«Πάλι άφησες ανοιχτή την πόρτα της αποθήκης;» φώναξα από την αυλή, κρατώντας στα χέρια μου τη γλάστρα που είχα βρει σπασμένη δίπλα στο λάστιχο. Τα βασιλικά ήταν πατημένα. Το χώμα σκορπισμένο. Και η...
«Πάλι άφησες ανοιχτή την πόρτα της αποθήκης;» φώναξα από την αυλή, κρατώντας στα χέρια μου τη γλάστρα που είχα βρει σπασμένη δίπλα στο λάστιχο.
Τα βασιλικά ήταν πατημένα.
Το χώμα σκορπισμένο.
Και η μικρή σιδερένια πορτούλα στο πλάι, αυτή που πάντα έτριζε, ήταν μισάνοιχτη. Ο Στέλιος ούτε που σήκωσε το κεφάλι από την τηλεόραση. «Αγάπη μου, έχει αέρα από το πρωί.
Όλα τα κάνεις θέμα.» Αυτό το «όλα τα κάνεις θέμα» άρχισε να με τρυπάει πιο πολύ κι από τον φόβο.
Δεν ήταν μόνο η γλάστρα.
Εδώ και εβδομάδες έβρισκα μικρά πράγματα μετακινημένα.
Ένα κατσαβίδι που το είχα στο συρτάρι της αποθήκης και το βρήκα πάνω στο πλυντήριο.
Το παράθυρο της κουζίνας μισό πόντο ανοιχτό ενώ θυμόμουν καθαρά ότι το είχα κλείσει.
Κάτι πατήματα στο χώμα πίσω από τις λεμονιές.
Μικρά πράγματα, ναι.
Αλλά όταν ζεις τριάντα χρόνια στο ίδιο σπίτι, ξέρεις πότε κάτι δεν κολλάει.
Η κόρη μου, η Μαρία, με κοίταξε όπως κοιτάνε οι νέοι τη μάνα τους όταν θεωρούν ότι δραματοποιεί. «Μαμά, είσαι κουρασμένη.
Όλο σπίτι, λογαριασμοί, γιαγιά, δουλειές.
Στρες είναι.» Ο γιος μου, ο Γιάννης, γέλασε κιόλας. «Δηλαδή κάποιος μπαίνει, δεν παίρνει τίποτα, και φεύγει; Γιατί; Για να σου σπάσει τα νεύρα;» Δεν απάντησα.
Αυτό ήταν το χειρότερο.
Δεν με ρώτησαν ούτε μία φορά πώς ένιωθα.
Μόνο έσπευσαν να μου εξηγήσουν γιατί κάνω λάθος.
Την επόμενη εβδομάδα πήγα μόνη μου και αγόρασα μια μικρή κάμερα ασφαλείας από ένα μαγαζί με ηλεκτρονικά στον Πειραιά.
Δεν είπα τίποτα σε κανέναν.
Ντρεπόμουν λίγο, σαν να έκανα κάτι κρυφό μέσα στο ίδιο μου το σπίτι.
Την έβαλα να βλέπει την αυλή και το πλάι της αποθήκης.
Τρεις μέρες μετά, ξημερώματα, άνοιξα το βίντεο με τρεμάμενα χέρια.
Είδα μια σκιά. Άντρας. Κουκούλα.
Πέρασε από την πορτούλα, κοντοστάθηκε, κοίταξε προς το σπίτι και προχώρησε αθόρυβα στην αυλή.
Έσκυψε στην αποθήκη.
Έμεινε εκεί περίπου δύο λεπτά.
Μετά έφυγε.
Μου κόπηκαν τα πόδια.
Το πρωί έβαλα το κινητό μπροστά στον Στέλιο. «Κοίτα.» Το είδε.
Το ξαναείδε.
Περίμενα έστω ένα «συγγνώμη». Ένα «είχες δίκιο». Αντί γι’ αυτό, αναστέναξε. «Μπορεί να είναι κανένα παιδί της γειτονιάς.
Μπορεί να μπήκε κατά λάθος.» «Κατά λάθος; Με κουκούλα; Στις τρεις τα ξημερώματα;» Η Μαρία ήρθε δίπλα μας και πήρε το κινητό από τα χέρια μου. «Δεν φαίνεται καθαρά, μαμά.
Έχεις μπει σε τριπάκι τώρα και το μεγεθύνεις.» Τριπάκι.
Αυτή τη λέξη δεν θα την ξεχάσω ποτέ.
Ένιωσα να με αδειάζουν.
Να σβήνουν μπροστά στα μάτια μου αυτό που έβλεπα καθαρά.
Για μέρες άρχισα να αμφιβάλλω για μένα.
Μήπως όντως το τραβούσα; Μήπως είχα γεμίσει φόβο χωρίς λόγο; Αλλά κάθε βράδυ κλείδωνα και ξανακλείδωνα.
Άκουγα θορύβους και πεταγόμουν. Ο Στέλιος γκρίνιαζε. «Δεν μπορώ άλλο αυτή την ένταση μέσα στο σπίτι.» Λες και την είχα φέρει εγώ.
Τα οικονομικά μας τότε ήταν ήδη χάλια. Ο Στέλιος είχε μειωμένο μισθό. Ο Γιάννης έκανε κάτι μεροκάματα όποτε έβρισκε. Η Μαρία ετοίμαζε χαρτιά για να φύγει σεζόν.
Εγώ έκοβα από παντού.
Από το σούπερ μάρκετ, από το ρεύμα, από μένα.
Και μέσα σε όλα αυτά, έπρεπε να αποδείξω ότι δεν είμαι τρελή. 👇 Η συνέχεια της ιστορίας σε περιμένει στα σχόλια 👇
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους