«Μαμά, δεν γίνεται να ανακατεύεσαι σε όλα!» μου φώναξε η Δανάη μέσα από την κουζίνα, με τα μάγουλά της κόκκινα και τα χέρια της να τρέμουν. Ο Στέλιος στεκόταν δίπλα στο ψυγείο με σταυρωμένα χέρια και...
«Μαμά, δεν γίνεται να ανακατεύεσαι σε όλα!» μου φώναξε η Δανάη μέσα από την κουζίνα, με τα μάγουλά της κόκκινα και τα χέρια της να τρέμουν. Ο Στέλιος στεκόταν δίπλα στο ψυγείο με σταυρωμένα χέρια και εκείνο το σφιγμένο στόμα που πάντα με έκανε να νιώθω πως περισσεύω.
Εγώ κρατούσα ακόμη την κατσαρόλα με τις φακές. Ζεστές.
Μόλις κατεβασμένες από τη φωτιά.
Και για ένα δευτερόλεπτο σκέφτηκα να την αφήσω κάτω και να φύγω έτσι όπως ήμουν, με την ποδιά.
Δεν πήγα στην Αθήνα για να τους χαλάσω το σπίτι.
Πήγα γιατί μετά που πέθανε ο Νίκος, το σπίτι μας στο Αγρίνιο άδειασε με τρόπο άγριο.
Άλλο να είσαι μόνη από συνήθεια και άλλο να λείπει ο άνθρωπός σου από παντού.
Από την καρέκλα.
Από το ποτήρι.
Από τον θόρυβο του μπάνιου το βράδυ. Η Δανάη μού είπε, «Έλα σε μας, να μην είσαι μόνη.
Και θα βοηθάς και με τα παιδιά, γιατί δεν προλαβαίνουμε». Το είπε γλυκά.
Σαν αγκαλιά.
Στην αρχή έτσι ήταν.
Ξυπνούσα πρώτη.
Έφτιαχνα γάλα στον μικρό τον Μανώλη, έπλενα ταπεράκια, ετοίμαζα τοστ για την Ιωάννα, μαγείρευα για όλους.
Έτρεχα λαϊκή, σούπερ μάρκετ, φαρμακείο.
Τα απογεύματα διάβαζα την Ιωάννα, έκανα μπάνιο τον μικρό, μάζευα παιχνίδια από το σαλόνι. Η Δανάη και ο Στέλιος γύριζαν κουρασμένοι από τις δουλειές τους, κι εγώ έλεγα μέσα μου, «Δόξα τω Θεώ, κάπου χρειάζομαι ακόμα». Μόνο που το «ευχαριστώ» άρχισε να χάνεται γρήγορα.
Έγινε κάτι σαν υποχρέωσή μου.
Αν μια μέρα πονούσε η μέση μου και δεν είχα βάλει δεύτερο φαγητό, έπεφτε εκείνη η σιωπή.
Η βαριά.
Αν έλεγα ότι το παιδί είναι πολλές ώρες στο τάμπλετ, η Δανάη αναστέναζε. «Μαμά, έχουν αλλάξει αυτά.
Μην τα λες όπως τα έκανες εσύ πριν τριάντα χρόνια.» Πριν τριάντα χρόνια.
Σαν να ήμουν απομεινάρι άλλης εποχής. Ο Στέλιος ήταν πιο ήσυχος, αλλά πιο κοφτερός.
Δεν μου έλεγε πολλά μπροστά μου.
Έβλεπα όμως το βλέμμα του όταν του έλεγα να μη μιλάει τόσο απότομα στην Ιωάννα.
Ένα βλέμμα που έλεγε, «Μη μπαίνεις εκεί που δεν σε σπέρνουν». Και ας ήμουν εγώ αυτή που την έπαιρνα αγκαλιά το βράδυ όταν έκλαιγε.
Τα πρώτα μεγάλα σύννεφα ήρθαν από μικρά πράγματα.
Από το πώς διπλώνονται τα ρούχα.
Από το αν το παιδί θα φάει φασολάκια ή θα παραγγείλουν πάλι σουβλάκια.
Από το αν πρέπει να βγάζουμε τα παπούτσια στην είσοδο.
Γελοία, θα πει κανείς.
Ναι, αλλά το σπίτι πνίγεται από τα μικρά πριν σκάσει από τα μεγάλα. Μια Κυριακή είχα φτιάξει παστίτσιο.
Ήρθαν κουμπάροι τους για καφέ.
Έτρεχα από το πρωί.
Όταν μπήκα στο δωμάτιο να πάρω μια ζακέτα, τους άκουσα από τον διάδρομο.
Δεν το ήξεραν ότι στεκόμουν εκεί. «Καλή είναι η μαμά σου, δεν λέω», είπε ο Στέλιος χαμηλά, «αλλά έχουμε χάσει την ησυχία μας.
Δεν γίνεται να έχουμε τρίτο γονιό μέσα στο σπίτι.» Και η Δανάη… η κόρη μου… απάντησε κάτι που ακόμη μου καίει το στήθος. «Το ξέρω.
Απλώς τώρα μας βολεύει με τα παιδιά.
Άμα βρούμε γυναίκα να τα κρατάει, θα το συζητήσω.» Με βολεύει.
Γυναίκα να τα κρατάει.
Δεν άκουσα τίποτα άλλο.
Κάθισα στην άκρη του κρεβατιού και κοίταζα τα χέρια μου.
Τα χέρια που τους είχαν μαγειρέψει, πλύνει, σηκώσει, αγκαλιάσει. Έτρεμαν.
Όχι από ηλικία.
Από ντροπή.
Από εκείνη τη ντροπή που νιώθεις όταν καταλαβαίνεις πως έδινες αγάπη και ο άλλος την είχε κάνει υπηρεσία.
Το ίδιο βράδυ δεν μίλησα.
Ούτε τη Δευτέρα. Την Τρίτη έβγαλα από την ντουλάπα τη βαλίτσα μου. Η Δανάη με είδε και πάγωσε. «Τι κάνεις;» «Φεύγω.» «Πάλι υπερβολές κάνεις.» 📚 Το τέλος βρίσκεται στο σχόλιο 👇
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους