[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

Η τέχνη δεν είναι κλειστό κλαμπ και η ποιότητά της δεν μετριέται από το πόσο «κουλτουρέ» θεωρούμε το κοινό της. Υπάρχει, όμως, εδώ και μια πολύ βασική αντίφαση: εφόσον η ίδια δηλώνει ότι δεν γνώριζε...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Η τέχνη δεν είναι κλειστό κλαμπ και η ποιότητά της δεν μετριέται από το πόσο «κουλτουρέ» θεωρούμε το κοινό της.

Υπάρχει, όμως, εδώ και μια πολύ βασική αντίφαση: εφόσον η ίδια δηλώνει ότι δεν γνώριζε ούτε τον Μαζωνάκη ούτε τη μουσική του, με ποια βάση εκφέρει τόσο απόλυτη άποψη για την καλλιτεχνική του αξία και, ακόμη περισσότερο, για το τι υποτίθεται ότι σημαίνει η αγάπη του κόσμου προς εκείνον; Δεν λέει απλώς «εμένα δεν μου αρέσει» ή «δεν καταλαβαίνω αυτή τη λαϊκή απήχηση». Παίρνει τη δική της αισθητική προτίμηση και την παρουσιάζει περίπου ως αντικειμενικό μέτρο πολιτιστικής ποιότητας.

Η μουσική ποιότητα, όμως, δεν απονέμεται από κάποιον αυτοδιορισμένο θεματοφύλακα της «σοβαρής τέχνης». Μπορούμε να συζητήσουμε για σύνθεση, ερμηνεία, στίχο, πρωτοτυπία, επιρροή, αντοχή στον χρόνο.

Δεν μπορούμε, όμως, να θεωρούμε ότι επειδή πολύς κόσμος αγάπησε έναν λαϊκό τραγουδιστή, αυτό αποτελεί κάποιου είδους πολιτιστική ήττα.

Και εδώ προκύπτει ένα ακόμη ζήτημα: ο τόνος αυθεντίας.

Η προσωπική αισθητική δεν μετατρέπεται, επειδή κάποιος είναι άνθρωπος της τέχνης ή του πολιτισμού, σε τελεσίδικη κρίση για το τι είναι «ποιοτικό» και τι όχι.

Κανείς δεν κατέχει το αποκλειστικό δικαίωμα να απονέμει πιστοποιητικά καλλιτεχνικής αξίας στους άλλους.

Αυτό που ενόχλησε περισσότερο στην ανάρτηση δεν είναι απλώς μια διαφορετική μουσική προτίμηση, αλλά η υποδόρια διάκριση ανάμεσα σε μια δήθεν «ποιοτική» αισθητική και σε ένα κοινό που αντιμετωπίζεται σχεδόν ως πολιτιστικά κατώτερο επειδή αγαπά το λαϊκό τραγούδι.

Η τέχνη, όμως, δεν έχει αριστοκρατία και πλέμπα.

Ούτε υπάρχουν άνθρωποι που κατέχουν το μονοπώλιο της ποιότητας και δικαιούνται να μοιράζουν πιστοποιητικά πολιτισμού στους υπόλοιπους.

Ακόμη πιο παράδοξο είναι αυτός ο τόνος αυθεντίας να υιοθετείται από κάποιον που μόλις έχει δηλώσει ότι δεν γνωρίζει ούτε τον καλλιτέχνη ούτε το έργο του.

Δεν μπορείς ταυτόχρονα να επικαλείσαι άγνοια του αντικειμένου και να μιλάς από τη θέση του τελικού κριτή της αξίας του.

Η αυθεντία δεν αυτοαπονέμεται και πολύ περισσότερο δεν θεμελιώνεται στην άγνοια του έργου που κρίνεις.

Χαρακτηριστικό είναι και κάτι που ειπώθηκε στα σχόλια της ανάρτησης.

Κάποιος της επισήμανε το παράδειγμα του Μάνου Χατζιδάκι και του Γιάννη Φλωρινιώτη, θέλοντας προφανώς να δείξει ότι τα όρια ανάμεσα στο «ποιοτικό» και στο «λαϊκό» δεν είναι τόσο απλοϊκά όσο συχνά παρουσιάζονται.

Η απάντηση της κυρίας Μάνου ήταν ότι «και ο Χατζιδάκις έκανε λάθη». Και κάπου εκεί το ζήτημα παύει να είναι απλώς «έχω μια προσωπική αισθητική άποψη». Γιατί όταν ακόμη και μια διαφορετική κρίση ενός δημιουργού του μεγέθους του Χατζιδάκι απορρίπτεται απλώς ως «λάθος», τότε η δική μας αισθητική τοποθετείται ουσιαστικά στη θέση του τελικού μέτρου, με το οποίο θα κριθούν όχι μόνο οι προτιμήσεις του κοινού, αλλά ακόμη και οι κρίσεις των ίδιων των μεγάλων δημιουργών.

Δεν είναι πια απλώς «έχω μια αισθητική άποψη», αλλά «η δική μου αισθητική είναι το μέτρο με το οποίο θα κριθούν ακόμη και οι αισθητικές κρίσεις των άλλων καλλιτεχνών». Αυτό που με κουράζει εδώ και καιρό είναι αυτή η αυτοανακηρυγμένη «ποιοτική» ελίτ που θεωρεί ότι κατέχει το μέτρο του πολιτισμού και κοιτά αφ’ υψηλού οτιδήποτε αγαπά πολύς κόσμος.

Η ποιότητα δεν είναι τίτλος ευγενείας και ο πολιτισμός δεν είναι ιδιοκτησία κανενός κλειστού κύκλου.

Η κυρία Μάνου, άλλωστε, δεν μιλά μόνο για το προσωπικό της γούστο.

Με τη φράση περί «τελευταίου καρφιού στο φέρετρο των ονείρων μιας γενιάς καλλιτεχνών» τοποθετεί τον εαυτό της περίπου στη θέση της εκπροσώπου μιας ολόκληρης γενιάς και ταυτόχρονα στη θέση του κριτή τού τι συνιστά πολιτιστική πρόοδο και τι πολιτιστική παρακμή.

Και όλα αυτά χωρίς, όπως η ίδια δηλώνει, να γνωρίζει τη δουλειά του ανθρώπου που χρησιμοποιεί ως σύμβολο αυτής της υποτιθέμενης παρακμής.

Και εδώ ακριβώς βρίσκεται το πρόβλημα.

Δεν αμφισβητεί κανείς το δικαίωμά της να έχει άποψη, φυσικά και το έχει.

Άλλο, όμως, να λες «δεν με εκφράζει αυτό το είδος μουσικής» και άλλο να παρουσιάζεις την αγάπη του κόσμου για έναν καλλιτέχνη ως «το τελευταίο καρφί στο φέρετρο των ονείρων μιας γενιάς καλλιτεχνών». Το δεύτερο εμπεριέχει μια εξαιρετικά μεγάλη αξίωση εκπροσώπησης και αυθεντίας.

Και αντί, μετά τις αντιδράσεις, να μαλακώσει τη θέση της ή έστω να αναγνωρίσει ότι η πρώτη διατύπωσή της ήταν άστοχη, επέλεξε να επανέλθει και να την υπερασπιστεί ακόμη πιο έντονα.

Στη δεύτερη ανάρτησή της μίλησε για «λειτουργικό αναλφαβητισμό», «φθόνο», «ξεπεσμό», «φανατισμό», «ιδεολογική τύφλωση», «απέραντη εχθρότητα» και τελικά για την «κατάντια της πολιτισμικής μας ζωής». Έτσι, ακόμη κι αν επιμένει ότι δεν καταφέρθηκε προσωπικά εναντίον του Μαζωνάκη, η απαξίωση απλώς μεταφέρεται αλλού: στο κοινό, στην εποχή και στο πολιτισμικό περιβάλλον που επέτρεψε σε έναν λαϊκό τραγουδιστή να αγαπηθεί τόσο πολύ.

Και αυτό δεν κάνει την τοποθέτηση λιγότερο προβληματική.

Ακόμη πιο χαρακτηριστικό είναι ότι επέλεξε να επανέλθει με τη φωτογραφία από την κηδεία του Γιώργου Σεφέρη και να εξηγήσει ότι η δική της προσωπική εμπειρία από «λαϊκό προσκύνημα» ήταν οι κηδείες του Σεφέρη και του Γεωργίου Παπανδρέου, προσθέτοντας μάλιστα ότι αυτό είναι το «μέτρο σύγκρισης» που έχει και που διαμορφώνει την άποψή της.

Ακριβώς εκεί γίνεται ακόμη σαφέστερη η λογική της σύγκρισης.

Η προσωπική της εμπειρία μετατρέπεται σε μέτρο με το οποίο θα αξιολογηθεί η συγκίνηση των άλλων.

Σαν να υπάρχει ένα πρότυπο «άξιου» λαϊκού προσκυνήματος και, απέναντί του, μια άλλη δημόσια συγκίνηση που μπορεί να καταχωριστεί στον «ξεπεσμό» και στην «κατάντια». Και αντί να απομακρυνθεί από την αρχική υπεροψία, η δεύτερη ανάρτηση δίνει την εντύπωση ότι επιμένει να ιεραρχεί ακόμη και το πένθος: ποια συγκίνηση θεωρείται υψηλή, ποιο δημόσιο αντίο θεωρείται πολιτισμικά άξιο και ποιο όχι.

Σχεδόν σαν να μας λέει: «αυτό ήταν το πραγματικά μεγάλο λαϊκό αντίο». Μα από πότε χρειάζεται ο κόσμος πιστοποιητικό πολιτιστικής επάρκειας για να πενθήσει; Ποιος καθορίζει ποιος νεκρός «δικαιούται» χιλιάδες ανθρώπους στην κηδεία του; Και γιατί η συγκίνηση για τον Σεφέρη πρέπει να λειτουργεί ως μέτρο με το οποίο θα αξιολογηθεί η συγκίνηση για έναν λαϊκό τραγουδιστή; Δεν πρόκειται καν για συγκρίσιμες περιπτώσεις.

Οι άνθρωποι δεν πηγαίνουν σε μια κηδεία για να κατατάξουν τους νεκρούς σε πολιτιστική κλίμακα. Ο Σεφέρης δεν γίνεται μικρότερος επειδή χιλιάδες άνθρωποι έκλαψαν τον Μαζωνάκη.

Ούτε η αξία οποιουδήποτε σπουδαίου δημιουργού απειλείται επειδή ένας λαϊκός τραγουδιστής απέκτησε τεράστιο συναισθηματικό δεσμό με το κοινό.

Και το ειρωνικό είναι ότι ο κόσμος που πήγε στην κηδεία δεν «έθαψε» τα όνειρα κανενός.

Αποχαιρέτησε έναν άνθρωπο που αγαπούσε.

Δεν χρειάζεται να ήσουν ακροατής του Μαζωνάκη για να σε συγκλονίσει ο ξαφνικός θάνατος ενός ανθρώπου που ήταν επί δεκαετίες τόσο παρών στη δημόσια ζωή και αγαπήθηκε από τόσο κόσμο.

Άλλο να ανοίξεις αργότερα, σε έναν διαφορετικό χρόνο και με ψυχραιμία, μια συζήτηση για αισθητική, λαϊκό τραγούδι, ποιότητα και μαζική κουλτούρα, και άλλο να το κάνεις την ημέρα της κηδείας του, ενώ ο άνθρωπος δεν είχε ακόμη ταφεί και χιλιάδες άνθρωποι πήγαιναν να τον αποχαιρετήσουν.

Η χρονική στιγμή από μόνη της προσδίδει στην τοποθέτηση μια εξαιρετικά άκομψη, απολίτιστη και σκληρή χροιά.

Το ότι χιλιάδες άνθρωποι θέλησαν να αποχαιρετήσουν έναν λαϊκό τραγουδιστή δεν είναι «καρφί στο φέρετρο» κανενός καλλιτεχνικού ονείρου.

Είναι η απόδειξη ότι αυτός ο καλλιτέχνης κατάφερε κάτι που ούτε επιβάλλεται ούτε διδάσκεται: να μπει στις ζωές των ανθρώπων.

Ο κόσμος που πήγε να αποχαιρετήσει τον Μαζωνάκη δεν έκανε μουσικολογική ψηφοφορία.

Δεν πήγε να αποφασίσει αν ο Μαζωνάκης είναι «ανώτερος» από τον Χατζιδάκι, τον Ξαρχάκο, τον Σεφέρη ή οποιονδήποτε άλλο.

Πήγε να αποχαιρετήσει έναν άνθρωπο και έναν καλλιτέχνη που τον συνόδευσε επί δεκαετίες.

Και το ότι ένας λαϊκός τραγουδιστής απέκτησε τέτοιο δεσμό με τον κόσμο δεν ακυρώνει ούτε τον Χατζιδάκι ούτε τον Ξαρχάκο ούτε το έντεχνο τραγούδι.

Η τέχνη δεν λειτουργεί με αφαιρέσεις: η αγάπη για έναν καλλιτέχνη δεν αφαιρεί αξία από κάποιον άλλον.

Υπάρχει, μάλιστα, μια πολύ χαρακτηριστική αντίστιξη: ο ίδιος ο Σταύρος Ξαρχάκος αναφέρθηκε στον Μαζωνάκη ως «το τελευταίο λαϊκό είδωλο». Ένας άνθρωπος που ασφαλώς γνωρίζει τι σημαίνει λαϊκό τραγούδι και δεν έχει καμία ανάγκη να αποδείξει την καλλιτεχνική του αυθεντία, δεν ένιωσε ότι η αγάπη του κόσμου προς έναν λαϊκό τραγουδιστή υποβαθμίζει τη μεγάλη τέχνη.

Ο καθένας έχει, φυσικά, δικαίωμα στην προσωπική του αισθητική.

Άλλο, όμως, η προσωπική προτίμηση και άλλο να τη μετατρέπουμε σε καθολικό μέτρο καλλιτεχνικής αξίας — και ακόμη περισσότερο να αντιμετωπίζουμε περίπου ως ένδειξη πολιτιστικής παρακμής τη συγκίνηση χιλιάδων ανθρώπων.

Και ίσως, ειδικά την ημέρα που ένας άνθρωπος οδηγείται στην τελευταία του κατοικία, αυτό που αρμόζει περισσότερο είναι ο σεβασμός και όχι η απαξίωση.

Φαίνεται ότι οι κομμουνιστικές αγκυλώσεις στιγματίζουν για πάντα και αποτελούν δομικό κομμάτι της προσωπικότητας και της κοσμοθεωρίας ενός ατόμου.

Η τέχνη, άλλωστε, κρίνεται στον χρόνο, στο έργο και στις καρδιές των ανθρώπων όχι στα μέτρα της δικής μας αισθητικής.

Δεν πειράζει, κυρία Αγλαΐα Δημητριάδη, γνωστή ως Αφροδίτη Μάνου, που δεν τον γνωρίζατε εσείς. Αρκεί που τον γνώριζε και τον αγαπούσε ολόκληρη η Ελλάδα.

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences