[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

Αναζητώντας τη χαμένη λαϊκότητα Η συζήτηση που έχει ξεσπάσει με αφορμή το μαζικό πένθος για τον Μαζωνάκη πολώνεται γύρω από την έννοια της λαϊκότητας. Αρκετοί βλέπουν μια αυθεντική εκδήλωση λαϊκής...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Αναζητώντας τη χαμένη λαϊκότητα Η συζήτηση που έχει ξεσπάσει με αφορμή το μαζικό πένθος για τον Μαζωνάκη πολώνεται γύρω από την έννοια της λαϊκότητας.

Αρκετοί βλέπουν μια αυθεντική εκδήλωση λαϊκής αγάπης για έναν σημαντικό λαϊκό τραγουδιστή.

Άλλοι αντιτείνουν ότι αυτά δεν είναι λαϊκότητα αλλά ο εκμαυλισμός των μαζών από την υποκουλτούρα του σκυλάδικου.

Ωστόσο και οι δύο πλευρές συμφωνούν στη μαζικότητα των εκδηλώσεων - αδιαμφισβήτητα ένα μεγάλο μέρος του (λαϊκού) κόσμου άκουγε και αγαπούσε τον Μαζωνάκη.

Απλώς εκεί που η μία βάζει συν, η άλλη βάζει μείον.

Η πρώτη πλευρά κατηγορεί τη δεύτερη για σνομπισμό και ελιτισμό απέναντι στη λαϊκή κουλτούρα.

Η δεύτερη ανταποδίδει καταλογίζοντας στην πρώτη μια υποκριτική, επιτηδευμένη λαϊκότητα – για να εμφανιστεί φιλολαϊκή δικαιολογεί ή και αγκαλιάζει κάθε παρακμιακή εκδήλωση των μαζών.

Οι δύο θέσεις μοιάζουν αντιθετικές, αλλά δεν είναι παρά οι δύο όψεις του ίδιου φαινομένου – της απόστασης από αυτό που ονομάζουν λαϊκότητα.

Το γούστο, σημείωνε ο Μπουρντιέ, δεν είναι μόνο η υποκειμενική προτίμηση πολιτισμικών προϊόντων – είναι, πρωτίστως, η αισθητική έκφραση της συμπυκνωμένης κοινωνικής ιστορίας του υποκειμένου, της ταξικής του θέσης, του οικονομικού, πολιτισμικού, συμβολικού κεφαλαίου που φέρει.

Η κοινωνική ιεραρχία εγγράφεται μέσα στα σώματα, στις προτιμήσεις, στον τρόπο που στεκόμαστε, μιλάμε, τρώμε, ντυνόμαστε, γελάμε, επιλέγουμε μουσική, έπιπλα ή διακοπές και ύστερα επιστρέφει στην κοινωνία ως φαινομενικά αυτονόητη διαφορά ποιότητας ανάμεσα στους ανθρώπους. Ο Μπουρντιέ κάνει τη διάκριση ανάμεσα σε (λαϊκό) γούστο της ανάγκης και (αστικό) γούστο της ελευθερίας.

Οι λαϊκές τάξεις αξιολογούν τα πολιτισμικά αγαθά κυρίως από την πρακτική τους χρησιμότητα – το φαγητό πρέπει να είναι χορταστικό, τα ρούχα άνετα και ανθεκτικά, η μουσική και οι ταινίες πρέπει να προσφέρουν άμεση συγκινησιακή ανταπόκριση και ηθική σαφήνεια (ποιος ήταν ο καλός και ποιος ο κακός). Ενστικτωδώς απορρίπτουν την αμφισημία και τον επιτηδευμένο πειραματισμό στην τέχνη ως τεχνητούς φραγμούς που έχουν στηθεί για να τις αποκλείσουν.

Έχουμε δηλαδή προτεραιότητα της λειτουργίας έναντι της φόρμας και συνέχεια μεταξύ τέχνης και ζωής.

Όλα αυτά όμως δεν πηγάζουν από κάποια πνευματική έλλειψη, αλλά είναι η ασυνείδητη μεν, απολύτως ορθολογική δε, προσαρμογή στις υλικές στερήσεις και στους περιορισμένους (πολιτισμικούς) πόρους.

Το αστικό γούστο, αντιθέτως, είναι το βασίλειο της «ελευθερίας» - η ασφάλεια και η απόσταση από τις υλικές ανάγκες επιτρέπει στην αστική τάξη και τα μορφωμένα μεσοστρώματα την πολυτέλεια να αδιαφορούν για τη χρησιμότητα/λειτουργία υπεραξιώνοντας. αντιθέτως, τη φόρμα και τον συμβολισμό.

Η αξία ενός έργου (ή ενός γεύματος) έγκειται στη στιλιστική του καινοτομία και την ιστορική του αναφορά, όχι στη χρηστικότητά του.

Η καλλιεργημένη θέαση απαιτεί μια ψυχρή, ειρωνική και διανοητική αποστασιοποίηση, ενώ απαγορεύεται δια ροπάλου η αφελής (αισθητική) ταύτιση με το αντικείμενο. Ο Μπουρντιέ βέβαια επισημαίνει μια σημαντική διαφοροποίηση στο εσωτερικό της άρχουσας τάξης.

Η αστική τάξη διαθέτει υψηλό οικονομικό κεφάλαιο αλλά σχετικά χαμηλότερο πολιτισμικό κεφάλαιο για αυτό προτιμά να επιδεικνύει πολυτέλεια και ακριβά status symbols (κότερα, αυτοκίνητα, εστιατόρια κλπ.). Η διανοητική ελίτ έχει υψηλό πολιτισμικό αλλά χαμηλό οικονομικό κεφάλαιο εξ ου και περιφρονεί τη χυδαία επίδειξη πλούτου, προτάσσοντας έναν αισθητικό ασκητισμό τα άγνωστα ή εξεζητημένα καλλιτεχνικά κινήματα και τον μινιμαλισμό. απέναντι στο λαϊκό κιτς και την επιδεικτική κατανάλωση των αστών.

Το γούστο, ανέλυε ο Μπουρντιέ, ταξινομεί εις διπλούν - ταξινομεί μεν τα διαφορετικά πολιτιστικά προϊόντα, αλλά ταυτόχρονα ταξινομεί και εκείνον που κάνει την ταξινόμηση.

Όταν λέμε «δεν μου αρέσει αυτή η μουσική», εμμέσως πλην σαφώς λέμε και κάτι άλλο, ότι «δεν είμαι σαν αυτούς που ακούν αυτή τη μουσική», ιδίως αν «αυτή» η μουσική κατατάσσεται στη χαμηλή ή και λούμπεν κατηγορία.

Η αισθητική προτίμηση λειτουργεί ως μηχανισμός κοινωνικής διαφοροποίησης.

Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι οι ανώτερες τάξεις (οικονομικές και διανοητικές) δεν καταναλώνουν λαϊκή ή και «χαμηλή» κουλτούρα - πολλοί από αυτούς το κάνουν και μάλιστα χωρίς τύψεις.

Όντας αυτοί που ορίζουν το μέτρο τι είναι υψηλό και τι χαμηλό, τι είναι ποιοτικό και τι «σκουπίδι», μπορούν άφοβα να καταναλώνουν τα δεύτερα χωρίς να κινδυνεύει η κοινωνική τους θέση.

Η ειρωνική κατανάλωση ενός «κακού» αντικειμένου μπορεί μάλιστα να αποτελεί υψηλότερη μορφή διάκρισης από την άμεση επίδειξη καλού γούστου.

Η διαφορά είναι ότι ο μυημένος καταναλώνει το αντικείμενο με κριτική απόσταση.

Δεν απολαμβάνει το κιτς ή το σκυλάδικο «αφελώς», το απολαμβάνει γνωρίζοντας ότι είναι κιτς και σκυλάδικο.

Η μετα-αισθητική αποστασιοποίηση είναι από μόνη της πολιτισμικό κεφάλαιο και η αντι-διάκριση γίνεται η μεγαλύτερη διάκριση.

Για να επιστρέψουμε όμως στο επίδικο: κάποιος που προέρχεται από μεσοαστικό ή αστικό περιβάλλον και έλαβε την ανάλογη μόρφωση, είναι πιθανό ότι δεν ακούει Μαζωνάκη ή αν ακούει, τον ακούει διαφορετικά από κάποιον που μεγάλωσε σε μια λαϊκή οικογένεια και παραμένει στην εργατική τάξη.

Οι λαϊκοί φανς του Μαζώ ταυτίζονται με τους στίχους του, συγκινούνται με τα τραγούδια του, τα «ζουν» πρώτα και μετά τα αναλύουν - αν τα αναλύουν.

Οι πιο διανοούμενοι (ή κουλτουριάρηδες, αν προτιμάτε) τα έχουν προκαταβολικά αναλύσει και τα απολαμβάνουν διαμεσολαβημένα.

Η μία μορφή «κατανάλωσης» δεν είναι ανώτερη από την άλλη – είναι απλώς διαφορετικές και παραπέμπουν σε δύο διαφορετικές θεμελιώδεις τοποθετήσεις απέναντι στον κόσμο και τα πράγματα – την πρόχειρη και τη θεωρητική.

Οι όροι είναι παρμένοι από τον Χάιντεγκερ – πρόχειρο/έτοιμο προς χρήση (zuhanden) είναι όταν χρησιμοποιούμε τα πράγματα απρόσκοπτα μέσα στην καθημερινή μας πρακτική δραστηριότητα.

Πχ όταν καρφώνουμε μια πρόκα το σφυρί λειτουργεί σχεδόν ως προέκταση του χεριού μας - δεν το παρατηρούμε, ούτε το εξετάζουμε ως αντικείμενο.

Αν όμως το σφυρί χαλάσει τότε χάνει τη λειτουργικότητά του και αρχίζουμε το παρατηρούμε θεωρητικά ως ένα πράγμα με σχήμα, βάρος, ιδιότητες κλπ.

Παύει να είναι πρόχειρο και γίνεται παρόν (επί χείρας) – vorhanden.

Το ίδιο ισχύει και με τη λαϊκότητα – αυτοί που είναι μέρος της, τη βιώνουν στο πετσί τους, δίχως να τη θεματοποιούν.

Οι υπόλοιποι απλώς τη συζητάμε, τη μεταχειριζόμαστε ως αντικείμενο προς ανάλυση/κατανόηση.

Για κάποιους αυτό το αντικείμενο είναι θετικό αφού συνδέεται με απλότητα, ειλικρίνεια, συναίσθημα, αυθεντικότητα κλπ.

Για άλλους είναι αρνητικό διότι έχει «χαμηλό» επίπεδο και καταναλώνει «σκυλάδικα». Η σχέση όμως και των μεν και των δε με αυτή τη λαϊκότητα παραμένει η ίδια – εξωτερική – είτε ακούν, είτε δεν ακούν Μαζωνάκη.

Αυτοί που βδελύσσονται τη λαϊκότητα που ακούει Μαζωνάκη καλό είναι να θυμηθούν ότι η κοινωνική ανισότητα γίνεται πιο αποτελεσματική όταν παύει να φαίνεται ως κοινωνική ανισότητα και εμφανίζεται ως ατομική διαφορά ικανότητας, γούστου ή χαρακτήρα.

Οι υπόλοιποι καλό είναι να αποδεχτούμε ότι δεν μιλάμε εξ ονόματός της, ούτε θα αποκτήσουμε οργανική σχέση με την πολυπόθητη λαϊκότητα επειδή ακούμε (στα κρυφά ή φανερά) και Μαζωνάκη.

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences