Γιωργος ακίνδυνος σήμερα το πρωί η μαμά μου άρχισε το ταξίδι της προς το φως θα την αποχαιρετήσουμε με πολλή αγάπη Την Δευτέρα 14 Σεπτεμβρίου στην Επανομή. Στις 16:00 θα συναντηθούμε στην εκκλησία...
Γιωργος ακίνδυνος σήμερα το πρωί η μαμά μου άρχισε το ταξίδι της προς το φως θα την αποχαιρετήσουμε με πολλή αγάπη Την Δευτέρα 14 Σεπτεμβρίου στην Επανομή.
Στις 16:00 θα συναντηθούμε στην εκκλησία του Αγίου Αργυρού έπιτα θα ακολουθήσει ένα μικρό κέρασμα στη μνήμη της στο πνευματικό του ναού Πριν γράψω οτιδήποτε άλλο, θέλω να πω ένα τεράστιο ευχαριστώ σε όλους εσάς που σταθήκατε δίπλα μας αυτές τις τελευταίες εβδομάδες της . Σε όσους βοηθήσατε οικονομικά για τη νοσηλεία της, σε όσους βοηθήσατε πρακτικά, σε όσους μου τηλεφωνήσατε, μου γράψατε, μου δώσατε κουράγιο ή απλώς μου είπατε μια καλή κουβέντα όταν τη χρειαζόμουν.
Κάθε βοήθεια, μικρή ή μεγάλη, ήταν ένα λιθαράκι που μας επέτρεψε να πραγματοποιήσουμε μία από τις τελευταίες επιθυμίες της: να φύγει αξιοπρεπώς;, με φροντίδα, χωρίς να είναι μόνη και με το κεφάλι ψηλά.
Πολλούς από εσάς σας ήξερα από τηλεφωνικές συζητήσεις της μαμάς πριν ακόμη σας γνωρίσω.
Σας είχα ακούσει μέσα στο σπίτι μας, στις ατελείωτες τηλεφωνικές της συζητήσεις.
Μου μιλούσε για εσάς έναν έναν, με διαφορετικό τρόπο και πάντα με ενδιαφέρον.
Για εκείνη δεν ήσασταν απλώς «ασθενείς» ή άνθρωποι που την επισκέπτονταν ως γιατρό.
Πολλοί γίνατε φίλοι της, άνθρωποι για τους οποίους νοιαζόταν πραγματικά.
Έπαιρνε μαζί της το πρόβλημά σας ακόμη κι όταν έκλεινε το τηλέφωνο.
Σήμερα, λίγο πριν τις 10 το πρωί, η μητέρα μου έφυγε από τη ζωή.
Και όσο αβάσταχτο κι αν είναι για μένα να γράφω αυτές τις λέξεις, υπάρχει ένα πράγμα που μου δίνει λίγη γαλήνη: σταμάτησε επιτέλους να πονάει.
Οι τελευταίες εβδομάδες ήταν πολύ δύσκολες.
Ο καρκίνος ήταν σπάνιος, εξαιρετικά επιθετικός και εξελίχθηκε με τρομακτική ταχύτητα.
Από τον Ιούλιο είχε αρχίσει να καταλαβαίνει ότι κάτι δεν πήγαινε καλά.
Για ένα διάστημα το κράτησε για τον εαυτό της, όπως έκανε συχνά όταν ήθελε να προστατεύσει εμένα, τον μοναχογιό της, από κάτι που θα με πλήγωνε.
Θυμάμαι να την ακούω στο τηλέφωνο να βήχει.
Μου έλεγε: «Είμαι λίγο άρρωστη, θα μου περάσει.
Θα γίνω καλά όπως πάντα». Όμως δεν της περνούσε.
Όταν κατάλαβα ότι χρειαζόταν πλέον οξυγόνο για να αναπνεύσει, πήρα άδεια από τη δουλειά μου και πήγα αμέσως κοντά της.
Από εκείνη τη στιγμή ξεκίνησε ο τελευταίος μας μεγάλος αγώνας μαζί.
Νοσοκομεία, εξετάσεις, χημειοθεραπείες, οξυγόνο, πόνος, μορφίνη.
Ένας άνθρωπος που είχε περάσει ολόκληρη τη ζωή του ψάχνοντας λύσεις για τους άλλους, βρέθηκε για πρώτη φορά απέναντι σε κάτι για το οποίο δεν μπορούσε να βρει τη λύση που τόσο ήθελε.
Και αυτό για τη μητέρα μου ήταν ίσως το πιο δύσκολο από όλα.
Γιατί η μαμά μου ήταν μαχήτρια σε ολόκληρη τη ζωή της.
Πέρασε καταστάσεις που θα είχαν γονατίσει πολλούς ανθρώπους.
Ατυχήματα, οικογενειακές δυσκολίες, οικονομικές δυσκολίες, ευθύνες, ένα παιδί που έπρεπε να μεγαλώσει ουσιαστικά μόνη της.
Κι όμως δεν θυμάμαι να κατεβάζει ποτέ τα όπλα.
Ήταν γιατρός, αλλά όχι με τον συνηθισμένο τρόπο.
Δεν είχε ανάγκη έναν τίτλο σε μια πόρτα για να αισθανθεί γιατρός.
Δεν είχε πίσω της ένα μεγάλο νοσοκομείο ή ένα σύστημα που θα της έλεγε τι πρέπει να πιστεύει.
Ξεκίνησε από την τοξικολογία, γνώρισε το σύστημα από μέσα και πολύ γρήγορα κατάλαβε ότι δεν ήταν άνθρωπος που μπορούσε απλώς να ακολουθεί δρόμους που είχαν χαράξει άλλοι. Διάβαζε. Μελετούσε. Αμφισβητούσε. Έψαχνε.
Η γνώση για εκείνη ήταν δύναμη.
Ήθελε να γνωρίζει μέχρι και την τελευταία λεπτομέρεια, γιατί θεωρούσε ότι όταν έχεις έναν άνθρωπο απέναντί σου δεν έχεις το δικαίωμα να είσαι πρόχειρος.
Παρακολουθούσε έρευνες από το εξωτερικό, νέες προσεγγίσεις, πράγματα που βρίσκονταν ακόμη σε επίπεδο μελέτης.
Εκεί που κάποιος έλεγε «δεν υπάρχει άλλος δρόμος», εκείνη πολλές φορές καθόταν και αναρωτιόταν αν μπορεί να χτιστεί μια γέφυρα.
Και δεν πετύχαινε πάντα.
Το ήξερε καλύτερα από όλους.
Όταν όμως αποτύγχανε, δεν έκρυβε το λάθος της ούτε το ξεχνούσε.
Θύμωνε με τον εαυτό της, καθόταν ξανά στα βιβλία και έψαχνε να καταλάβει τι θα μπορούσε να είχε γίνει διαφορετικά, ώστε στον επόμενο άνθρωπο να ξέρει περισσότερα.
Αυτό ήταν ίσως ένα από τα μεγαλύτερα χαρακτηριστικά της: ακόμη κι όταν για κάποιον η μάχη είχε τελειώσει, εκείνη συνέχιζε να ψάχνει την απάντηση.
Για τον επόμενο άνθρωπο.
Και βοηθούσε ανθρώπους ακόμη κι όταν δεν μπορούσαν να την πληρώσουν. «Δεν έχεις; Μη μου δώσεις», έλεγε. «Έχεις λάδι; Φέρε μου λίγο λάδι.
Δεν έχεις τίποτα; Δεν πειράζει». Γιατί για εκείνη ο άνθρωπος ερχόταν πριν από τον λογαριασμό.
Η ιατρική της, κατά βάθος, είχε ξεκινήσει από έναν πολύ προσωπικό πόνο.
Είχε χάσει τον πατέρα της και άλλους δικούς της ανθρώπους από καρκίνο.
Ήθελε να καταλάβει αυτή την ασθένεια.
Ήθελε να μπορεί να κάνει κάτι εκεί όπου κάποτε δεν μπόρεσε να κάνει τίποτα.
Και τελικά, πολλά χρόνια αργότερα, βρέθηκα εγώ στην ίδια θέση: να βλέπω τη μητέρα μου να φεύγει από καρκίνο και να εύχομαι να μπορούσα να κάνω κάτι που θα την κρατούσε εδώ.
Τους τελευταίους μήνες εκείνη ήξερε πολύ καλά τι της συνέβαινε.
Ήταν γιατρός μέχρι το τέλος.
Ήξερε τι έδειχναν οι εξετάσεις, ήξερε τι μπορούσε να κάνει η θεραπεία και τι δεν μπορούσε πια να κάνει.
Πόνεσε, θύμωσε και πολλές φορές είπε ότι ήταν άδικο.
Και πράγματι ήταν.
Κάποια στιγμή όμως άρχισε να μου λέει κάτι διαφορετικό.
Ότι ίσως ο σκοπός της εδώ είχε εκπληρωθεί.
Ότι είχε κάνει αυτά που έπρεπε να κάνει και ίσως είχε έρθει η ώρα για το ταξίδι της επιστροφής.
Η μαμά αγαπούσε πολύ την Οδύσσεια.
Και σήμερα δεν μπορώ να δω διαφορετικά τη ζωή της.
Ήταν μια μεγάλη Οδύσσεια.
Με καταιγίδες, ναυάγια, μάχες, λάθη, ανθρώπους, αγάπη, γνώση και έναν συνεχή αγώνα να φτάσει λίγο πιο κοντά εκεί που πίστευε ότι πρέπει να βρίσκεται.
Για μένα όμως, πάνω από όλα αυτά, ήταν η μαμά μου.
Ήταν η γυναίκα που όταν έσπαγα κάτι στο σπίτι μου έλεγε «δεν πειράζει». Όταν έκανα λάθος επιλογή μου έλεγε «θα μάθεις». Όταν έκανα δεύτερη φορά το ίδιο λάθος, μου σήκωνε το δάχτυλο — αλλά πάλι με άφηνε να ζήσω τη ζωή μου και να μάθω μόνος μου.
Δεν προσπάθησε να φτιάξει έναν γιο που θα υπακούει.
Προσπάθησε να μεγαλώσει έναν άνθρωπο που θα σκέφτεται, θα επιλέγει, θα σέβεται τον εαυτό του και τον συνάνθρωπό του και θα αναλαμβάνει την ευθύνη των επιλογών του.
Έκανε ό,τι μπορούσε για να έχω σχολείο, σπουδές, φαγητό, ρούχα, παπούτσια, ένα σπίτι στο οποίο θα μπορώ πάντα να επιστρέφω.
Πολλές φορές, τώρα το καταλαβαίνω, έβαζε εμένα τόσο πολύ μπροστά που άφηνε τον ίδιο της τον εαυτό πίσω.
Και αν έγινα ναυαγοσώστης, αν ένιωθα πάντοτε γεμάτος όταν μπορούσα να βοηθήσω κάποιον άνθρωπο, τώρα καταλαβαίνω από πού ερχόταν αυτό.
Ήταν ήδη μέσα στο σπίτι μου.
Ήταν μέσα στο DNA μου.
Μαμά, ήσουν η πιο ξεχωριστή μητέρα που θα μπορούσα να έχω.
Με την τρέλα σου.
Με το πείσμα σου.
Με την τεράστια περιέργειά σου.
Με τις ιδέες σου.
Με τις μάχες σου.
Με τα βιβλία σου.
Με τα τηλέφωνα που δεν σταματούσαν ποτέ.
Με την ανάγκη σου να βοηθήσεις ακόμη έναν άνθρωπο.
Ήσουν ένας άνθρωπος που δεν συμβιβαζόταν εύκολα με τα όρια του «συστήματος». Έλεγες συχνά ότι ζούμε μέσα σε ένα Matrix και ότι πρέπει να έχουμε αρκετή γνώση ώστε να μπορούμε να βλέπουμε πέρα από αυτό που μας δίνεται έτοιμο.
Πήρες τους δικούς σου δρόμους.
Μερικές φορές πλήρωσες το τίμημά τους.
Αλλά ήταν δικοί σου δρόμοι.
Και σήμερα, για πρώτη φορά μετά από τόσο καιρό, δεν χρειάζεται να πολεμήσεις τίποτα.
Δεν υπάρχει άλλη χημειοθεραπεία.
Δεν υπάρχει άλλη βελόνα.
Δεν υπάρχει άλλο οξυγόνο.
Δεν υπάρχει άλλη νύχτα πόνου.
Σήμερα, λίγο πριν τις 10 το πρωί, η μητέρα μου σταμάτησε να ταλαιπωρείται.
Και θέλω να πιστεύω ότι πήγε κάπου γαλήνια και όμορφα, κάπου όπου μπορεί επιτέλους να πάρει εκείνη την ανάσα που τόσα χρόνια δεν επέτρεπε το σύστημα να παρεις και να καταφερει να βγεις από αυτό το matrix όπως έλεγες και ίδια να φτάσεις στον προορισμό σου μετά από το μεγάλο ταξίδι σου στην Οδύσσεια . Εγώ όμως σου υπόσχομαι κάτι, μαμά.
Ο αγώνας σου δεν πήγε χαμένος.
Η γνώση σου δεν πήγε χαμένη.
Ό,τι κατάφερα να μάθω από εσένα θα το κρατήσω.
Και όσο μπορώ, με τον δικό μου τρόπο και τον δικό μου δρόμο, θα συνεχίσω αυτό που μου δίδαξες: να μη γυρίζω την πλάτη σε έναν άνθρωπο που χρειάζεται βοήθεια.
Δεν ξέρω αν θα καταφέρω ποτέ να γίνω όσο δυνατός ήσουν εσύ.
Ξέρω όμως ότι θα προσπαθήσω να γίνω καλύτερος άνθρωπος επειδή υπήρξες εσύ . Σ’ ευχαριστώ που ήσουν η μητέρα μου.
Σ’ ευχαριστώ για όλα όσα έκανες για μένα.
Σ’ ευχαριστώ για όλα όσα άφησες πίσω σου στους ανθρώπους που αγάπησες και βοήθησες.
Και ξανά, από την καρδιά μου, ευχαριστώ όλους εσάς που μας βοηθήσατε ώστε η τελευταία της επιθυμία να πραγματοποιηθεί και να φύγει με αξιοπρέπεια και φροντίδα.
Ξέρω ότι αν μπορούσε να σας μιλήσει σήμερα, θα σας ευχαριστούσε η ίδια έναν έναν.
Καλό ταξίδι, μαμά.
Τώρα μπορείς να ξεκουραστείς.
Εγώ θα συνεχίσω από εδώ.
Με όλη μου την αγάπη και την αιώνια ευγνωμοσύνη, θα συνεχίσω τον άγονα που χάραξες . Γιώργος ο γιος σου.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους