«Άννα, πρέπει να μιλήσουμε». Η φωνή της Μαρίνας βγήκε σφιγμένη, σχεδόν ξένη. Στεκόταν στην κουζίνα μου, με τα χέρια σταυρωμένα πάνω από τον πάγκο, κι εγώ κρατούσα ακόμη την κατσαρόλα με τα γεμιστά. Ο...
«Άννα, πρέπει να μιλήσουμε». Η φωνή της Μαρίνας βγήκε σφιγμένη, σχεδόν ξένη.
Στεκόταν στην κουζίνα μου, με τα χέρια σταυρωμένα πάνω από τον πάγκο, κι εγώ κρατούσα ακόμη την κατσαρόλα με τα γεμιστά. Ο Νικόλας ήταν δίπλα της, αλλά δεν με κοιτούσε.
Αυτό ήταν που με τρόμαξε πιο πολύ. «Τι έγινε;» ρώτησα και αμέσως ένιωσα εκείνο το βάρος στο στήθος.
Σαν να ήξερα.
Σαν να το περίμενα και να έκανα πως δεν το βλέπω μήνες. Η Μαρίνα πήρε ανάσα. «Δεν γίνεται άλλο έτσι.
Είσαι πάντα εδώ.
Θέλουμε λίγο χώρο.
Να ζήσουμε σαν ζευγάρι, να κάνουμε τη ζωή μας». Δεν κατάλαβα αμέσως τι άκουσα.
Έβαλα την κατσαρόλα κάτω αργά, για να μη μου πέσει από τα χέρια. «Σαν ζευγάρι; Και τώρα τι είστε; Εγώ τι είμαι εδώ μέσα; Ξένη;» Ο Νικόλας έτριψε το μέτωπό του.
Αυτή την κίνηση την έκανε από μικρός όταν πιεζόταν.
Μόνο που τότε έτρεχε σε μένα.
Εκείνο το βράδυ δεν ήρθε.
Μέναμε μαζί από τότε που πέθανε ο άντρας μου, ο Στέλιος.
Το σπίτι ήταν δικό μας, παλιό διαμέρισμα στον Κορυδαλλό, με στενό μπαλκόνι, τέντες ξεθωριασμένες και τη μυρωδιά του καφέ να ποτίζει τους τοίχους.
Όταν ο Νικόλας παντρεύτηκε τη Μαρίνα, τους είπα να έρθουν να μείνουν μαζί μου για λίγο, «μέχρι να ορθοποδήσετε». Τα ενοίκια είχαν πετάξει, οι λογαριασμοί δεν έβγαιναν, κι εγώ δεν άντεχα και τη μοναξιά.
Το λίγο έγινε τρία χρόνια.
Στην αρχή όλα ήσυχα.
Εγώ τους μαγείρευα, κρατούσα το σπίτι, άφηνα και κάτι από τη σύνταξη για το ρεύμα. Η Μαρίνα με φιλούσε κάθε πρωί.
Μετά άρχισαν τα μικρά.
Να μη χτυπάω την πόρτα τους τόσο νωρίς.
Να μην απλώνω τα ρούχα τους όπως νομίζω.
Να μην έχω γνώμη για το αν θα κάνουν παιδί τώρα ή αργότερα.
Και είχε δίκιο σε κάποια, δεν λέω.
Αλλά δεν κατάλαβα πότε από βοήθεια έγινα βάρος. «Μαρίνα», της είπα, «αν σε ενόχλησα, να το πεις.
Να το φτιάξουμε.
Δεν πετάς έναν άνθρωπο έτσι έξω από το σπίτι του». «Δεν σε πετάω!» πετάχτηκε. «Αλλά δεν γίνεται να ανασαίνουμε και να πρέπει να σκεφτόμαστε πώς θα το πάρεις.
Εγώ θέλω να κάτσω στο σαλόνι με τις πιτζάμες μου.
Θέλω να μαλώσω με τον άντρα μου χωρίς να ακούς πίσω από την πόρτα.
Θέλω να νιώσω ότι έχω σπίτι». Με χτύπησε εκεί.
Γιατί αυτό ακριβώς ένιωθα κι εγώ.
Ότι ξαφνικά δεν είχα πια σπίτι.
Κοίταξα τον Νικόλα. «Εσύ; Πες μου εσύ.
Θες να φύγω;» Σήκωσε επιτέλους τα μάτια του και ήταν κατακόκκινα. «Μάνα... δεν θέλω να φύγεις.
Αλλά δεν αντέχω άλλο αυτή την ένταση.
Κάθε μέρα γυρίζω από τη δουλειά και φοβάμαι τι θα βρω.
Σας αγαπάω και τις δυο.
Δεν ξέρω τι να κάνω». Αυτό το «δεν ξέρω τι να κάνω» με διέλυσε πιο πολύ κι από την απαίτηση της Μαρίνας.
Γιατί κατάλαβα ότι το παιδί μου είχε αρχίσει να σπάει στη μέση.
Εκείνο το βράδυ δεν έφαγε κανείς γεμιστά.
Έμειναν πάνω στην κουζίνα μέχρι το πρωί.
Τις επόμενες μέρες στο σπίτι ακουγόταν μόνο ο απορροφητήρας, το καζανάκι και κάτι μισές κουβέντες. Ο Νικόλας έφευγε νωρίς για το συνεργείο και γύριζε αργά. Η Μαρίνα κλεινόταν στο δωμάτιο και μιλούσε χαμηλόφωνα με τη μάνα της.
Κι εγώ καθόμουν στο μπαλκόνι με μια ζακέτα στους ώμους, παρόλο που δεν έκανε τόσο κρύο, και κοιτούσα τον δρόμο σαν να περίμενα κάποιον να μου πει τι πρέπει να κάνω.
Η αδερφή μου η Ελένη ήταν η μόνη που μου μίλησε ίσια. «Άννα, θα πονέσει, αλλά πρέπει να φύγεις από τη μέση πριν χαλάσετε τελείως.
Όχι γιατί έχει δίκιο η νύφη.
Αλλά γιατί αν μείνεις έτσι, ο Νικόλας θα σε βλέπει και θα νιώθει ενοχή.
Κι αυτή η ενοχή σαπίζει τα πάντα». Θύμωσα. Έκλαψα.
Της το έκλεισα στα μούτρα.
Μετά από δύο ώρες την πήρα εγώ πίσω.
Είχε δίκιο.
Το είπα πρώτη εγώ ένα Κυριακάτικο μεσημέρι.
Καθίσαμε στο τραπέζι, χωρίς όρεξη, χωρίς πολλά πολλά. «Θα φύγω», είπα. «Δεν θέλω να γίνω ο λόγος να χαλάσει ο γάμος σας». Η συνέχεια της ιστορίας στα σχόλια 👇👇👇
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους