθει μόνο όταν περισσότερες γυναίκες βρουν τη δύναμη να μιλήσουν.
Θα έρθει όταν εμείς φτιάξουμε έναν κόσμο αρκετά τρυφερό ώστε να μπορούν να μιλήσουν χωρίς να φοβούνται ότι θα πληγωθούν ακόμη μία φορά επειδή μίλησαν. Αντώνης Ανδρουλιδάκης
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους