[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

Μια πρόσφατη απόφαση από την Αγγλία παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για όσους ασχολούνται με την προστασία και επιβολή δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας. Στην Fendi Italia SRL & Ors v Rolo...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Μια πρόσφατη απόφαση από την Αγγλία παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για όσους ασχολούνται με την προστασία και επιβολή δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας. Στην Fendi Italia SRL & Ors v Rolo Fashion Limited & Anor EWHC 1703 (IPEC), το Intellectual Property Enterprise Court του High Court of Justice εξέτασε την αποζημίωση που έπρεπε να καταβληθεί για παραβίαση εμπορικών σημάτων των Fendi, Loewe, Christian Dior και Celine, εταιρειών του ομίλου LVMH.

Η απόφαση εκδόθηκε στις 9 Ιουλίου 2026 από τον HH Judge Hacon. (BAILII) Οι εναγόμενοι είχαν πωλήσει απομιμητικά προϊόντα πολυτελείας που έφεραν τα σχετικά εμπορικά σήματα.

Η ευθύνη για την παραβίαση είχε ήδη κριθεί με default judgment τον Ιανουάριο του 2025.

Επομένως, το ζήτημα ενώπιον του Δικαστηρίου δεν ήταν πλέον εάν υπήρχε παραβίαση, αλλά ποια ζημία προκάλεσε η παραβίαση και πώς αυτή έπρεπε να αποτιμηθεί.

Οι δικαιούχοι προέβαλαν τρεις βασικές κατηγορίες ζημίας: βλάβη στη φήμη των brands, διαφυγόντα κέρδη από χαμένες πωλήσεις και απώλεια εισοδήματος από άδεια χρήσης. Το Δικαστήριο, όμως, δεν δέχθηκε ότι κάθε πώληση ενός προϊόντος απομίμησης ισοδυναμούσε αυτομάτως με μία χαμένη πώληση αυθεντικού προϊόντος.

Μάλιστα, τα παραποιημένα/ μη αυθεντικά προϊόντα πωλούνταν κατά μέσο όρο σε τιμή λίγο κάτω από το 15% της τιμής των αυθεντικών προϊόντων. Ο Judge Hacon θεώρησε μη πειστική την άποψη ότι οι καταναλωτές που τα αγόραζαν πίστευαν κατ’ ανάγκη ότι αγόραζαν γνήσια προϊόντα.

Το γεγονός ότι κάποιος αγοράζει ένα μη αυθεντικό προϊόν σε ένα κλάσμα της τιμής του αυθεντικού δεν σημαίνει ότι, εάν δεν υπήρχε το counterfeit, θα αγόραζε το αυθεντικό. Το Δικαστήριο τελικά επιδίκασε συνολικά £213,000: περίπου £200,000 για διαφυγόντα κέρδη και επιπλέον £13,000 στη βάση του “user principle”, δηλαδή μιας εύλογης αμοιβής/royalty για τις παραβάσεις που δεν μπορούσαν να συνδεθούν με αντίστοιχη χαμένη πώληση.

Έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον ότι το Δικαστήριο δέχθηκε πως η συγκεκριμένη βάση αποζημίωσης μπορεί να είναι διαθέσιμη σε υπόθεση εμπορικών σημάτων ακόμη και όταν, στην πραγματικότητα, ο δικαιούχος δεν θα είχε παραχωρήσει άδεια στον παραβάτη.

Αντίθετα, δεν επιδικάστηκε αποζημίωση για βλάβη στη φήμη των σημάτων, καθώς το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν υπήρχε επαρκής αποδεικτική βάση για να διαπιστωθεί τέτοια ζημία.

Η απόφαση αναδεικνύει έτσι μια διάκριση που στην πράξη είναι εξαιρετικά σημαντική: Άλλο η ιδιοκτησία και η ύπαρξη του δικαιώματος.

Άλλο η στοιχειοθέτηση της παραβίασής του.

Και άλλο η απόδειξη της ζημίας που προκλήθηκε και η ποσοτικοποίησή της.

Ένα ισχυρό και καταχωρισμένο IP right αποτελεί την αφετηρία όμως δεν απαλλάσσει τον δικαιούχο από την ανάγκη να αποδείξει, ανάλογα με τη θεραπεία που διεκδικεί, τη σύνδεση μεταξύ της παραβίασης και της συγκεκριμένης οικονομικής ή άλλης ζημίας.

Για την Κύπρο, η εξέλιξη αυτής της νομολογίας έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον . Ως δικαιοδοσία με κοινοδικαιική παράδοση, η προσέγγιση των αγγλικών δικαστηρίων σε αυτά τα ζητήματα μπορεί να προσφέρει χρήσιμη συγκριτική καθοδήγηση.

Φυσικά, η εφαρμογή στην Κύπρο πρέπει να εξετάζεται πάντοτε υπό το κυπριακό και ενωσιακό δίκαιο — ιδίως αφού το ίδιο το αγγλικό Δικαστήριο στην Fendi αναφέρθηκε στο άρθρο 13(1) της Οδηγίας 2004/48/ΕΚ για την επιβολή των δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας, από το οποίο προέρχεται το σχετικό αγγλικό κανονιστικό πλαίσιο.

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences