«Μη διανοηθείς να πεις πάλι τίποτα στον πατέρα μου», του ψιθύρισα μέσα στο αυτοκίνητο, λίγο πριν στρίψουμε στο στενό των γονιών μου. Ο Στέλιος κρατούσε το τιμόνι τόσο σφιχτά που άσπρισαν οι αρθρώσεις...
«Μη διανοηθείς να πεις πάλι τίποτα στον πατέρα μου», του ψιθύρισα μέσα στο αυτοκίνητο, λίγο πριν στρίψουμε στο στενό των γονιών μου. Ο Στέλιος κρατούσε το τιμόνι τόσο σφιχτά που άσπρισαν οι αρθρώσεις του. «Δεν ξεκίνησα εγώ όλο αυτό, Ελένη». Γύρισα και τον κοίταξα. «Πριν επτά χρόνια τον είπες άχρηστο μπροστά μου.
Μπροστά στη μάνα μου.
Μη μου λες πάλι ότι δεν ξεκίνησες εσύ». Δεν απάντησε.
Μόνο ξεφύσησε εκείνο το κοφτό, νευρικό που κάνει όταν βράζει από μέσα του.
Και τότε κατάλαβα πως ο αδελφός μου ο Μανώλης, που είχε τη φαεινή ιδέα να μας καλέσει όλους «να τα βρούμε σαν άνθρωποι», είχε βάλει φωτιά σε σπίτι ξερό.
Το πατρικό μύριζε γεμιστά και τηγανητές πατάτες.
Η μάνα μου, η Καίτη, είχε στρώσει το καλό τραπεζομάντιλο, αυτό με τα κεντητά λουλούδια που βγάζει μόνο στις γιορτές ή όταν θέλει να κάνει πως όλα είναι όμορφα.
Ο πατέρας μου, ο Θανάσης, καθόταν ήδη στην κεφαλή.
Ίσια πλάτη, σφιγμένο στόμα, μάτια καρφωμένα στην τηλεόραση που έπαιζε χωρίς ήχο. «Καλώς τους», είπε ο Μανώλης υπερβολικά χαρούμενος. «Έλα ρε Στέλιο, κάτσε.
Τόσα χρόνια πέρασαν». Τόσα χρόνια πέρασαν.
Λες και ο χρόνος είναι σφουγγάρι.
Η αρχή ήταν σχεδόν γελοία ήρεμη.
Πιάτα που άλλαζαν χέρια. «Πάρε λίγο τυρί». «Ψωμί θες;». Η μάνα μου χαμογελούσε με εκείνο το τεντωμένο χαμόγελο που το ξέρω από παιδί.
Το χαμόγελο που σημαίνει: μη μιλήσει κανείς, θα πεθάνω. Ο Στέλιος είπε δύο κουβέντες για τη δουλειά.
Ο πατέρας μου δεν τον κοίταξε ούτε μία φορά. Ο Μανώλης προσπαθούσε να γεμίσει τα κενά, να λέει για τα παιδιά του, για κάτι λογαριασμούς, για το πετρέλαιο που ανέβηκε.
Όλα αυτά τα καθημερινά που βάζουμε μπροστά σαν κουβέρτα για να μη φαίνονται οι ρωγμές.
Και μετά έγινε το λάθος.
Ο πατέρας μου άφησε το πιρούνι κάτω και είπε, χωρίς να κοιτάξει κανέναν: «Κάποιοι άνθρωποι δεν αλλάζουν.
Μόνο μεγαλώνουν». Ένιωσα το αίμα να ανεβαίνει στο κεφάλι μου. Ο Στέλιος γέλασε ξερά. «Αν το λες για μένα, πες το καθαρά». Η μάνα μου πετάχτηκε. «Σε παρακαλώ, Θανάση, φάτε να περάσει η ώρα όμορφα». Να περάσει η ώρα όμορφα.
Αυτό ήταν πάντα το σχέδιό μας.
Να περάσει η ώρα.
Να περάσουν τα χρόνια.
Να μη μιλήσουμε ποτέ.
Ο πατέρας μου γύρισε αργά και τον κοίταξε πρώτη φορά. «Καθαρά; Καθαρά είναι ότι ένας άντρας που προσβάλλει έναν μεγαλύτερό του μέσα στο σπίτι του, δεν έχει μάθει ούτε σεβασμό ούτε τρόπους». Ο Στέλιος χτύπησε την παλάμη του στο τραπέζι.
Τα ποτήρια κουδούνισαν. «Και καθαρά είναι και κάτι άλλο.
Ότι όταν παντρευόμασταν η κόρη σου, μας έλεγες κάθε μέρα πως δεν θα τα βγάλουμε πέρα, πως είμαι τεμπέλης, πως δεν μπορώ να της προσφέρω τίποτα.
Αυτά τα ξεχάσατε όλοι βολικά». «Στέλιο...» είπα, αλλά ήταν αργά. Ο Μανώλης κούνησε τα χέρια του. «Ρε παιδιά, για ένα τραπέζι μαζευτήκαμε...» «Όχι, Μανώλη», τον έκοψα.
Η φωνή μου έτρεμε. «Δεν μαζευτήκαμε για τραπέζι.
Μας μάζεψες για να κάνουμε θέατρο ότι είμαστε οικογένεια». Σιωπή. Βαριά.
Σαν πέτρα στο στήθος.
Κοίταξα τον πατέρα μου. «Ναι, με είχε πληγώσει αυτό που σου είπε.
Με διέλυσε.
Γιατί ήσουν ο πατέρας μου.
Και περίμενα από τον άντρα μου να σε σεβαστεί, ό,τι κι αν είχε γίνει». Μετά γύρισα στον Στέλιο. «Αλλά εσύ πες τα όλα.
Πες και πώς με έβλεπες να κλαίω κάθε φορά που ο πατέρας μου σε μειώνει και μου έλεγες “άσ' τους, έτσι είναι αυτοί”. Πάντα “έτσι είναι αυτοί”». Η μάνα μου άρχισε να σκουπίζει τα ήδη καθαρά χέρια της με την πετσέτα. Το έκανε όταν πανικοβαλλόταν. 👇 Η συνέχεια της ιστορίας σε περιμένει στα σχόλια 👇
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους