ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΞΕΝΟΠΟΥΛΟΣ «ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΜΟΥ ΒΙΒΛΙΟ» . «Τον πρώτο αυτό χρόνο των σπουδών μου στην Αθήνα έκαμα και το salto mortale να τυπώσω το πρώτο μου βιβλίο. Δεν το τελείωσα , αλλά η αρχή και η απόπειρα...
ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΞΕΝΟΠΟΥΛΟΣ «ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΜΟΥ ΒΙΒΛΙΟ» . «Τον πρώτο αυτό χρόνο των σπουδών μου στην Αθήνα έκαμα και το salto mortale να τυπώσω το πρώτο μου βιβλίο.
Δεν το τελείωσα , αλλά η αρχή και η απόπειρα έγινε.
Ήταν το μυθιστόρημα : «Τα θαύματα του Διαβόλου» με ηρωίδα μια μάγισσα στο …Παρίσι, που το είχα γράψει τον περασμένο χρόνο, μαθητής στη Ζάκυνθο.
Το θεωρούσα, φυσικά, αριστούργημα, φανταζόμουν πως η έκδοσή του θα μ’ εδόξαζε και τόσο ανυπομονούσα για αυτή τη δόξα, ώστε έστειλα το χειρόγραφο στον Ανέστη Κωνσταντινίδη, το διάδοχο του Ανδρέα Κορομηλά και το μεγαλύτερο εκδότη της εποχής.
Θυμούμαι όταν πήγα στο ταχυδρομείο να παραδώσω το μεγάλο, κλειστό, πεντασφράγιστο φάκελο, με το ογκώδες χειρόγραφο.
Ο υπάλληλος των συστημένων τον ζύγισε στα χέρια του και με ρώτησε: - Τι έχεις μέσα; - Ένα μυθιστόρημα, του αποκρίθηκα.
Το στέλνω στην Αθήνα για να τυπωθεί… - Μετάφραση, βέβαια, έκαμε ο υπάλληλος, που δε φανταζόταν πως ένα παιδί δεκαπέντε χρονών μπορούσε να είναι συγγραφέας. - Όχι, πρωτότυπο, δικό μου, αποκρίθηκα κοκκινίζοντας ως τ’ αυτιά. - Έβαλε το φάκελο στη ζυγαριά και μου είπε με κάποιον οίκτο: - Θα πληρώσεις πολλά… Είναι, βλέπεις, σα γράμμα… Δεν το στέλνεις ανοικτό; Ο πατέρας μου, άμα του είπα πως θα έστελνα έργο μου για να τυπωθεί στην Αθήνα, μου ‘δωσε ολοπρόθυμα ένα πεντόφραγκο -έκανε κι αυτός τα μυαλά μου- και μπορούσα να πληρώσω. - Όχι, είπα προτιμώ κλειστό, γιατί δε θέλω να το διαβάσει άλλος… Πόσο κάνει; - Τρεις και πενήντα! Τις πλήρωσα, πήρα την απόδειξη κι έφυγα γεμάτος χαρά.
Ήμουν τόσο βέβαιος πως με το πρώτο ταχυδρομείο θα είχα ενθουσιώδη απάντηση από τον Κωνσταντινίδη -τέτοιο αριστούργημα!- και πως σε ένα μήνα το πολύ, θα λάβαινα και το βιβλίο! Το αφιέρωνα στον Άγγελο Βλάχο που τον θαύμαζα . Του είχα στείλει μάλιστα κι ένα ωραίο γράμμα, ζητώντας του την άδεια, κι ο επιφανής λόγιος μου απάντησε αμέσως ευγενικότατα, δεχόμενος …την τιμή που του έκανα -δεν του είχα γράψει την ηλικία μου -και τελειώνοντας με τ’ αξέχαστα αυτά λόγια «Είθε τ’ όνομά μου , γραφόμενον επί της πρώτης σελίδος του πρώτου σας βιβλίου, ν’ αποβή εις αίσιον οιωνόν της μελλούσης υμών επιτυχίας». Με τι καμάρι έδειχνα στους στενούς μου φίλους το γράμμα του Βλάχου! Με το πρώτο λοιπόν ταχυδρομείο έλαβα και γράμμα με την μεγαλοπρεπή ετικέττα του Ανέστη Κωνσταντινίδη.
Ο γραμματικός του -ένα δυσανάγνωστο όνομα- με πληροφορούσε πως ελήφθη εντάξει το χειρόγραφό μου, από τριακόσιες σελίδες, πως φαινόταν πραγματικώς «περίεργον μυθιστόρημα και διαβολικόν», αλλά για να αναλάβουν την έκδοσή του έπρεπε πρώτα να το διαβάσουν και να περιμένω.
Και περίμενα.
Περίμενα δεκαπέντε μέρες, ένα μήνα, δύο μήνες… τίποτα! Έχασα την υπομονή μου και ξανάγραψα.
Καμιά απάντηση.
Είχα το θράσος να ξαναγράψω στο Βλάχο παρακαλώντας τον να ρωτήσει τον Κωνσταντινίδη, περί της τύχης του έργου.
Αυτή τη φορά ο Βλάχος δεν απάντησε, είτε γιατί δεν είχε καιρό και την όρεξή μου να ρωτήσει τον Κωνσταντινίδη, είτε γιατί ρώτησε και δεν έμαθε ευχάριστα… Και δεν ήξερα πια τι να κάμω.
Αλλά επειδή πλησίαζε ο Σεπτέμβρης που θα έφευγα για την Αθήνα, έπαψα να στέλνω μάταια γράμματα.
Εγώ ο ίδιος θα πήγαινα στου Κωνσταντινίδη να ρωτήσω.
Πράγματι, λίγες μέρες αφού έφτασα, πήγα ένα πρωί στο κατάστημα – ήταν στην οδό Ερμού, αντίκρυ στο ξενοδοχείο της Αγγλίας- είδα τον ίδιο τον Κωνσταντινίδη κι έφυγα… με το χειρόγραφό μου υπό μάλης.
Δε θυμούμαι τώρα με τι λόγια ο μεγάλος εκδότης εχρύσωσε το χάπι του, αλλά το συμπέρασμα ήταν ότι δεν αναλάμβανε την έκδοσή των «Θαυμάτων του Διαβόλου». Κι ως τη μέση τουλάχιστον θα το διάβασε, γιατί όταν πήρα το χειρόγραφο, είδα πως οι 150 σελίδες ήταν από πίσω.
Τότε μου ήρθε η ιδέα να εκδώσω το μυθιστόρημά μου εγώ ο ίδιος κι επειδή δεν είχα χρήματα για να το τυπώσω δια μιας ολόκληρο «κατά φυλλάδια» και να το πουλώ με το πρακτορείο εφημερίδων.
Έτσι-λογάριαζα- με την είσπραξη από το πρώτο φυλλάδιο θα τύπωνα το δεύτερο, από του δεύτερου το τρίτο και καθεξής.
Ισως μάλιστα να είχα και ένα μικρό κέρδος . Δεν ήταν κακή ιδέα.
Απόδειξη πως πολλοί την ακολούθησαν κι η έκδοση μυθιστορημάτων και άλλων έργων «κατά φυλλάδια», μετά τα «Θαύματα του Διαβόλου», έγινε επιχείρηση συνηθισμένη. Ο Σέργιος Ραφτάνης, ο ονομαστός Ζακυνθινός εκδότης – αυτός που εξέδωσε στη Ζάκυνθο Σολωμό, Κάλβο και τόσους άλλους, κι οι εκδόσεις του σήμερα είναι πολύτιμες -είχε μεταφέρει το τυπογραφείο του στην Αθήνα.
Εκεί πήγα.
Και με πόση συγκίνηση ξαναείδα μετά χρόνια τον καλό του αρχιεργάτη, το Μανώλη, που μου έδινε χαλασμένα στοιχεία για να παίζω όταν ήμουν παιδί -είχα αλήθεια ένα «τυπογραφειάκι». Ετύπωσα λοιπόν μιαν αγγελία, που την έστειλα στην Ζάκυνθο και παντού όπου γνώριζα- στους συγγενείς μας στην Πόλη, στο Μαρίνο στην Κέρκυρα κλπ.- έκαμα και μια μεγάλη ρεκλάμα για τους τοίχους , έδωσα ρεκλαμίτσες και στις εφημερίδες, που μου τις δημοσίεψαν χάρισμα, και σε λίγο κυκλοφόρούσε το πρώτο φυλλάδιο με την εφιέρωση στο Βλάχο και με ένα μεγάλο πρόλογο που έπανε το μισό σχεδόν.
Θεέ μου με τι χαρά άκουσα τους εφημεριδοπώλες να διαλαλούν τα «Θαύματα του Διαβόλου! Μυθιστόρημα! Είκοσι λεπτά το φυλλάδιο!» ή έβλεπα στο δρόμο ανθρώπους κάθε λογής να το αγοράζουν και με πόση αγωνία περίμενα την άλλη μέρα να μάθω από το Πρακτορείο πώς πήγε η πούληση! Ε, δεν πήγε άσκημα.
Ο ίδιος ο Σπύρος Τσαγγάρης νεότατος τότε, μου έδωσε το Δελτίο και μου μέτρησε την είσπραξη.
Ήταν αρκετή και για τα έξοδα του δεύτερου φυλλαδίου.
Από αυτό πούλησα κάπως λιγότερα, μα ήταν και πάλι αρκετά.
Έτσι βγήκε και το τρίτο και το τέταρτο, ίσως -δεν ενθυμούμαι καλά- και το πέμπτο.
Κι η έκδοση σταμάτησε απότομα.
Γιατί τάχα; Απλούστατα, γιατί είδα πως δεν τα πρόφταινα όλα.
Με τα τρεχάματα στο τυπογραφείο, στο χαρτοπωλείο, στο πρακτορείο, με τις διορθώσεις , με τις ρεκλάμες, και προπάντων με τη διεκπεραίωση των φυλλαδίων που έστελνα στις επαρχίες, προπάντων στην Ζάκυνθο, -παραμελούσα τα μαθήματά μου κα τη μελέτη μου.
Δυο σχεδόν μήνες που βάσταξε η φασαρία των «θαυμάτων», μπορώ να πω πως τους έχασα.
Αλλά και πάλι θα έκανα θυσία άλλων δύο-τριών μηνών για να δω το βιβλίο μου τελειωμένο, ραμμένο, με το εξώφυλλό του, ή και χρυσοδεμένο -τι ευτυχία για έναν πρωτάρη- αν δεν συνέβαινε κάτι σπουδαιότερο: Στην ηλικία που βρισκόμουν , ο άνθρωπος μεγαλώνει γρήγορα! Λίγοι μήνες κάνουν για ολόκληρα χρόνια της κατοπινής ζωής.
Έτσι κι εγώ στο μεταξύ «μεγάλωσα» και το μυθιστόρημα που μου φαινόταν αριστούργημα δε μου άρεσε πια, δε με ικανοποιούσε καθόλου.
Σε αυτό βέβαια συνετέλεσε και η κοροϊδία που μου πάτησαν δύο εφημερίδες και προπάντων τα στραβομουτσουνιάσματα των φίλων μου που μου έλεγαν πως μόνο ο πρόλογός μου τους άρεσε και η γλώσσα μου -μια καθαρεύουσα από εκείνες! Ο Ραφτόπουλος μάλιστα που μ’ αγαπούσε, μου είπε καθαρά «Κόφ’το! Άμα γράψεις κάτι καλύτερο, το τυπώνεις». Και τον άκουσα.
Η διακοπή των «θαυμάτων» ήταν διπλή ανακούφιση για μένα: κι από το βάρος μιας πρόσθετης εργασίας, κι από την τύψη πως τύπωνα ένα έργο, που δεν άξιζε.» ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΞΕΝΟΠΟΥΛΟΣ(1867-1951), «Η ΖΩΗ ΜΟΥ ΣΑΝ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ», Εφημερίδα «ΑΘΗΝΑΙΚΑ ΝΕΑ» 1938-1939 ΑΝΕΣΤΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ(1846-1901: Διαπρεπής εκδότης από την Κύπρο.
Θεωρείται ως ο αναμορφωτής κι εκσυγχρονιστής του χώρου των εκδόσεων και της τυπογραφίας στην Ελλάδα.
Η δραστηριότητά του έχει καταγραφεί ως «σταθμός δια την ιστορίαν του βιβλίου εν Ελλάδι». Σπούδασε στο Πανεπιστήμιο Αθηνών φιλολογία, με σκοπό να διαδεχθεί τον πατέρα του, ο οποίος ήταν διευθυντής του πρώτου ιδιωτικού εκπαιδευτηρίου που είχε συσταθεί στην Αθήνα.
Ωστόσο, τα επαγγεματικά σχέδιά του άλλαξαν και μετέβη στη Γερμανία, όπου έμαθε την τέχνη της τυπογραφίας.
Κατόπιν επέστεψε στην Αθήνα και απασχολήθηκε αρχικά ως μεταφραστής και επιμελητής εκδόσεων ξένων βιβλίων.
Ξεκίνησε την επιχειρηματική δραστηριότητά του στο χώρο του βιβλίου με ένα μικρό βιβλιοπωλείο και οίκο με τίτλο «Κοραής», ο οποίος εξέδιδε λαϊκά αναγνώσματα.Το 1884 περιήλθε στην κατοχή του το σημαντικό τυπογραφείο του Ανδρέα Κορομηλά και διηύρυνε σε μεγάλη έκταση την εκδοτική παραγωγή του. Το Τυπογραφείον των Καταστημάτων Ανέστη Κωνσταντινίδου (διεθνώς: Imprimerie Anestis Constantinidis) κατέστη το εκδοτικό κέντρο πολλών σημαντικών ονομάτων της ελληνικής σκέψης και επιστήμης της εποχής.
Επίσης, η σειρά «Βιβλία του Λαού» ή «Βιβλιοθήκη του Λαού», συνδυάζοντας την αξιόλογη λογοτεχνία με τη χαμηλή τιμή, έκανε προσιτή την επαφή του αναγνωστικού κοινού με είδη όπως το ξένο μυθιστόρημα και το διήγημα, κυρίως από μεταφράσεις της γαλλικής. Ο Κωνσταντινίδης ενδιαφερόταν προσωπικά για την ποιοτική πλευρά της δουλειάς του, βάζοντας συχνά σε δεύτερη μοίρα την οικονομική πτυχή.
Αποκορύφωμα της βιβλιοπαραγωγικής δραστηριότητας και προσφοράς του Κωνσταντινίδη, καθώς και έργο ζωής, υπήρξε η ελληνική έκδοση -μετάφραση και εμπλουτισμός- του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, με τίτλο «Μέγα λεξικόν τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης».] . . , που ανακάλυψα…..αξιοπρόσεχτος τόπος.
Στην άκρη του Νέου Φαλήρου, μια παλιά πόρτα σκουριασμένη στη ρίζα του βράχου της Καστέλλας.
Ως την κορυφή του βράχου, κλιμακωτά, διάφορες οικοδομές που καταλήγουν στο σπίτι των Ταρουσόπουλων. Το τυπογραφείο μέσα, το ίδιο ύφος σκιερής ερημιάς και τάξης σαν μοναστήρι». ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ,1940] .
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους