[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

«Η πίεσή σου είναι επικίνδυνη, Αθηνά. Το ακούς; Επικίνδυνη». Ο γιατρός δεν το είπε γλυκά. Ούτε προσποιήθηκε. Κρατούσε τις εξετάσεις μου στο χέρι και με κοιτούσε σαν να προσπαθούσε να με ταρακουνήσει...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

«Η πίεσή σου είναι επικίνδυνη, Αθηνά. Το ακούς; Επικίνδυνη». Ο γιατρός δεν το είπε γλυκά.

Ούτε προσποιήθηκε.

Κρατούσε τις εξετάσεις μου στο χέρι και με κοιτούσε σαν να προσπαθούσε να με ταρακουνήσει πριν να είναι αργά. «Η καρδιά σου ήδη ζορίζεται.

Αν συνεχίσεις έτσι, θα σε προδώσει το σώμα σου πολύ νωρίτερα απ’ όσο νομίζεις». Ένιωσα να ιδρώνω παγωμένα.

Καθόμουν στο εξεταστικό κρεβάτι και δεν χωρούσα ούτε μέσα στα ρούχα μου ούτε μέσα στη ζωή μου.

Στα 36 μου λαχάνιαζα ανεβαίνοντας μισή σκάλα.

Το βράδυ κοιμόμουν με ταχυκαρδία.

Τα πόδια μου πρήζονταν.

Και παρ’ όλα αυτά, κάθε δύσκολη μέρα τελείωνε με πίτσες, πατατάκια, γλυκά από το περίπτερο και εκείνο το ψέμα που λέγαμε εγώ και ο Στέλιος ο ένας στον άλλο: «Από Δευτέρα». Γύρισα σπίτι με τα χαρτιά διπλωμένα στην τσάντα και με έναν κόμπο στο λαιμό. Ο Στέλιος ήταν στον καναπέ.

Είχε βάλει αγώνα, είχε ανοιγμένα δύο κουτιά αναψυκτικό και στο τραπεζάκι ήταν ένα ταψί με τυρόπιτα που είχε φέρει από τον φούρνο. «Τι σου είπε;» με ρώτησε χωρίς να πάρει τα μάτια από την τηλεόραση. «Ότι αν συνεχίσω έτσι, θα πάθω κακό.

Σοβαρό κακό». Γύρισε, με κοίταξε για λίγο και σήκωσε τους ώμους. «Όλο υπερβολές λένε αυτοί για να φοβάσαι». Εκεί κάτι έσπασε μέσα μου. «Δεν είναι υπερβολή! Δεν μπορώ να ανασάνω, Στέλιο! Δεν μπορώ να δέσω τα παπούτσια μου χωρίς να σταματήσω!» Με κοίταξε ενοχλημένος, όχι ανήσυχος.

Αυτό με διέλυσε περισσότερο.

Από την επόμενη μέρα τα άλλαξα όλα.

Πέταξα τα πρόχειρα φαγητά, έφτιαξα πρόγραμμα, πήγα σε διατροφολόγο, άρχισα περπάτημα.

Στην αρχή έκανα δέκα λεπτά και γύριζα με πόνο στη μέση και με μάτια γεμάτα ντροπή.

Αλλά γύριζα.

Και την επόμενη μέρα ξανά. Ο Στέλιος δεν ήρθε ποτέ μαζί μου. «Δεν είμαι εγώ για σαλάτες και τέτοια», έλεγε.

Τα βράδια το σπίτι μύριζε τηγανητά κι εγώ έβραζα κολοκυθάκια.

Εκείνος έφερνε σουβλάκια «μόνο για μένα», αλλά τα άφηνε επίτηδες μπροστά μου.

Άνοιγε σακούλες με τυρογαριδάκια δυνατά, σχεδόν επιδεικτικά.

Μια φορά μου είπε γελώντας: «Ποια νομίζεις ότι είσαι τώρα, καμιά αθλήτρια;» Δεν γέλασα.

Οι καβγάδες άρχισαν από μικρά πράγματα.

Από ένα κρουασάν στο ντουλάπι.

Από ένα σχόλιο για το περπάτημα.

Από το ότι εγώ ήθελα να κοιμηθώ νωρίς κι εκείνος έτρωγε στις δύο το βράδυ βλέποντας βίντεο.

Και μετά έγιναν μεγάλα. «Δεν αντέχω να με τραβάς κάτω κάθε φορά που προσπαθώ να ανέβω», του είπα ένα βράδυ. «Και εγώ δεν αντέχω να με κοιτάς σαν να είμαι το πρόβλημά σου», μου απάντησε. «Δεν είσαι το πρόβλημά μου.

Αλλά έχεις γίνει η καταστροφή μου». Το είπε η φωνή μου πριν το σκεφτώ.

Πάγωσε το σπίτι. Ο Στέλιος σηκώθηκε αργά, μάζεψε το μπουφάν του και βγήκε έξω χωρίς λέξη.

Το μόνο που άκουσα ήταν η πόρτα.

Μετά ήρθαν οι σιωπές.

Αυτές ήταν χειρότερες.

Ζούσαμε μαζί και ήμασταν σαν ξένοι που μοιράζονταν λογαριασμούς, κουρασμένα σώματα και μια ντροπή που δεν λεγόταν.

Είχαμε και οικονομικά ζόρια.

Δάνειο, καθυστερημένοι λογαριασμοί, άγχος.

Το φαγητό είχε γίνει παρηγοριά, ανταμοιβή, συνήθεια, τιμωρία.

Όλα μαζί.

Μέσα σε έξι μήνες είχα χάσει αρκετά κιλά.

Όχι θαύματα.

Αληθινά βήματα.

Η πίεσή μου είχε πέσει λίγο.

Ανέπνεα καλύτερα.

Αλλά μέσα μου ήμουν ρημαγμένη.

Ο τελευταίος μας καβγάς έγινε για μια σακούλα με λουκουμάδες.

Ακούγεται γελοίο, το ξέρω.

Αλλά δεν ήταν οι λουκουμάδες.

Ήταν που του είπα «σε χρειάζομαι δίπλα μου» και εκείνος μου απάντησε «εγώ δεν ζήτησα να αλλάξει η ζωή μας». Τότε κατάλαβα πως αν έμενα, θα γύριζα πίσω.

Ίσως όχι μόνο στα κιλά. Και στον φόβο. Στην παραίτηση. 👇 Η συνέχεια της ιστορίας σε περιμένει στα σχόλια 👇

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences