[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

Το Julius redivivus («Ο Ιούλιος ξαναζωντανεύει») στάθηκε η πιο διάσημη και σπαρταριστή κωμωδία του Νικόδημου Φρίσλιν (Nicodemus Frischlin, 1547-1590). Στη γραφίδα της κορυφαίας αυτής μορφής του...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Το Julius redivivus («Ο Ιούλιος ξαναζωντανεύει») στάθηκε η πιο διάσημη και σπαρταριστή κωμωδία του Νικόδημου Φρίσλιν (Nicodemus Frischlin, 1547-1590). Στη γραφίδα της κορυφαίας αυτής μορφής του γερμανικού ανθρωπισμού, οφείλουμε και τις πρώτες αληθινά έντεχνες λατινικές μεταφράσεις του Αριστοφάνη.

Η υπόθεση έχει ως εξής. Ο Ερμής, ο οποίος έχει καταφέρει να φιλιώσει τον Ιούλιο Καίσαρα με τον Κικέρωνα, πείθει τον Πλούτωνα να τους επιτρέψει να ξεφύγουν για λίγο από τον Άδη, προκειμένου να επισκεφθούν τη Γερμανία του 16ου αιώνα.

Το μήνυμα του έργου είναι σαφές: η άλλοτε βάρβαρη Γερμανία, έχει αναδειχθεί σε πρότυπο στρατιωτικής τέχνης και υπεροχής (την οποία μαρτυρεί ο Καίσαρας), όσο και κοιτίδα ακαδημαϊκής αριστείας, τεχνών και γλωσσικής καλαισθησίας (όπως διαπιστώνει ο Κικέρων). Αντίθετα, οι Ιταλοί, οι «Λατίνοι» της σύγχρονης εποχής, είναι σκέτοι αγροίκοι.

Αποδίδω εδώ την πιο κλασική, ίσως, σκηνή του έργου, στην οποία πρωταγωνιστούν ο Ιούλιος Καίσαρας, ο Κικέρων, ένας Λομβαρδός καπνοδοχοκαθαριστής και ο Εοβάνος Έσσος -ο διάσημος Γερμανός ποιητής που τους συνοδεύει και χρησιμεύει ως διερμηνέας.

Στη σκηνή, οι δύο Ρωμαίοι τα βρίσκουν σκούρα μπροστά στον εκπρόσωπο της σύγχρονης Ιταλίας, έναν καπνοδοχοκαθαριστή, ο οποίος, ωσάν να μην έφθανε η αφόρητή του όψη, μιλάει και μια γλώσσα που ηχεί, στα αυτιά τους, ως ο απόλυτος ξεπεσμός των λατινικών! Η παρανόηση ξεκινά από την πρώτη στιγμή, όταν ο καπνοδοχοκαθαριστής -κατάμαυρος από το φούμο- τριγυρνά σε μια γειτονιά φωνάζοντας «O, fega!» (σαν να λέμε «εδώ το καλό καθάρισμα!»), και οι Ρωμαίοι νομίζουν ότι ένας δαίμονας τους απειλεί να «πάρουν δρόμο» (fuge). ΚΑΠΝΟΔΟΧΟΚΑΘΑΡΙΣΤΗΣ. Λουουούστ-ρος! ΚΑΙΣΑΡΑΣ.

Θεοί μου! ΚΙΚΕΡΩΝ.

Τι συμβαίνει; ΚΑΙΣΑΡΑΣ.

Πάμε να φύγουμε, να φύγουμε αμέσως! ΚΑΠΝΟΔΟΧΟΚΑΘΑΡΙΣΤΗΣ. Λουουούστ-ρος! ΚΑΙΣΑΡΑΣ.

Αλίμονό μας, Κικέρων, αλίμονό μας! ΚΑΠΝΟΔΟΧΟΚΑΘΑΡΙΣΤΗΣ. Λουουούστ-ρος! ΚΙΚΕΡΩΝ.

Ωχ, πού να τρέξω; Πού να κρυφτώ; ΕΟΒΑΝΟΣ. Μείνετε! Πού τρέχετε, άρχοντές μου; ΚΑΙΣΑΡΑΣ.

Μα να μείνω εγώ εδώ, τώρα που ο Πλούτωνας με απειλεί μ’ εκείνο το μακρύ κοντάρι; ΕΟΒΑΝΟΣ.

Μείνε, σε παρακαλώ· δεν υπάρχει κανένας κίνδυνος. ΚΑΠΝΟΔΟΧΟΚΑΘΑΡΙΣΤΗΣ. Λουουούστ-ρος! ΚΑΙΣΑΡΑΣ.

Κανένας κίνδυνος, λες; Α, δεν ξέρεις, δεν ξέρεις, Εοβανέ, τι ξύλο τρώω κάθε μέρα, τι βάσανα τραβάω απ’ αυτόν τον κακούργο δαίμονα. ΚΑΠΝΟΔΟΧΟΚΑΘΑΡΙΣΤΗΣ. Λουουούστ-ρος! ΚΑΙΣΑΡΑΣ.

Να, δεν ακούς; Μας λέει «Ουουουστ!». ΕΟΒΑΝΟΣ.

Κικέρωνα, πού πας; Γύρνα πίσω, σε παρακαλώ. ΚΙΚΕΡΩΝ.

Μα και βέβαια! Όρεξη που έχω να μου σπάσει τα πλευρά. ΚΑΠΝΟΔΟΧΟΚΑΘΑΡΙΣΤΗΣ.

Σήμερα καθάρισα δυο καμινάδες, κι όμως δεν πήρα τόση πληρωμή όση πήρα για μία μόνο καμινάδα, που τη σκούπισα χθες βράδυ σ’ αυτό εδώ το σπίτι. ΕΟΒΑΝΟΣ.

Ιταλός είναι. ΚΑΙΣΑΡΑΣ.

Θα ξεπήδησε, φαντάζομαι, από το Αβέρνο της Καμπανίας*. ΕΟΒΑΝΟΣ.

Καθόλου· από τα μέρη της Λομβαρδίας. ΚΙΚΕΡΩΝ.

Τι είπες πως είναι, Εοβανέ; ΕΟΒΑΝΟΣ. Ιταλός. ΚΙΚΕΡΩΝ.

Ασφαλώς· γέννημα του Βεζούβιου, στην Καμπανία. ΕΟΒΑΝΟΣ.

Δεν είναι από την Καμπανία. ΚΙΚΕΡΩΝ.

Τότε θα είναι Σικελός, από τα σπλάχνα της Αίτνας. ΕΟΒΑΝΟΣ.

Δεν είναι Σικελός. ΚΑΠΝΟΔΟΧΟΚΑΘΑΡΙΣΤΗΣ. Λουουούστ-ρος! ΚΑΙΣΑΡΑΣ.

Πάλι μας λέει «ουστ!». ΕΟΒΑΝΟΣ.

Μείνε, σε παρακαλώ. ΚΙΚΕΡΩΝ.

Λες να ’ναι ο Ήφαιστος από τη Λήμνο; ΚΑΙΣΑΡΑΣ. Ίσως. ΕΟΒΑΝΟΣ.

Κάνετε λάθος κι οι δυο· τούτος δω είναι σίγουρα Ιταλός. ΚΑΠΝΟΔΟΧΟΚΑΘΑΡΙΣΤΗΣ.

Μακάρι να ’βρισκα κι απόψε μια τέτοια καμινάδα. ΚΙΚΕΡΩΝ.

Είπε «καμίνι». ΚΑΙΣΑΡΑΣ.

Λες να βγήκε από δαίμονα καμίνι; ΚΙΚΕΡΩΝ. Ίσως. ΕΟΒΑΝΟΣ.

Λάθος κάνετε· αυτός είναι Λομβαρδός. ΚΑΠΝΟΔΟΧΟΚΑΘΑΡΙΣΤΗΣ.

Αλήθεια, καλές κυράδες είναι αυτές εδώ, που έτσι δέχονται κι έτσι περιποιούνται τους ξένους! Γιατί πρώτα-πρώτα η κυρά με έπλυνε με ζεστό νερό, ύστερα με πήγε στο τραπέζι, και μου ’κανε παράπονα πως ο άντρας της έφυγε για τον πόλεμο, και πόσον καιρό έμεινε μόνη· κι ύστερα με πήγε στο κρεβάτι, όπου γλυκοκάθισα όλη τη νύχτα. ΚΙΚΕΡΩΝ.

Τι λέει; ΕΟΒΑΝΟΣ.

Δεν καταλαβαίνεις; ΚΙΚΕΡΩΝ.

Μα τον Ηρακλή, όχι. ΚΑΙΣΑΡΑΣ.

Ούτε εγώ πιάνω λέξη. ΕΟΒΑΝΟΣ.

Κι όμως μιλάει ιταλικά. ΚΑΙΣΑΡΑΣ. Ιταλικά; ΕΟΒΑΝΟΣ.

Ναι, ιταλικά. ΚΑΙΣΑΡΑΣ.

Το πιστεύεις εσύ αυτό, Κικέρωνα; ΚΙΚΕΡΩΝ.

Τι να πιστέψω; ΚΑΙΣΑΡΑΣ.

Πως αυτός μιλάει ιταλικά. ΚΙΚΕΡΩΝ.

Ούτε κατά διάνοια· εκτός αν νομίζεις πως είναι το ίδιο να μιλάς ιταλικά και σαρματικά. ΚΑΙΣΑΡΑΣ.

Έλα, ας κρυφακούσουμε. ΚΑΠΝΟΔΟΧΟΚΑΘΑΡΙΣΤΗΣ.

Δεν υπάρχει λοιπόν αμφιβολία πως, όταν γυρίσει ο άντρας της απ’ τον πόλεμο, θα βρει ένα μωράκι.

Μα τι κάνω τώρα; Γιατί παρατάω τη δουλειά μου; Λουουούστ-ρος! ΚΙΚΕΡΩΝ.

Ανυπομονώ να μάθω τι λογής πλάσμα είναι. ΚΑΙΣΑΡΑΣ.

Φώναξέ τον πίσω, Εοβάνε, πριν φύγει! ΕΟΒΑΝΟΣ.

Άκου λίγο, καπνοδοχοκαθαριστή, θέλω να σε ρωτήσω κάτι. ΚΑΠΝΟΔΟΧΟΚΑΘΑΡΙΣΤΗΣ. Ο Θεός να σε φυλάει, αφέντη μου. ΚΑΙΣΑΡΑΣ.

Τι λέει; ΕΟΒΑΝΟΣ.

Μου εύχεται υγεία. ΚΑΙΣΑΡΑΣ. Υγεία; ΕΟΒΑΝΟΣ. Ναι. ΚΑΙΣΑΡΑΣ.

Ρώτα τον από πού είναι. ΕΟΒΑΝΟΣ.

Από ποιο μέρος είσαι; ΚΑΠΝΟΔΟΧΟΚΑΘΑΡΙΣΤΗΣ.

Είμαι τίμιος άνθρωπος από το Μιλάνο, un buono viro. ΕΟΒΑΝΟΣ. Καταλαβαίνεις, Μάρκο, τι λέει; ΚΙΚΕΡΩΝ.

Κάτι λέει για έναν «καλό άνδρα». ΕΟΒΑΝΟΣ.

Για τον εαυτό του το λέει, και δηλώνει πως κατάγεται από το Μιλάνο. ΚΙΚΕΡΩΝ.

Βρε, βρε! Τι ακούω! Τον αναγνωρίζεις λοιπόν, Καίσαρα, για συμπολίτη σου αυτόν; ΚΑΙΣΑΡΑΣ.

Τι συμπολίτη; ΚΙΚΕΡΩΝ. Μιλανέζο. ΚΑΙΣΑΡΑΣ.

Αν οι πολίτες εκεί έχουν πια για σπίτι τον Βεζούβιο και την Αίτνα, τότε θα πιστέψω πως είναι Μιλανέζος.

Γιατί πες μου, Εοβάνε, από πού του ’ρθε όλη αυτή η καπνιά; ΕΟΒΑΝΟΣ.

Από πού; Από τις καμινάδες των Γερμανών, που τις καθαρίζουν αυτοί οι Ιταλοί. ΚΑΙΣΑΡΑΣ.

Δύσκολα πιστεύω τα λόγια σου. ΕΟΒΑΝΟΣ.

Ιταλός είναι, σίγουρα. ΚΙΚΕΡΩΝ.

Αχ να χαρείς, στ’ αλήθεια δεν μας κοροϊδεύεις; ΕΟΒΑΝΟΣ. Καθόλου. ΚΑΙΣΑΡΑΣ.

Ρώτα τον μήπως τελικά είναι Σικελός. ΕΟΒΑΝΟΣ. Είσαι Σικελός; ΚΑΠΝΟΔΟΧΟΚΑΘΑΡΙΣΤΗΣ.

Όχι, αφέντη. ΚΑΙΣΑΡΑΣ.

Λημνιός τότε; ΕΟΒΑΝΟΣ.

Είσαι από το νησί της Λήμνου; ΚΑΠΝΟΔΟΧΟΚΑΘΑΡΙΣΤΗΣ.

Όχι, αφέντη· είμαι Μιλανέζος, κι ο πατέρας μου κι ο παππούς μου ήταν πολίτες του Μπέργκαμο, κι οι δυο προπαππούδες μου ήταν καπνοδοχοκαθαριστές. ΚΙΚΕΡΩΝ.

Και τώρα τι λέει, να χαρείς; ΕΟΒΑΝΟΣ.

Λέει πως είναι από το Μιλάνο και πως οι πρόγονοί του κατάγονταν από την κοιλάδα Βιτζέτσο. ΚΙΚΕΡΩΝ.

Ωχ, τι κουρέλια είναι αυτά που φοράει! ΕΟΒΑΝΟΣ.

Έτσι κυκλοφορούν όλοι όσοι κατοικούν εκεί. ΚΙΚΕΡΩΝ.

Πες μου, σε παρακαλώ, τι πανοπλία είναι αυτή; Τι το θέλει αυτό το κοντάρι; ΕΟΒΑΝΟΣ.

Μ’ αυτή τη μακριά βέργα πολιορκεί την καπνιά στις καμινάδες· αυτή η ξύστρα είναι το ξίφος του, και μ’ αυτό ξύνει την πισσωμένη βρόμα· κι αυτό το κουρέλι το φοράει για κράνος. ΚΑΙΣΑΡΑΣ.

Θεοί και άνθρωποι! Τι αλλαγή έγινε στον κόσμο από τότε που άφησα την ιταλική γη! ΕΟΒΑΝΟΣ.

Μεγάλη, πράγματι. ΚΙΚΕΡΩΝ.

Πάμε να φύγουμε, Καίσαρα· δεν αντέχω να βλέπω αυτόν τον άνθρωπο.

Εκεί κατάντησε η δόξα της Ιταλίας, εκεί ξέπεσε η ρωμαϊκή πολιτεία, ώστε οι Ιταλοί να καθαρίζουν τις καμινάδες των Γερμανών και να μιλούν τόσο βάρβαρα, που ούτε εσύ, ούτε κι εγώ να μην καταλαβαίνουμε τη γλώσσα τους; ΕΟΒΑΝΟΣ.

Μην ταράζεσαι, Κικέρων.

Δεν είναι έτσι οι άλλοι λαοί της Ιταλίας· αυτοί εδώ είναι η υποστάθμη της Ιταλίας, ο κατιμάς των Ιταλών. ΚΙΚΕΡΩΝ.

Πάλι καλά. ΕΟΒΑΝΟΣ.

Έχουν οι Ιταλοί πόλεις μεγαλόπρεπες, έχουν άνδρες σοφότατους ΚΙΚΕΡΩΝ.

Ανυπομονώ, μα τον Ηρακλή! Αλλά από πού φύτρωσε αυτή η βάρβαρη λαλιά; ΕΟΒΑΝΟΣ.

Από τους Γότθους και τους Λογγοβάρδους, που ερήμωσαν την Ιταλία και την κυβέρνησαν για χρόνια πολλά. ΚΙΚΕΡΩΝ. Κατάλαβα. ΚΑΠΝΟΔΟΧΟΚΑΘΑΡΙΣΤΗΣ.

Αν δεν θέλεις τίποτ’ άλλο, να του δίνω. ΕΟΒΑΝΟΣ.

Βρε άντε κρεμάσου κι εσύ. *Το Αβέρνο είναι ηφαιστειακή λίμνη, την οποία οι αρχαίοι Ρωμαίοι θεωρούσαν είσοδο για τον Άδη. .

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences