Η ερωμένη του άντρα μου με πήρε τηλέφωνο για να μου πει ότι τον είχε μόλις διώξει από το σπίτι της. Δεν ήξερα ότι υπήρχε, δεν ήξερα ότι είχε σπίτι στο οποίο μπορούσε να τον διώξει και, μέχρι εκείνο...
Η ερωμένη του άντρα μου με πήρε τηλέφωνο για να μου πει ότι τον είχε μόλις διώξει από το σπίτι της.
Δεν ήξερα ότι υπήρχε, δεν ήξερα ότι είχε σπίτι στο οποίο μπορούσε να τον διώξει και, μέχρι εκείνο το πρωί, πίστευα ότι ο γάμος μου περνούσε απλώς μια κακή περίοδο. Η Δανάη δεν μου ζήτησε συγγνώμη.
Μου είπε μόνο: «Αν γυρίσει σε σένα, μην πιστέψεις ότι γύρισε επειδή σε διάλεξε». Μέχρι τότε νόμιζα πως η κόρη μας απλώς απέφευγε τις εντάσεις ανάμεσά μας.
Και πριν προλάβω να ρωτήσω τι εννοούσε, η Δανάη πρόσθεσε κάτι που με πάγωσε περισσότερο από την απιστία: ο Μανώλης είχε ήδη πει στην κόρη μας ότι εγώ ήμουν αυτή που είχε άλλον.
Δουλεύω εδώ και 18 χρόνια στη γραμματεία ενός μικρού ιδιωτικού φροντιστηρίου στην Καλαμαριά.
Έχω μάθει να ακούω ανθρώπους που ντρέπονται και ανθρώπους που λένε ψέματα.
Μόνο που αυτό δεν με βοήθησε ιδιαίτερα μέσα στο ίδιο μου το σπίτι. Ο Μανώλης κι εγώ ήμασταν παντρεμένοι 24 χρόνια.
Η κόρη μας, η Ιωάννα, σπούδαζε στην Πάτρα και ερχόταν στη Θεσσαλονίκη όποτε μπορούσε.
Τον τελευταίο χρόνο ο Μανώλης είχε γίνει απόμακρος, αλλά όχι θεαματικά.
Δεν εξαφανιζόταν για μέρες, δεν μύριζε ξένα αρώματα, δεν κλείδωνε το κινητό του όταν περνούσα δίπλα.
Απλώς γύριζε κουρασμένος, έτρωγε λίγο, άνοιγε τηλεόραση και έλεγε ότι στη δουλειά είχε γίνει χαμός.
Δούλευε ως υπεύθυνος πωλήσεων σε εταιρεία που προμήθευε ξενοδοχεία και εστιατόρια, οπότε τα αργά βράδια και τα επαγγελματικά ταξίδια δεν μου φαίνονταν παράξενα.
Το παράξενο ήταν ότι εγώ είχα αρχίσει να συνηθίζω να μη ρωτάω. Η Δανάη με πήρε στις 10:40, λίγο αφού είχε φύγει το πρώτο κύμα γονιών από τη γραμματεία.
Ο αριθμός ήταν άγνωστος. — Η κυρία Ελένη Παπαδοπούλου; — Ναι. — Είμαι η Δανάη.
Δεν ξέρω πώς να το πω χωρίς να ακουστεί χειρότερο απ’ όσο είναι.
Θυμάμαι ότι κοίταξα την οθόνη του υπολογιστή και προσπάθησα να συνεχίσω να διαβάζω έναν πίνακα διδάκτρων, σαν να μπορούσε η δουλειά να κρατήσει την κουβέντα σε φυσιολογικό μέγεθος. — Πείτε το όπως είναι, της είπα.
Έκανε μια παύση και μετά μίλησε πολύ γρήγορα. — Είμαι με τον Μανώλη σχεδόν 2 χρόνια. Ήμουν.
Τον έδιωξα χθες βράδυ.
Δεν είπα τίποτα.
Δεν έκλεισα.
Δεν έκλαψα.
Άκουγα από το διπλανό γραφείο τον εκτυπωτή να τραβάει χαρτί. — Ξέρω ότι ακούγεται… — Πώς βρήκατε το τηλέφωνό μου; — Από τον ίδιο. — Γιατί σας το έδωσε; Εκεί μπερδεύτηκε πρώτη φορά. — Δεν μου το έδωσε για να σε πάρω.
Το είχε γράψει σε μια επαφή ως «Ελένη σπίτι». Εγώ… τέλος πάντων.
Δεν έχει σημασία.
Είχε σημασία, αλλά δεν μπορούσα να χωρέσω όλες τις ερωτήσεις μαζί.
Τη ρώτησα αν ήξερε ότι ήταν παντρεμένος. — Ήξερα ότι μένατε στο ίδιο σπίτι.
Μου είχε πει ότι είχατε τελειώσει χρόνια πριν και ότι δεν χωρίζατε επίσημα μέχρι να τελειώσει η σχολή της κόρης σας.
Αυτό ήταν ένα ψέμα που θα μπορούσα σχεδόν να φανταστώ τον Μανώλη να λέει.
Ήταν πρακτικό, καθαρό, χωρίς περιττές λεπτομέρειες.
Έτσι μιλούσε όταν ήθελε να κλείσει μια δύσκολη κουβέντα. — Και γιατί τον διώξατε; Η Δανάη δεν απάντησε αμέσως. — Γιατί χθες κατάλαβα ότι ούτε εγώ ήμουν η ζωή που ετοίμαζε.
Πριν προλάβω να ζητήσω εξήγηση, είπε ότι έπρεπε να κλείσει.
Της ζήτησα μόνο ένα πράγμα: να μην ξαναπάρει στη δουλειά μου.
Μου είπε «εντάξει» και μετά, σαν να θυμήθηκε κάτι την τελευταία στιγμή, πρόσθεσε: — Μίλα με την Ιωάννα πριν μιλήσεις μαζί του. — Γιατί; — Γιατί πριν 3 εβδομάδες, μπροστά μου, της είπε στο τηλέφωνο ότι εσύ έχεις σχέση με άλλον.
Ότι γι’ αυτό είστε έτσι.
Έκλεισα και έμεινα με το ακουστικό στο χέρι.
Πήρα την Ιωάννα.
Δεν το σήκωσε.
Ξαναπήρα μετά από 5 λεπτά.
Πάλι τίποτα.
Της έστειλα: «Όταν μπορέσεις, πάρε με. Είναι σοβαρό, αλλά είμαι καλά.» Δεν ήθελα να γράψω τίποτε άλλο.
Ήξερα πόσο εύκολα ένα μήνυμα διαβάζεται στο λεωφορείο, στη σχολή, δίπλα σε άλλους.
Το μεσημέρι ο Μανώλης μου έστειλε όπως πάντα: «Θα αργήσω, έχουμε πελάτη από Αθήνα». Κοίταξα την οθόνη πολλή ώρα και απάντησα μόνο: «Εντάξει». Δεν ήθελα να του δώσω χρόνο να καταλάβει τι ήξερα.
Αν είχε ήδη πει στην Ιωάννα ότι εγώ είχα σχέση, δεν ήξερα τι άλλο είχε προλάβει να φτιάξει γύρω μου. Η Ιωάννα με πήρε λίγο μετά τις 4. — Μαμά, τι έγινε; — Θέλω να σε ρωτήσω κάτι και θέλω να μου απαντήσεις ακριβώς.
Ο μπαμπάς σου είπε ότι έχω άλλον; Στην άλλη άκρη δεν ακούστηκε τίποτα για μερικά δευτερόλεπτα. — Ποιος σου το είπε; — Άρα το είπε. — Μαμά… — Ιωάννα, σε ρώτησα κάτι απλό. — Ναι.
Το είπε.
Κάθισα στην καρέκλα της κουζίνας του φροντιστηρίου.
Οι καθηγητές είχαν ήδη αρχίσει μαθήματα και στον διάδρομο ακούγονταν μόνο χαμηλές φωνές. — Πότε; — Πριν καμιά 20αριά μέρες.
Μου είπε ότι δεν ήθελε να σε εκθέσει, αλλά ότι είχες μπλέξει με κάποιον από τη δουλειά σου.
Ότι γι’ αυτό κοιμάστε χωριστά κάποιες φορές.
Δεν κοιμόμασταν χωριστά «κάποιες φορές». Ο Μανώλης είχε αρχίσει να κοιμάται στον καναπέ όταν γύριζε αργά, λέγοντας ότι δεν ήθελε να με ξυπνήσει. — Και τον πίστεψες; — Δεν ήξερα τι να πιστέψω.
Μετά μου είπε να μη σε ρωτήσω γιατί θα σε φέρω σε δύσκολη θέση.
Με πόνεσε που είχε χρησιμοποιήσει την Ιωάννα χωρίς εκείνη να το καταλάβει, παριστάνοντας ότι την προστάτευε από μια δυσάρεστη αλήθεια. — Εγώ δεν έχω κανέναν, της είπα.
Ο πατέρας σου έχει σχέση με άλλη γυναίκα σχεδόν 2 χρόνια. Η Ιωάννα έβρισε.
Δεν τη μάλωσα. — Το ξέρεις σίγουρα; — Με πήρε η ίδια. — Γιατί; — Δεν ξέρω ακόμα.
Της ζήτησα να μη μιλήσει στον πατέρα της μέχρι να γυρίσω σπίτι.
Ήθελα μόνο να ακούσω τον Μανώλη πριν μάθει από εκείνη ότι μίλησα με τη Δανάη.
Γύρισα σπίτι λίγο μετά τις 8 και έφτιαξα καφέ παρότι δεν είχα φάει από το πρωί.
Δεν ήμουν ψύχραιμη· απλώς δεν ήξερα τι άλλο να κάνω μέχρι να γυρίσει. Ο Μανώλης μπήκε στις 9:15. Ήταν ξυρισμένος και φορούσε το μπλε πουκάμισο που έβαζε στις συναντήσεις.
Άφησε τα κλειδιά του, με κοίταξε και κατάλαβε αμέσως ότι κάτι είχε αλλάξει. — Τι έγινε; — Με πήρε η Δανάη.
Απλώς κάθισε απέναντί μου. — Τι σου είπε; Δεν ρώτησε «ποια Δανάη». — Ότι είστε μαζί σχεδόν 2 χρόνια. — Ελένη, άκουσέ με. — Όχι ακόμα.
Πρώτα θέλω να μου πεις γιατί είπες στην Ιωάννα ότι έχω άλλον.
Το πρόσωπό του άλλαξε.
Όχι από ενοχή.
Από ενόχληση. — Δεν έπρεπε να μπλέξει το παιδί. — Το έμπλεξες εσύ. — Της είπα κάτι πάνω στην κουβέντα γιατί με ρώτησε γιατί είμαστε απομακρυσμένοι. — Της είπες ότι έχω σχέση. — Δεν το είπα έτσι.
Πήρα την Ιωάννα μπροστά του και έβαλα ανοιχτή ακρόαση. — Μπαμπά, είπε η κόρη μας χωρίς χαιρετισμό.
Μου είπες ότι η μαμά έχει άλλον.
Αυτές ήταν οι λέξεις σου. Ο Μανώλης σηκώθηκε όρθιος. — Ιωάννα, δεν θα κάνουμε οικογενειακό δικαστήριο από το τηλέφωνο. — Δεν είναι δικαστήριο.
Είναι μία ερώτηση. — Θα τα πούμε όταν έρθεις. — Όχι.
Θα μου πεις τώρα γιατί μου είπες ψέματα. Ο Μανώλης έκλεισε την ανοιχτή ακρόαση πατώντας το κινητό μου. — Αυτό ακριβώς φοβόμουν, είπε.
Να γίνει ένα λάθος και να τιναχτούν όλα στον αέρα.
Τον κοίταξα. — Ένα λάθος 2 χρόνων; — Δεν ήταν 2 χρόνια όπως το παρουσιάζει. — Πόσο ήταν; — Δεν έχει σημασία. — Για μένα έχει.
Έτριψε το μέτωπό του. — Ξεκίνησε πριν περίπου 16 μήνες.
Μετά σταματήσαμε.
Μετά ξαναβρεθήκαμε.
Δεν ήταν σχέση όπως νομίζεις. — Πώς νομίζω ότι είναι μια σχέση; — Εσύ τώρα θέλεις να με στριμώξεις σε λέξεις.
Του είπα να πάρει μερικά πράγματα και να κοιμηθεί αλλού.
Μου είπε ότι δεν μπορούσα να τον πετάξω χωρίς να ακούσω «όλη την ιστορία». Του απάντησα ότι θα την άκουγα την επόμενη μέρα.
Τελικά έφυγε με ένα σακίδιο και 2 πουκάμισα.
Στις 11:30 μου ήρθε μήνυμα από τη Δανάη: «Πριν αποφασίσεις τι πιστεύεις, ρώτησέ τον πού θα πήγαινε τον Οκτώβριο». Ο Οκτώβριος ήταν σε 6 εβδομάδες.
Αν βρισκόσασταν στη θέση μου, θα τον πιέζατε εκείνο το βράδυ να πει όλη την αλήθεια ή θα περιμένατε μέχρι να καταλάβετε πρώτα τι είχε ήδη πει στους άλλους για εσάς; Η συνέχεια της ιστορίας βρίσκεται αμέσως παρακάτω
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους