Οι Γάτες της Τραπεζούντας Η Τραπεζούντα, όπως εν μέρει και η Κωνσταντινούπολη, είναι μια ξεπεσμένη μεγάλη Αρχόντισσα. Πολύ ξεπεσμένη, αλλά και πάρα πολύ μεγάλη Αρχόντισσα. Η Αρχοντιά της είναι...
Οι Γάτες της Τραπεζούντας Η Τραπεζούντα, όπως εν μέρει και η Κωνσταντινούπολη, είναι μια ξεπεσμένη μεγάλη Αρχόντισσα.
Πολύ ξεπεσμένη, αλλά και πάρα πολύ μεγάλη Αρχόντισσα. Η Αρχοντιά της είναι ολοφάνερη σε συγκεκριμένους Τόπους, όπως η πλατεία και τα περίχωρα της Παναγίας Χρυσοκεφάλου, όπου έχω περάσει μερικές από τις πιο μαγικές στιγμές της ζωής μου, χαλαρώνοντας, πίνοντας καχβέ, κι ανακαλύπτοντας από τα ηχεία την μαγική μουσική των Σούφι από τους Yansimalar, που τότε δεν τους είχα γνωρίσει ακόμα.
Είχα παρέα μου τη μητέρα μου, που αν και Θράσσα, με είχε συνοδέψει σ’ εκείνο το δεύτερο Ταξίδι μου στον Πόντο. Η Αρχοντιά της είναι ολοφάνερη στο Φροντιστήριο, που στέκει ζωντανό, γιγαντιαίο, άθικτο κι αγέρωχο να θυμίζει τί υπήρξε η Τραπεζούντα των Ελλήνων.
Τα τελευταία χρόνια μάλιστα, έναν αιώνα μετά, έχουν επιστρέψει στα θρανία του και κάποιοι Έλληνες Μαθητές, μέσω του προγράμματος Erasmus Plus. Η Αρχοντιά της είναι ολοφάνερη στα τεράστια πέτρινα Ελληνικά σπίτια που συναντάς διάσπαρτα στο Μεϊντάνι και στο Μερκέζ , και δεν μιλάμε για Αρχοντικά, μιλάμε για απλά μικροαστικά και μεσοαστικά σπίτια: στην κατηγορία των Αρχοντικών το πράγμα ξεφεύγει εντελώς, όπως στο Αρχοντικό Καπαγιαννίδη, που επείδη το καταπάτησε και το κατοίκησε για λίγο ο Μουσταφάς (ένας είναι *Ο* Μουσταφάς), το βάφτισαν Βίλλα Μουσταφά.
Πολύ θα ήθελα να εντοπίσω τα Γραφεία της Εφημερίδας «Εποχή» του Μάρτυρα Νίκου Καπετανίδη, το σπίτι του Δημήτρη Ψαθά, την κατοικία του Μητροπολίτη Χρύσανθου.
Στην πόλη όμως έχουν γίνει τεράστιες αλλαγές, όπως και στις δικές μας Πόλεις, κι αν υπάρχουν κάποια Αρχεία της εποχής, θα είναι στην Αθήνα και στη Θεσσαλονίκη, και δεν κατάφερα εγκαίρως να έρθω σε επαφή με τους κατάλληλους ανθρώπους για να τα προσπελάσω.
Όσο για τα τουρκικά Απογραφικά Αρχεία πριν την Ανταλλαγή, ήταν λέει του τύπου «Οικογένεια Ψαθά, άτομα 17, γειτονιά τάδε», ενώ εκείνα της Ανταλλαγής ανέφεραν μόνο τα γειτονικά ακίνητα με το όνομα του ιδιοκτήτη.
Άρα ούτε από εκεί θα έβγαινε κάτι, αν υποθέσουμε πως έβρισκα τρόπο να αποκτήσω πρόσβαση.
Είναι ολοφάνερη φυσικά η Αρχοντιά και το Μεγαλείο της Τραπεζούντας στην υπέροχη Αγία Σοφία των Μεγάλων Κομνηνών, ακόμα και τώρα που ο Σουλτανίσκος της καρδιάς μας την μετέτρεψε σε τζαμί, λες και δεν έφταναν τα τόσα και τόσα γιγαντιαία Κατάρ-αμένα τζαμιά που έχει χτίσει παντού , με τα πετροδολλάρια των Αράβων Αδελφών του.
Είναι ολοφάνερη και στις Εκκλησίες που μετατράπηκαν σε τζαμιά, όπως ο Πολιούχος Άγιος Ευγένιος, στα Κάστρα, στο Μοναστήρι στα ψηλά της πόλης, την Παναγία Θεοσκέπαστο, που αφού λεηλατήθηκε και αφέθηκε να γκρεμίσει ως εκεί που δεν πάει, και αφού καταστράφηκαν εντελώς τα συγκλονιστικά της ψηφιδωτά, αναπαλαιώθηκε πρόσφατα- είπαμε, business is business, μία λίρα η είσοδος για τους τούρκους, εκατό για τους ξένους, κι ας είναι αυτοί οι «Ξένοι» οι απόγονοι των γηγενών κατοίκων της πόλης.
Μια που μίλησα για τον Σουλτανίσκο, είναι φανερό σε κάποιον που είναι αρκετά παρατηρητικός ότι τα πορτραίτα του παλιού Σουλτάνου, του Μουσταφά, και οι ρεπουμπλικάνικες σημαίες είναι αισθητά λιγότερες στην Τραπεζούντα απ’ ό,τι σε όλα τα υπόλοιπα μέρη της τουρκίας που έχω επισκεφτεί.
Αυτό εξηγείται, αν σκεφτεί κανείς πως εδώ είναι ο τόπος καταγωγής του Έρντυ, και φυσικά το κόμμα του Ακ Παρτί, το «κόμμα της Πατρίδας», που είναι το αντίπαλο δέος των κεμαλιστών «ρεπουμπλικάνων», είναι εδώ πολύ δυνατό.
Υπάρχουν φυσικά τα εντελώς απαραίτητα, όπως το μπρούτζινο άγαλμα του Μουσταφά αχ Μουσταφά στην κεντρική πλατεία, παρέα με ένα από τα τσιτάτα του, αλλά οι σημαίες και τα ποτραίτα του σε σπίτια μαγαζιά αραμπάδες δίκυκλα τρίκυκλα βρεφικά καροτσάκια αυλές μπαλκόνια πατίνια νεκροφόρες και δεν συμμαζεύεται, όπως συμβαίνει παντού αλλού, είναι πολύ λίγα.
Σε κάποιο κτίριο μάλιστα είδα το εξής ανεπανάληπτο, είχαν προσθέσει μια τσιμεντένια περίμετρο σε όροφο, μπροστά από ένα παράθυρο όπου κρεμόταν μια σημαία, πνίγοντας τη σημαία.
Αν και η σύγχρονη πόλη είναι αρκετά πολυπληθής (800.000 κάτοικοι), είναι και πολύ απλωμένη, σε όλες αυτές τις απαίσιες τσιμεντένιες γειτονιές από τεράστιες ολόιδιες πολυκατοικίες χωρίς καμμία προσωπικότητα που βρίσκεις παντού στην τουρκία.
Κι έτσι, βράδυ Παρασκευής, κυκλοφορούσα στο Κέντρο μόνο εγώ, οι γάτες, κάτι ύποπτες αντροπαρέες, και κάτι αργοπορημένα παράνομα ζευγαράκια.
Χαράματα η ώρα τρεις δε, κυκλοφορούσαμε μόνο εγώ και οι γάτες, άντε και κάτι απελπισμένοι διανυκτερεύοντες ταξιτζήδες, ένας από τους οποίους δεν δίστασε να πατήσει όντας σταματημένος μια πολύ παρατεταμένη κόρνα, ίσως για να ειδοποιήσει κάποιον,. Ακόμα και οι ντόπιοι πιωμένοι μαυροπουκαμισάδες που είχα δει νωρίτερα να τσακώνονται, είχαν πάει για ύπνο.
Κάποια στιγμή, επιστρέφοντας από τα Κάστρα, χάθηκα εντελώς.
Σ’ένα αρχαίο χαμάμ ανδρών που βρήκα περιπλανώμενος τυχαία, και που παραδόξως ήταν ανοιχτό μέσα στον λαβύρινθο της Αγοράς, κατατρόμαξα άθελά μου ένα παράνομο (αντρικό) ζευγαράκι που μόλις έβγαινε, ίσως με πήραν για Ασφαλίτη, το’χω το ψαρωτικό.
Το γιατί το κατάλαβα την επόμενη, όταν διάβασα στις εφημερίδες ότι ο Έρτνυ πραγματοποίησε την προηγούμενη νύχτα μια τεράστια και αιφνιδιαστική επιχείρηση «σκούπα» ενάντια στους ομοφυλόφιλους, με επιδρομές της Αστυνομίας σε Συλλόγους, μπαρ, οικίες, ακόμα και σε ένα κακόφημο χαμάμ στην Κωνσταντινούπολη.
Έγιναν εκατοντάδες συλλήψεις, στο όνομα της Ηθικής και της προστασίας του Θεσμού της Οικογένειας, και παρά το ότι η ομοφυλοφυλία επίσημα δεν είναι ποινικά κολάσιμη στην τουρκία.
Τρατζίκ, που λένε και στα τουρκικά. . Πάντως κι εγώ με τις γάτες μια χαρά τα περάσαμε, είχαμε πολλές ενδιαφέρουσες συναντήσεις, συζητήσεις, και αποκλειστικές φωτογραφίσεις.
Κι έτσι, αν και άυπνός λεωφορείο που νόμιζα ότι ήταν, ήταν τελικά το πιο ραχατλίδικο- αντί πεντέμισι ήρθε στις εξίμισυ, και αντί για δύο ώρες έκανε τρεις, οπότε έφτασα στο Οτογκάρ της Τραπεζούντας 9.30 μέσα σε μια νύχτα μαύρη όσο και ο μοναδικός μου συνεπιβάτης στο ντολμούζ για το Μεϊντάνι, ένας Σομαλός μετανάστης με τη μεγάλη του βαλίτσα γεμάτη με το εμπόρευμα). Όμως τελικά, και την βόλτα μου την έκανα, και τα Μνημεία τα ξαναεντόπισα, και την Αρχόντισσα Τραπεζούντα, την παλιά μου γνώριμη, την ξαναθυμήθηκα, και το ήδη βαριά χτυπημένο από το παπούτσι πόδι μου ρήμαξα, σε σημείο να κουτσαίνω πολύ άσχημα. Είχα Πρόγραμμα.
Το πρωί όμως το Πρόγραμμα πήγε περίπατο, μια που το πόδι δεν είχε συνέλθει, κι έτσι, μετά το μάλλον φτωχό καβαλτί (πρωινό) του κεντρικού Τσακίρογλου Οτέλι, αντί για Κάστρα Μπόζτεπε και Θάλασσα, αναγκάστηκα ν’ αρκεστώ σ’ αυτόν τον μικρό περίπατο: κάθοδος στο Μεϊντάνι, στρίψιμο στον λοξό δρόμο που κατεβαίνει από το Μεϊντάνι στην κεντρική είσοδο του Φροντιστηρίου, κάθοδος από τα σκαλάκια ως τον παραλιακό δρόμο, που ήταν η ακτογραμμή του 1923, ατένισμα του Φροντιστηρίου από χαμηλά σε όλο του το μεγαλείο, επιστροφή από τον κάθετο δρόμο της Αγοράς.
Ντουζάκι , βαλίτσα, ντολμούζ, Αεροδρόμιο.
Η τουρκία δεν είναι απλά μια φιλοπόλεμη και στρατοκρατούμενη χώρα, είναι μια χώρα που εμπλέκεται ενεργά αυτήν την στιγμή που γράφω (Σεπτέμβριος 2026) σε πεντέξι πολέμους.
Δεν είναι παράξενο λοιπόν που έχουν παντού αυξημένα μέτρα ασφαλείας.
Δεν ήταν παράξενο που οι 3 από τις τέσσερις πόρτες των Αναχωρήσεων ήταν κλειστές και έμπαινες μόνο από την τέταρτη, όπου γινόταν ενδελεχής έλεγχος ασφαλείας, το παράξενο είναι που στους ανιχνευτές οι πινακίδες ήταν μόνο στα τουρκικά και οι εικόνες «έγραφαν» ό,τι και στον έλεγχο πριν την επιβίβαση, όχι υγρά, τα μικρά ως 100ml σε ένα σακουλάκι, όχι μαχαίρια όχι τσεκούρια όχι πολυβόλα όχι μπαζούκας, κτλ.
Το παράξενο είναι ότι ο αστυνομικός δε σκάμπαζε γρί από αγγλικά, και το ακόμα πιο παράξενο είναι ότι ενώ του εξήγησα τσάτρα πάτρα ότι θέλω να παραδώσω την αποσκευή (η λέξη κλειδί είναι «γκισσσέ») και όχι να περάσω στις Πύλες Επιβίβασης, μ έστειλε κάτω στον όροφο Αφίξεων, με αποτέλεσμα να χάσω χρόνο, να ιδρώσω κι άλλο τη φανέλα, και να ταλαιπωρήσω κι άλλο το καημένο μου το χτυπημένο δαχτυλάκι.
Το πιο ωραίο όμως ήταν που αφού ξεμπέρδεψα με όλα αυτά περίμενα μιάμιση ώρα σε λάθος Πύλη, μια που ενώ το Αεροδρόμιο είναι αρκετά σύγχρονο και το self checkin της βαλίτσας έγινε σαν βούτυρο, παρακάμπτοντας τεράστιες ουρές ντόπιων, δεν υπήρχε πίνακας Αναχωρήσεων – Πυλών.
Κι έτσι μισή ώρα πριν την αναχώρηση περίμενα καθιστός αμέριμνος και πέρα βρέχει να περάσουν όλοι σχεδόν οι υπόλοιποι συνεπιβάτες μου, και πήγα να μπω ωραίος και άνετος και σχεδόν τελευταίος, όπως κάνω πάντα, και μού λέει η κοπέλα περίλυπη κάτι σαν «είστε σε λάθος Πύλη- λάθος Εταιρεία- λάθος σας που γεννηθήκατε τέλος πάντων»… Κοιτάζω πραγματικά οι οθόνες είχαν το λογότυπο μιας άγνωστης Εταιρείας, και όχι της Turkish Airlines.
Πού να πάω της λέω έντρομος, κάτω μού δείχνει.
Μην σας τα πολυλογώ, το πρόλαβα το αεροπλάνο μου, αλλά δε γινόταν χωρίς σασπένς, η ζωή μου όλη.
Λένε πως ένας πολύ σημαντικός Δείκτης ψυχικής υγείας είναι η Αντοχή στη Ματαίωση.
Από την ηλιόλουστη και ζεστή Τραπεζούντα έφτασα σε μια συννεφιασμένη και δροσερή Πόλη.
Διάλεξα επίτηδες αυτό το δρομολόγιο των 12.20, το πλήρωσα παραπάνω, θυσίασα την άνεση χρόνου στην Τραπεζούντα, χωρίς να ξέρω βέβαια ότι η Tokat Yildisi και τα αργά της ζώα θα μού την στερούσαν και χτες το απόγευμα με την δίωρη καθυστέρηση, κι όλα αυτά για ν’ αποχαιρετήσω την Κωνσταντινούπολη με μια μεγάλη βόλτα στην Αγία Σοφία και στα πέριξ παράλια του Κεράτιου, θαυμάζοντας το φημισμένο της πολύχρωμο ηλιοβασίλεμα του Βοσπόρου, που αποψε απλά δεν υπάρχει.
Εΐβαλλα, ότι κι αν σημαίνει αυτό… Δεν στεναχωριέμαι για κάτι που δεν μπορώ να επηρεάσω.
Άσε που το χτυπημένο από το παπούτσι πόδι μου παρά τα νέα άνετα παπούτσια που αγόρασα χτες (Wickers ντόπιο πράμα, εξαιρετική αντιγραφή των Scetchers) πάει πολύ άσχημα, κουτσαίνω μπόλικα, κι έχω και την Ιατρική Πεζοπορία στο Άγιο Όρος το επόμενο σαββατοκύριακο, μάλλον θα την κάνω με παντόφλα (μη γελάτε κύριε Τόλιο). Έχω τόσο μεγάλη ανάγκη από ξεκούραση… Φτάνουμε στο Μετρό Γκαϊρέτεπε.
Ανταπόκριση για Οσμάνμπεϋ, ξενοδοχείο, και βλέπουμε. …Λίγο πριν φτάσουμε όμως στο Οσμάνμπεϋ του Νισάντασι, ακούγονται από κάπου βαθιά στο Υπερπέραν οι ήχοι του Μπέλλα Τσάο.
Ακούω πουλάκια από την κούραση και από την αϋπνία; Έφτασε το Φάντασμα της Κομμουνιστικής Επανάστασης που πλανάται εδώ και 150 χρόνια πάνω από την Ευρώπη στα υπόγεια τούνελ του Μετρό της Κωνσταντινούπολης; Όχι, από το βάθος των ενιαίων βαγονιών έρχεται ένα σουρεαλιστικό μπουλούκι, μια νεαρή και παχουλή γυναίκα που παίζει ακορντεόν, και δύο ολόγλυκα χαμογελαστά κοριτσάκια 3-4 ετών αριστερά και δεξιά, που μαζεύουν τον παρά.
Δίνω κάτι στο ένα και θέλει και το άλλο.
Μέχρι να τα κανονίσουμε με χαμόγελα, το τραίνο σταματάει στο Σταθμό. Στη Λεωφόρο του Νισάντασι τα σύννεφα είναι ακόμα περισσότερα.
Δεν κυκλοφορούν ούτε οι γάτες, απίστευτο.
Επίσης, οι τούρκοι δεν μαζεύουν τα κακά των σκυλιών τους, προσοχή πολλή με τις βαλίτσες σας μην πατήσετε καμμία νάρκη. Γιαγκμούρ Βαρ; Βαρ. Ψιχαλίζει.
Το δωμάτιό μου είναι αυτήν την φορά στον πέμπτο όροφο, με όμορφη θέα.
Σε λίγο βγαίνει ένας ηλιάκος.
Καφέ και συνεχίζουμε.
Σιγά μη με σταματούσε μια βαθιά πλήγή, ή λίγη βροχή.
Παλάτι του Βουκολέοντα, σού ‘ρχομαι συνεχίζεται (υγ. Βουκολέων γιόκ εκείνο το βράδυ... έφτασα μόνο ως το κοντινότερο μαγαζάκι που πουλούσε χανζαπλάστ, τσίμπησα στην επιστροφή κι ένα ταβούκ ντονέρ, και πίσω στο ξενοδοχείο.)
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους