ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΑΠΟ ΤΙΣ ΒΟΛΤΕΣ 6. "Εκεί που το βουνό δεν συγχωρεί" Ο Νοέμβριος είχε αρχίσει άσχημα. Η Αθήνα ξυπνούσε μέσα σε μια βροχή που έμοιαζε περισσότερο με προειδοποίηση παρά με καιρό. Τα πεζοδρόμια...
ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΑΠΟ ΤΙΣ ΒΟΛΤΕΣ 6. "Εκεί που το βουνό δεν συγχωρεί" Ο Νοέμβριος είχε αρχίσει άσχημα. Η Αθήνα ξυπνούσε μέσα σε μια βροχή που έμοιαζε περισσότερο με προειδοποίηση παρά με καιρό.
Τα πεζοδρόμια γυάλιζαν, τα αυτοκίνητα κινούνταν αργά και οι ουρανοί προς τα βόρεια ήταν σχεδόν μαύροι.
Στις οθόνες των κινητών τους, οι προβλέψεις ήταν ακόμα χειρότερες.
Βροχές, καταιγίδες, ισχυροί άνεμοι, χιονοπτώσεις στα ορεινά και πτώση της θερμοκρασίας. Ο Δημήτρης κοίταξε την πρόγνωση, κλείδωσε το κινητό και φόρεσε το κράνος, ο Χρήστος είχε ήδη ξεκινήσει. Ο Σοφιανός ήταν ο μόνος που, πριν βάλει μπροστά, ξανακοίταξε την πρόγνωση, για τρίτη φορά.
Ήξερε πως δεν είχε νόημα,την κοίταξε όμως, ίσως γιατί ήθελε να βρει κάπου μέσα στους αριθμούς έναν λόγο για να μην πάει.
Δεν βρήκε.
Κανείς τους δεν είπε «πάμε παρά τον καιρό», απλώς ξεκίνησαν.
Συναντήθηκαν στο Γαρδίκι το απόγευμα προς βράδυ.
Όταν είδαν ο ένας τον άλλον, χαμογέλασαν, όχι επειδή ήταν χαρούμενοι.
Επειδή είχαν φτάσει.
Τα μπουφάν έσταζαν, οι μπότες είχαν γεμίσει νερά, τα γάντια ήταν βαριά από την υγρασία.
Ο αέρας κατέβαινε από το βουνό παγωμένος. Ο Χρήστος έβγαλε το κράνος και κοίταξε τριγύρω. «Λοιπόν;» είπε. Ο Σοφιανός τον κοίταξε, «Τι "λοιπόν";». «Πάμε πάνω;» συνέχισε ο Χρήστος «Εσύ είσαι τρελός ρε συ.» «Το ξέρω.
Αλλά δεν απάντησες.» Ο Δημήτρης κοίταξε τη βουνοπλαγιά.
Η ομίχλη είχε αρχίσει να κατεβαίνει. «Όχι σήμερα.» είπε τελικά. Ο Χρήστος συνοφρυώθηκε. «Γιατί;» «Γιατί δεν βλέπουμε ούτε τη μύτη μας.», είπε συνεχίζοντας να κοιτάζει το βουνό, και συνέχισε, «Αύριο θα είναι καλύτερα.» Ο Σοφιανός άνοιξε το κινητό. «Αύριο δίνει χιονόνερο.» είπε τελικά «Ακόμα καλύτερα», είπε ο Χρήστος. Ο Δημήτρης γέλασε.«Εσύ πρέπει να φοβάσαι μόνο όταν ανοίγει ο καιρός.» Μπήκαν στο καφενείο, ταβέρνα, μπακάλικο του χωριού και έκατσαν κοντά στην σόμπα, μιλώντας για οτιδήποτε άλλο.
Είχαν ξεχάσει τον καιρό, και τώρα ήταν πραγματικά σε βόλτα.
Μια βόλτα που είχε ξεκινήσει μερικές ημέρες πριν στις συζητήσεις και από εννιά άτομα που ήταν αρχικά είχαν μείνει οι τρεις τους.
Πως καταφερνούν και συνεννοούνται οι βλαμμένοι μεταξύ τους όπως έλεγε και ο Μπέζος σε εκείνη την τηλεοπτική σειρά.
Εκείνο το βράδυ, η κουβέντα δεν σταμάτησε. Η Νιάλα ήταν συνεχώς πάνω στο τραπέζι.
Στον χάρτη, στο κινητό, στο μυαλό τους. Ο Σοφιανός έδειχνε τη διαδρομή. «Εδώ έχει το πιο δύσκολο κομμάτι.», είπε δείχνοντας με το πηρούνι τον χάρτη. «Πόσο;» ρώτησε ο Χρήστος. «Δεν ξέρω ακριβώς.»«Ωραία.» «Χρήστο, σοβαρά μιλάω.» «Κι εγώ.» Ο Δημήτρης έσκυψε πάνω από τον χάρτη. «Το θέμα δεν είναι αν μπορούμε να περάσουμε.
Το θέμα είναι τι γίνεται αν κάτι στραβώσει εκεί πάνω.» Ο Χρήστος δεν απάντησε, ο Σοφιανός επίσης.
Γιατί αυτή ήταν η πραγματική ερώτηση.
Όχι αν μπορούσαν, αλλά τι θα έκαναν αν δεν μπορούσαν.
Το πρωί, ο καιρός είχε χειροτερέψει.
Χιονόνερο, κρύο, αέρας.
Εκείνο το διαπεραστικό κρύο που δεν μένει στην επιφάνεια του σώματος.
Περνάει μέσα από το μπουφάν, μέσα από τα γάντια, και αρχίζει να σου θυμίζει ότι το σώμα σου έχει όρια. Ο Δημήτρης έβαλε μπροστά. «Πάμε μέχρι εκεί που είναι ασφαλές.» είπε κοιτώντας δίπλα του. Ο Χρήστος χαμογέλασε.«Δηλαδή μέχρι την κορυφή.» Ο Σοφιανός τον κοίταξε. «Όχι.
Μέχρι εκεί που αποφασίζει ο Δημήτρης.» «Αυτό φοβάσαι;» «Όχι.» «Τι φοβάσαι;» Ο Σοφιανός δεν απάντησε.Γιατί ήξερε.
Φοβόταν εκείνη τη στιγμή που ο δρόμος θα τελείωνε και θα έπρεπε να πάρουν μια απόφαση χωρίς να ξέρουν αν ήταν σωστή.
Φοβόταν το λάθος, όχι την πτώση, το λάθος πριν από την πτώση.
Ανέβαιναν, στην αρχή όλα ήταν διαχειρίσιμα.
Ο δρόμος ήταν βρεγμένος, αλλά καθαρός.
Ύστερα άρχισε η ομίχλη.
Τα σύννεφα χαμήλωσαν τόσο, που έμοιαζε σαν να οδηγούσαν μέσα σε γάλα. Ο Χρήστος ήταν μπροστά.
Έκανε νόημα στους άλλους να ακολουθήσουν.
Στο μυαλό του είχε ήδη φτάσει.
Είχε φανταστεί τη φωτογραφία στην κορυφή, τις μηχανές.
Τρία κράνη πάνω στις σέλες, το βουνό από πίσω.
Ήθελε να φτάσει.
Όχι για να αποδείξει κάτι στους άλλους, παρά μόνο στον εαυτό του.
Γιατί βαθιά μέσα του φοβόταν περισσότερο την επιστροφή παρά το βουνό.
Φοβόταν εκείνη τη μικρή φωνή που θα του έλεγε: Δεν τα κατάφερες.Και γι' αυτό συνέχιζε, ακόμη κι όταν άρχισε να μην του αρέσει αυτό που έβλεπε. Ο Δημήτρης ακολουθούσε.
Δεν φοβόταν την κακοκαιρία όσο φοβόταν την ευθύνη.
Ήξερε ότι οι άλλοι δύο τον εμπιστεύονταν και αυτό ήταν το δύσκολο.
Αν ήταν μόνος, θα μπορούσε να πάρει ένα ρίσκο.
Τώρα υπήρχαν τρεις.
Αν έλεγε «πάμε», θα ακολουθούσαν.
Αν έλεγε «γυρίζουμε», θα γύριζαν.
Και αυτή η σκέψη άρχισε να γίνεται βάρος.
Κάθε στροφή ήταν μια απόφαση, κάθε μέτρο ψηλότερα, μια καινούργια αμφιβολία. Ο Σοφιανός ήταν τελευταίος.
Το κοντέρ του έδειχνε ταχύτητα, αλλά εκείνος ένιωθε πως ο χρόνος είχε σταματήσει.
Τα χέρια του είχαν αρχίσει να παγώνουν, η ζελατίνα του κράνους γέμιζε σταγόνες.
Σκούπιζε με το γάντι, ξανά, και ξανά.
Μέσα στην ομίχλη έβλεπε μόνο το κόκκινο φως της μηχανής του Δημήτρη.
Και ξαφνικά αυτό το μικρό κόκκινο φως ήταν το μοναδικό πράγμα που τον συνέδεε με τους άλλους δύο.
Για πρώτη φορά σκέφτηκε: Αν χαθεί αυτό το φως; Η σκέψη ήρθε τόσο καθαρά που τον τρόμαξε.
Όχι το βουνό, όχι το χιόνι, η ιδέα ότι θα μπορούσε, έστω για λίγα δευτερόλεπτα, να μείνει μόνος.
Όχι γιατί δεν άντεχε την μοναχικότητα αλλά από την ευθύνη που ένιωθε για τους άλλους δυο να τους προσέχει.
Άνοιξε το γκάζι ελαφρά, πλησίασε.
Σε ένα σημείο, ο Χρήστος σταμάτησε.
Οι άλλοι δύο έφτασαν δίπλα του. «Τι έγινε;» ρώτησε ο Δημήτρης. Ο Χρήστος έδειξε μπροστά, ο δρόμος είχε σχεδόν χαθεί.
Χιόνι ανακατεμένο με λάσπη, πέτρες, νερό που κατέβαινε από την πλαγιά.
Και η ομίχλη, παντού ομίχλη. «Πάμε;» ρώτησε ο Χρήστος. Ο Δημήτρης δεν απάντησε, κατέβηκε από τη μηχανή, πλησίασε στην άκρη.
Κοίταξε, ένα λάθος, μόνο ένα.
Και δεν υπήρχε τίποτα εκεί πάνω που να τους εγγυάται ότι το λάθος θα συγχωρεθεί. «Δεν βλέπω τη συνέχεια», είπε. Ο Χρήστος σήκωσε το κράνος. «Μπορούμε να το ψάξουμε.» «Και αν χαθούμε;» «Έχουμε GPS.» Ο Σοφιανός μίλησε για πρώτη φορά. «Το GPS δεν ξέρει αν ο δρόμος υπάρχει.» Σιωπή. Ο Χρήστος κοίταξε τον Σοφιανό.
Ύστερα τον Δημήτρη.
Για πρώτη φορά εκείνο το πρωί, κανείς δεν ήθελε να είναι ο γενναίος. Ο Δημήτρης πήρε ανάσα. «Γυρίζουμε.» Ο Χρήστος δεν απάντησε, ένιωσε κάτι μέσα του να πέφτει.
Η απογοήτευση ήταν σχεδόν σωματική.
Είχε φτάσει τόσο κοντά. Ο Σοφιανός ένιωσε ανακούφιση.
Αλλά μαζί με την ανακούφιση ήρθε και κάτι άλλο, ενοχή.
Σαν να είχε φοβηθεί περισσότερο από τους άλλους. Ο Δημήτρης ένιωσε κάτι τρίτο, βάρος.
Δεν ήξερε αν είχε πάρει τη σωστή απόφαση.
Ήξερε όμως ότι μπορούσε να ζήσει με αυτήν.
Κατέβηκαν στα Άγραφα.
Το βράδυ ήταν ήσυχο. Ο Χρήστος ήταν λιγομίλητος, ο Σοφιανός δεν μιλούσε για τη Νιάλα, ο Δημήτρης έπινε αργά την μπύρα του.
Κάποια στιγμή ο Χρήστος είπε «Αύριο θα έχει καλό καιρό.» Ο Σοφιανός σήκωσε τα μάτια. «Πού το ξέρεις;» «Το είδα.» «Στο κινητό;» «Όχι.» «Πού;» Ο Χρήστος χαμογέλασε. «Στο βουνό.» Ο Δημήτρης γέλασε. «Είσαι ανεπανάληπτος.» «Τρίστρατο αύριο.» Ο Δημήτρης έγνεψε. «Τρίστρατο.» Το επόμενο πρωί ήταν σαν ανταμοιβή.
Ο ουρανός είχε ανοίξει, οι κορυφές ήταν καθαρές, ο αέρας κρύος, αλλά ήρεμος.
Ανέβηκαν προς το Τρίστρατο.
Όταν έφτασαν ψηλά, σταμάτησαν.
Κανείς δεν μίλησε.
Μπροστά τους απλώνονταν τα Άγραφα, τεράστια, καθαρά, Αληθινά. Ο Χρήστος κατέβηκε από τη μηχανή. «Τελικά…» Ο Δημήτρης τον κοίταξε. «Τι;» «Χθες έπρεπε να γυρίσουμε.» Ο Σοφιανός χαμογέλασε. «Ναι.» Και ύστερα μπήκαν στο χώμα.
Η διαδρομή μέσα από το Δάσος Αγράφων ήταν ό,τι ακριβώς είχαν έρθει να βρουν.
Χώμα, λάσπη, πέτρες, δάσος.
Φως που περνούσε ανάμεσα από τα κλαδιά.
Και ξαφνικά, μετά από μια στροφή, ένας ολόκληρος ορίζοντας. Ο Χρήστος φώναζε μέσα από το κράνος του. Ο Δημήτρης γελούσε. Ο Σοφιανός είχε σταματήσει να κοιτάζει το GPS.
Είχε αρχίσει να κοιτάζει γύρω του.
Πέρασαν έξω από τη Μαυρομάτα, η διαδρομή άρχισε να κατηφορίζει.
Και κάπου εκεί, χωρίς να το καταλάβουν, είχαν φύγει όλοι οι φόβοι.
Όχι επειδή είχαν εξαφανιστεί, αλλά επειδή είχαν μείνει πίσω. Στη Νιάλα.
Όταν έφτασαν στη Δάφνη, έσβησαν τις μηχανές. Ο Χρήστος έβγαλε το κράνος. «Ξέρεις τι σκέφτομαι;» «Όχι», είπε ο Δημήτρης. «Ότι χθες νόμιζα πως χάσαμε.» Ο Σοφιανός τον κοίταξε. «Κι εγώ.» Ο Δημήτρης ακούμπησε τα χέρια στο τιμόνι. «Δεν χάσαμε.» «Τότε τι κάναμε;» Ο Δημήτρης κοίταξε πίσω, προς το βουνό. «Μάθαμε πότε να γυρίζουμε.» Κανείς δεν απάντησε.
Γιατί και οι τρεις ήξεραν πως αυτό ήταν το πιο δύσκολο μάθημα της διαδρομής.
Όχι η λάσπη, όχι το κρύο, όχι το χιόνι.
Αλλά η στιγμή που πρέπει να παραδεχτείς στον εαυτό σου ότι δεν μπορείς να συνεχίσεις.
Και να μη ντραπείς γι' αυτό. Ο Χρήστος φόρεσε ξανά το κράνος. «Πάμε;» «Πάμε», είπε ο Δημήτρης. Ο Σοφιανός έβαλε μπροστά.
Αυτή τη φορά δεν κοίταξε την πρόγνωση, δεν κοίταξε το GPS.
Κοίταξε μόνο τους δύο φίλους του και χαμογέλασε.
Γιατί τελικά δεν ήταν η κορυφή που τους έκανε να νιώσουν νικητές.
Ήταν ότι έφτασαν μέχρι εκεί μαζί και γύρισαν πίσω μαζί. Και ίσως αυτό να ήταν, τελικά, το πιο δύσκολο κομμάτι της διαδρομής.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους