«Καλύτερα να μην έρθεις». Αυτό μου είπε στο τηλέφωνο η Ελευθερία, με φωνή παγωμένη, λες και μιλούσε σε κάποια άγνωστη από υπηρεσία. Έμεινα όρθια στη μέση της κουζίνας, με τα γεμιστά να καίνε στον...
«Καλύτερα να μην έρθεις». Αυτό μου είπε στο τηλέφωνο η Ελευθερία, με φωνή παγωμένη, λες και μιλούσε σε κάποια άγνωστη από υπηρεσία.
Έμεινα όρθια στη μέση της κουζίνας, με τα γεμιστά να καίνε στον φούρνο και το κινητό να τρέμει στο χέρι μου.
Νόμιζα πως δεν άκουσα καλά. «Τι εννοείς να μην έρθω; Ελευθερία, σε δύο εβδομάδες παντρεύεσαι.
Έχουμε ήδη κλείσει κομμωτήριο, σου έδωσα και τα χρήματα για τα στέφανα...» Πήρε μια ανάσα βαριά. «Δεν θέλω να γίνει θέμα.
Απλώς... δεν σε θέλω εκεί». Αυτό το «απλώς» με διέλυσε πιο πολύ κι από την ίδια τη φράση.
Είμαι παντρεμένη με τον Στέλιο δεκαπέντε χρόνια.
Όταν μπήκα στη ζωή του, η Ελευθερία ήταν δεκατριών.
Η μητέρα της, η Άννα, είχε χωρίσει άσχημα μαζί του και το παιδί είχε γίνει μπαλάκι ανάμεσα σε θυμούς, πίκρες και μισές αλήθειες.
Δεν μπήκα ποτέ με ύφος «ήρθα να πάρω τη θέση κανενός». Το ήξερα από την αρχή.
Άλλη η μάνα.
Άλλο εγώ.
Προσπάθησα σαν άνθρωπος.
Τόσο απλά.
Την πήγαινα φροντιστήριο όταν ο Στέλιος δούλευε διπλοβάρδια.
Της άφηνα τοστ τυλιγμένα με χαρτοπετσέτα όταν έδινε Πανελλήνιες.
Έμεινα ξύπνια έξω από το δωμάτιό της όταν είχε πυρετό και εκείνη φώναζε ότι θέλει τη μητέρα της.
Και ναι, πονούσα, αλλά δεν της το έδειχνα.
Τι να της πω; «Κοίτα κι εμένα λίγο»; Δεν γίνεται έτσι με τα παιδιά.
Μόνο που η Ελευθερία δεν ήταν πια παιδί και πάλι εγώ ήμουν η ξένη.
Στα τραπέζια με συγγενείς άκουγα πάντα το ίδιο πράγμα, με εκείνο το χαμογελάκι που τάχα δεν λέει τίποτα. «Η Ελευθερία έχει μάνα, ε; Απλώς η Μαρίνα βοηθάει». Βοηθάει.
Σαν να ήμουν γυναίκα για εξυπηρετήσεις.
Σαν να ήμουν μια μόνιμη φιλοξενούμενη που έστρωνε τραπέζια, πλήρωνε λογαριασμούς και καθόταν στην άκρη να μην ενοχλεί. Ο Στέλιος έλεγε να μην τα παίρνω μέσα μου. «Μην κολλάς, Μαρίνα.
Ξέρεις πώς είναι οι οικογένειες». Ναι, μόνο που εγώ ζούσα μέσα σε αυτή την οικογένεια.
Δεν την έβλεπα απ’ έξω.
Όταν ανακοινώθηκε ο γάμος, χάρηκα αληθινά.
Μπήκα με τα μούτρα στις ετοιμασίες.
Έτρεξα μαζί της για μπομπονιέρες στην Καλλιθέα.
Καθίσαμε σε καφέ και διαλέγαμε προσκλητήρια.
Της έραψα με τη μοδίστρα το φόρεμα για το τραπέζι του πολιτικού, γιατί ήθελε κάτι απλό και δεν έβρισκε.
Άρχισα να πιστεύω, χαζή εγώ ίσως, ότι κάτι είχε μαλακώσει ανάμεσά μας.
Μέχρι που πήγα ένα απόγευμα στο σπίτι της για να της αφήσω τα κουφέτα που είχα παραγγείλει.
Η πόρτα ήταν μισάνοιχτη.
Άκουσα τη φωνή της μητέρας της από μέσα. «Αν έρθει αυτή, εγώ δεν πατάω.
Το κατάλαβες; Στον γάμο της κόρης μου δεν θα κάνω δημόσιες σχέσεις με τη γυναίκα του πρώην μου». Κόλλησα.
Δεν μπήκα καν.
Μετά άκουσα την Ελευθερία.
Σιγανά στην αρχή.
Μετά καθαρά. «Μαμά, εντάξει... θα το κανονίσω». Θα το κανονίσω.
Έφυγα χωρίς να χτυπήσω.
Στον δρόμο μέχρι το σπίτι έκλαιγα και οδηγούσα στα τυφλά.
Όχι μόνο για αυτό που είπε η Άννα.
Από εκείνη το περίμενα.
Από την Ελευθερία όχι.
Ή μάλλον... ίσως το περίμενα πάντα και απλώς δεν ήθελα να το παραδεχτώ.
Το βράδυ το είπα στον Στέλιο. «Θέλω να μου πεις ευθέως αν ήμουν ποτέ οικογένεια για την κόρη σου». Με κοίταζε και δεν μιλούσε. Αυτό με αποτέλειωσε. «Μίλα, Στέλιο». 👇 Η συνέχεια της ιστορίας σε περιμένει στα σχόλια 👇
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους