[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

Δεν ξέρω αν υπάρχει πιο ακριβής δημοσκόπηση από μια κηδεία. Χωρίς κάλπες, χωρίς εταιρείες μετρήσεων, χωρίς πάνελ ειδικών. Πεθαίνει ένας άνθρωπος κι έρχεται ο κόσμος. Ή δεν έρχεται. Για τον Γιώργο...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Δεν ξέρω αν υπάρχει πιο ακριβής δημοσκόπηση από μια κηδεία. Χωρίς κάλπες, χωρίς εταιρείες μετρήσεων, χωρίς πάνελ ειδικών.

Πεθαίνει ένας άνθρωπος κι έρχεται ο κόσμος.

Ή δεν έρχεται.

Για τον Γιώργο Μαζωνάκη ήρθε.

Ήρθε στη Νίκαια.

Στη γειτονιά του.

Με λουλούδια, με δάκρυα, με τραγούδια, με εκείνη την κάπως άβολη αμηχανία που έχουμε όταν αποχαιρετούμε έναν άνθρωπο που δεν γνωρίσαμε ποτέ κι όμως, με κάποιον παράξενο τρόπο, ήταν για χρόνια μέσα στο αυτοκίνητό μας, στα ξενύχτια μας, στους χωρισμούς μας, στα σκυλάδικα της εθνικής οδού, στα μπαρ, στις χαρές και στις στραβές μας.

Αυτό είναι λαϊκός καλλιτέχνης.

Όχι εκείνος που έχει πιστοποιητικό λαϊκότητας από κάποια επιτροπή διανοουμένων.

Εκείνος που τρυπώνει χωρίς άδεια στη ζωή των ανθρώπων.

Και ο Μαζώ είχε τρυπώσει.

Γι’ αυτό ίσως μας στοίχισε τόσο.

Δεν ήταν ο μεγαλύτερος τραγουδιστής που πέρασε ποτέ από την Ελλάδα.

Δεν ήταν ο μεγαλύτερος συνθέτης - δεν ήταν καν συνθέτης.

Δεν χρειάζεται να κατασκευάσουμε έναν μύθο για να δικαιολογήσουμε τη συγκίνησή μας.

Ήταν όμως κάτι που είναι πολύ δυσκολότερο να κατασκευαστεί: αναγνωρίσιμος ως δικός μας.

Λίγο τσαλακωμένος.

Λίγο παράξενος.

Θεατρίνος και ταυτόχρονα ντροπαλός.

Μάγκας και ευάλωτος.

Μια δημόσια περσόνα που έμοιαζε να λέει «θα φορέσω ό,τι γουστάρω, θα τραγουδήσω όπως γουστάρω και, στο τέλος της βραδιάς, θα πονέσουμε παρέα». Ύστερα πέθανε.

Και τότε συνέβη κάτι ενδιαφέρον.

Άνθρωποι από διαφορετικά μουσικά στρατόπεδα τον αποχαιρέτησαν.

Λαϊκοί, έντεχνοι, ποπ, άνθρωποι του σύγχρονου τραγουδιού.

Για λίγες ώρες έπαψαν να υπάρχουν τα μικρά ελληνικά μουσικά Βατικανά.

Και βγήκε ο Σταύρος Ξαρχάκος. Ο Ξαρχάκος.

Ένας άνθρωπος που, αν ήθελε, θα μπορούσε να κουβαλάει μαζί του τρεις νταλίκες έπαρση και πάλι να του περίσσευε δικαίωμα.

Και είπε δυο κουβέντες. «Το τελευταίο λαϊκό είδωλο». Και πως ήξερε να κάνει το λαϊκό τραγούδι να μοιάζει με προσωπική εξομολόγηση.

Τόσο απλά.

Γιατί οι πραγματικά μεγάλοι έχουν ένα περίεργο ελάττωμα: δεν φοβούνται να αναγνωρίσουν το μέγεθος κάποιου άλλου.

Δεν μικραίνουν αν πουν έναν καλό λόγο.

Δεν κινδυνεύει ο Θεοδωράκης τους, ο Χατζιδάκις τους, ο Μάρκος τους, η αισθητική τους, η βιβλιοθήκη τους, το πιάνο τους.

Το ίδιο κι ο Νταλάρας.

Μίλησε για το λαϊκό παιδί από την Κοκκινιά, για έναν άνθρωπο φιλότιμο και ευαίσθητο που κέρδισε την αγάπη του κόσμου.

Και μετά ήρθε η Αφροδίτη Μάνου.

Κι εδώ είναι που θυμώνω.

Γιατί την Αφροδίτη Μάνου τη θαύμασα.

Ανήκει σε εκείνη τη γενιά που κάποτε φύσηξε καινούργιο αέρα στο ελληνικό τραγούδι.

Είχε προσωπικότητα, γραφή, άποψη.

Δεν ήταν ένα κατασκευασμένο τίποτα με μικρόφωνο.

Και ίσως γι’ αυτό ακριβώς πονάει περισσότερο.

Να διαθέτεις τόσο ταλέντο και να φτάνεις μπροστά στον θάνατο ενός άλλου ανθρώπου για να πεις, περίπου, ότι ούτε τον ήξερες ούτε τη δουλειά του και ότι το λαϊκό προσκύνημά του αποτελεί «καρφί στο φέρετρο» των ονείρων της δικής σου γενιάς.

Και λες: Τι κερδίζεις, μωρέ; Αλήθεια.

Τι διάολο κερδίζεις; Έγινε καλύτερο το ελληνικό τραγούδι επειδή υποτίμησες έναν νεκρό; Ψήλωσε ο πολιτισμός; Δικαιώθηκε η γενιά σου; Έγινε μικρότερος ο Μαζωνάκης επειδή χιλιάδες άνθρωποι πήγαν να τον αποχαιρετήσουν και εσύ δεν κατάλαβες ποτέ γιατί τον αγαπούσαν; Όχι.

Απλώς αποκάλυψες κάτι πολύ πιο θλιβερό.

Ότι μπορεί ένας άνθρωπος να γεμίσει τη ζωή του μουσική και να του μείνουν μέσα του χώροι εντελώς άμουσοι.

Ανάθεμα το ταλέντο, λοιπόν, αν δεν καταφέρνει να μας κάνει έστω και λίγο καλύτερους ανθρώπους.

Και ανάθεμα εκείνη την ελληνική εντεχνίλα - όχι το τραγούδι, αλλά την εντεχνίλα ως κοινωνική ασθένεια - που πιστεύει ακόμη ότι ο λαός οφείλει να δίνει εξετάσεις για το τι αγαπάει.

Σαν να υπάρχει Υπουργείο Πολιτισμού του Πένθους. «Εσείς γιατί κλαίτε;» «Μα, κύριε, ακούγαμε Μαζωνάκη». «Α, λυπούμαστε.

Το πένθος σας δεν εγκρίνεται.

Αν κλαίγατε για Μπρελ, ίσως». Αυτή είναι η γελοιότητα.

Ο κόσμος δεν ζήτησε από κανέναν άδεια για να αγαπήσει τον Μαζωνάκη.

Και, κυρίως, δεν ζήτησε από κανέναν άδεια για να τον πενθήσει.

Υπάρχει μια στιγμή στη ζωή όπου η αισθητική κριτική τελειώνει.

Είναι όταν κατεβαίνει το φέρετρο.

Εκεί δεν βαθμολογείς δισκογραφίες.

Δεν λογαριάζεις αν ο νεκρός ήταν αρκετά «ποιοτικός» για τα γούστα σου.

Βγάζεις το καπέλο.

Ή, αν δεν μπορείς, σωπαίνεις.

Οι παλιοί το έλεγαν πολύ καλύτερα: κρείττον του λαλείν το σιγάν.

Γιατί καμιά φορά η σιωπή είναι Πολιτισμός κι όχι δειλία.

Και στη Νίκαια αυτές τις μέρες, ανάμεσα σε χιλιάδες ανθρώπους που τραγουδούσαν έναν νεκρό για να τον κρατήσουν άλλα πέντε λεπτά μαζί τους, ο πολιτισμός βρισκόταν μάλλον περισσότερο έξω από την εκκλησία παρά μέσα στις αισθητικές μας βεβαιότητες. Ο Μαζώ έφυγε.

Και, όπως συμβαίνει συνήθως, ο θάνατος έκανε την τελευταία επιλογή τραγουδιού.

Άφησε πίσω του εκείνους που τον αγάπησαν.

Εκείνους που είχαν τη γενναιοδωρία να τον αναγνωρίσουν.

Και κάποιους άλλους να παλεύουν ακόμη να αποδείξουν ότι ήταν καλύτεροι από αυτόν.

Μόνο που υπάρχει ένα μικρό πρόβλημα.

Ο νεκρός δεν συμμετέχει πια στον διαγωνισμό.

Κι ο κόσμος έχει ήδη ψηφίσει... Υ.Γ.: Υπάρχει μια σχεδόν ποιητική ειρωνεία. Η Αφροδίτη Μάνου έγραψε στίχους που σήμερα θα μπορούσαν να είναι επικήδειος για τον Μαζωνάκη: «Η νύχτα ό,τι και να γίνει αναλαμβάνει την ευθύνη κι αυτός που ξέρει τι συμβαίνει ζει με τη νύχτα και σωπαίνει…» Ο ΜΑζώ ήξερε από νύχτα.

Την έζησε, την τραγούδησε, έγινε κομμάτι της. Και τελικά οι στίχοι της στάθηκαν πιο γενναιόδωροι από την ίδια.

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences