[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

«Μαμά, κλείσ’ το! Κάτι μυρίζει—» Δεν πρόλαβα να τελειώσω τη φράση μου. Ένα λευκό φως, ένας θόρυβος που μου έσκισε το κεφάλι στα δύο, και μετά φωτιά. Παντού φωτιά. Θυμάμαι να ουρλιάζω χωρίς να ακούω...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

«Μαμά, κλείσ’ το! Κάτι μυρίζει—» Δεν πρόλαβα να τελειώσω τη φράση μου.

Ένα λευκό φως, ένας θόρυβος που μου έσκισε το κεφάλι στα δύο, και μετά φωτιά.

Παντού φωτιά.

Θυμάμαι να ουρλιάζω χωρίς να ακούω τη φωνή μου.

Θυμάμαι το δέρμα μου να καίει στο πρόσωπο και στον λαιμό, τα χέρια μου να ψάχνουν στα τυφλά το πόμολο, και μετά το πάτωμα της πολυκατοικίας στην Κυψέλη, παγωμένο κάτω από τα γόνατά μου.

Όταν ξύπνησα στο νοσοκομείο, η πρώτη μου κίνηση ήταν να αγγίξω το μάγουλό μου.

Η μητέρα μου, η Μαρία, πετάχτηκε από την καρέκλα. «Μην, αγάπη μου… μην το πειράζεις.» Την κοίταξα και κατάλαβα πριν μου πει λέξη.

Τα μάτια της ήταν κόκκινα, πρησμένα.

Είχαν εκείνο το βλέμμα που έχουν οι άνθρωποι όταν προσπαθούν να σου πουν ψέματα για να σε προστατέψουν, αλλά δεν τους βγαίνει. «Πόσο άσχημα είναι;» ψιθύρισα.

Δεν μου απάντησε αμέσως.

Μόνο μου χάιδεψε το πόδι πάνω από το σεντόνι. «Ζεις.

Αυτό έχει σημασία.» Εγώ όμως δεν ρώτησα αν ζω. Ρώτησα κάτι άλλο.

Και το ήξερε.

Ήμουν 22 χρονών, φοιτήτρια στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, και μέχρι εκείνο το πρωί η μεγαλύτερη αγωνία μου ήταν ένα μάθημα που χρωστούσα και το νοίκι που ανέβαινε κάθε χρόνο.

Ξαφνικά, η ζωή μου χώρισε στα δύο: πριν από την έκρηξη και μετά.

Τις πρώτες εβδομάδες δεν ήθελα να δω κανέναν.

Ούτε φίλες, ούτε συμφοιτητές, ούτε γειτόνισσες που έστελναν τάπερ και «περαστικά». Όταν έφεραν καθρέφτη στο δωμάτιο, έβαλα τις φωνές. «Πάρτε το! Πάρτε το από εδώ!» Η νοσηλεύτρια πάγωσε.

Η μητέρα μου κατέβασε το βλέμμα.

Εγώ έκλαιγα με έναν τρόπο άσχημο, σχεδόν ζωώδη.

Δεν έκλαιγα μόνο από τον πόνο.

Έκλαιγα γιατί ένιωθα ότι κάποια άλλη είχε ξυπνήσει στο κρεβάτι μου.

Όταν γύρισα σπίτι, δεν ήταν σπίτι.

Ήταν ένα μέρος με κλειστά παντζούρια και σιωπή.

Κατέβηκα από το ασανσέρ με καπέλο, μάσκα, φουλάρι Μάιο μήνα.

Άκουσα μια κυρία στον πρώτο να λέει χαμηλόφωνα: «Η κοπέλα από την έκρηξη είναι;» και ήθελα να ανοίξει η γη. Σταμάτησα να απαντώ στα μηνύματα.

Η σχολή έμεινε κάπου μακριά, σαν να ανήκε σε άλλη ζωή.

Οι φίλες μου έστελναν «όποτε είσαι έτοιμη», αλλά εγώ δεν ήμουν.

Ούτε για καφέ, ούτε για βόλτα, ούτε για τίποτα.

Πέρασαν μέρες που δεν άνοιγα καν το παράθυρο.

Καθόμουν στον καναπέ και κοιτούσα το κενό, ενώ η μητέρα μου έφτιαχνε φακές, άλλαζε γάζες και έκανε πως δεν βλέπει ότι δεν είχα κουράγιο ούτε να σηκωθώ να πλυθώ.

Μια μέρα χτύπησε το κουδούνι και νευρίασα. «Μην ανοίξεις,» της είπα. «Δεν θέλω κόσμο.» Αλλά εκείνη άνοιξε.

Ήταν ο Στέλιος, από το τμήμα μου.

Δεν ήμασταν κολλητοί.

Είχαμε κάνει μόνο δυο εργασίες μαζί και πίναμε καμιά φορά καφέ μετά το μάθημα.

Στεκόταν αμήχανος με μια σακούλα από φούρνο. «Έφερα κουλούρια… βασικά δεν ήξερα τι να φέρω.

Αν είναι κακή στιγμή, να φύγω.» «Είναι κακή στιγμή,» είπα ξερά.

Η μητέρα μου τον κοίταξε σαν να ήθελε να του πει μείνε.

Κι εκείνος, αντί να προσβληθεί, κούνησε απλώς το κεφάλι. «Εντάξει.

Θα ξανάρθω.» Και ξανάρθε.

Δύο μέρες μετά.

Και μετά πάλι.

Χωρίς πίεση, χωρίς μεγάλα λόγια.

Μου έφερνε σημειώσεις, μου έλεγε τι έγινε στη σχολή, ποιος καθηγητής έβαλε πάλι παράλογη εργασία, ποιος τσακώθηκε στο αμφιθέατρο.

Μιλούσε σαν να ήμουν ακόμα μέρος του κόσμου. Αυτό, δεν ξέρω… με τάραζε. 🔗 Συνέχεια στα πρώτα σχόλια 👇👇

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences