Ο αντίστροφος αντίκτυπος των… ιστορικών υπερβολών Ύβρις – Νέμεσις – Τίσις Η μελέτη αλλά και η βαθιά κατανόηση της ιστορίας, δυστυχώς, δεν είναι για όλους. Κι αυτό είναι κρίμα, γιατί θα ήταν ευχής...
Ο αντίστροφος αντίκτυπος των… ιστορικών υπερβολών Ύβρις – Νέμεσις – Τίσις Η μελέτη αλλά και η βαθιά κατανόηση της ιστορίας, δυστυχώς, δεν είναι για όλους.
Κι αυτό είναι κρίμα, γιατί θα ήταν ευχής έργον αν η ιστορία μπορούσε πράγματι να μας διδάξει, ώστε να μην επαναλαμβάνουμε τα λάθη της.
Ίσως, όμως, το πρόβλημα να μην βρίσκεται στην ιστορία αλλά σε εμάς.
Η ιστορία διαθέτει τη διδαχή της, μόνο που δεν είναι όλοι πρόθυμοι ή ικανοί να την ακούσουν.
Η κατανόηση του παρελθόντος απαιτεί ελεύθερη σκέψη και κυρίως την τόλμη να μην υποτάσσουμε την αλήθεια στην ιδεολογία, στην πολιτική σκοπιμότητα ή στην ελλιπή γνώση.
Γι’ αυτό και η ιστορία διδάσκει κυρίως εκείνους που είναι διατεθειμένοι να τη δουν χωρίς παρωπίδες.
Κι αυτοί είναι λίγοι.
Το παράδοξο, πως συχνά είναι και οι πιο αδύναμοι να επηρεάσουν την πορεία των πραγμάτων.
Βλέπουν τα λάθη να επαναλαμβάνονται, αναγνωρίζουν τις παλιές διαδρομές πίσω από τα καινούρια γεγονότα και, όταν τολμούν να προειδοποιήσουν, αντιμετωπίζονται ως γραφικοί ή απαισιόδοξοι από εκείνους που νομίζουν πως είναι η αρχή και το τέλος του κόσμου.
Κάθε γενιά έχει, άλλωστε, την ψευδαίσθηση της πρωτοτυπίας.
Θεωρεί τον κόσμο καινούριο επειδή είναι καινούρια η ίδια.
Έτσι χάνεται η εμπειρία, η γνώση και η σοφία του παρελθόντος.
Όχι επειδή δεν καταγράφηκαν σε βιβλία, αλλά επειδή καμία γενιά δεν τις κληρονομεί πραγματικά χωρίς να τις δοκιμάσει ξανά πάνω στα δικά της λάθη.
Και ίσως γι’ αυτό η ιστορία να επαναλαμβάνεται όχι ως γεγονός, αλλά ως μηχανισμός.
Ένας από τους πιο επίμονους αυτούς μηχανισμούς είναι η υπέρβαση του μέτρου.
Η ύβρις.
Οι αρχαίοι Έλληνες είχαν αντιληφθεί πολύ νωρίς τον κίνδυνο της ύβρεως.
Η ύβρις δεν ήταν απλώς μια πράξη αλαζονείας.
Ήταν η υπέρβαση των ορίων, η περιφρόνηση του μέτρου, η πεποίθηση ότι μια δύναμη μπορεί να προχωρήσει απεριόριστα χωρίς να προκαλέσει την αντίδραση που τελικά θα στραφεί εναντίον της. Η Νέμεσις και η Τίσις εξέφραζαν ακριβώς αυτήν την ιδέα της αποκατάστασης μιας διαταραγμένης ισορροπίας.
Δεν υποστηρίζω ότι η ιστορία λειτουργεί σαν ένας μηχανιστικός φυσικός νόμος, ούτε ότι κάθε ιστορική εξέλιξη είναι προκαθορισμένη.
Υπάρχει, όμως, ένα επαναλαμβανόμενο ιστορικό μοτίβο.
Όταν μια δύναμη ξεπερνά επίμονα τα όρια που μπορεί να ανεχθεί η κοινωνία, η ίδια η υπερβολή της αρχίζει να παράγει τις προϋποθέσεις αντίδρασης εναντίον της.
Και τότε συμβαίνει κάτι ακόμη πιο ενδιαφέρον.
Ο τρόπος που υποτίθεται ότι υπερασπίζεται έναν σκοπό μπορεί, μέσα από τις υπερβολές, να γίνει ο μεγαλύτερος εχθρός του ίδιου του σκοπού της.
Αυτό θα μπορούσαμε να το ονομάσουμε «αντίστροφο ιστορικό αντίκτυπο των υπερβολών». Το πράγμα είναι πιο απλό απ' όσο δείχνει ο μακροσκελής αυτός τίτλος.
Η ιστορία γράφεται μέσα από τη σύγκρουση αντίθετων δυνάμεων.
Ήδη από τον Ηράκλειτο οι Έλληνες αντιλαμβάνονταν τη σύγκρουση ως θεμελιώδες στοιχείο της πραγματικότητας.
Το περίφημο «πόλεμος πάντων πατήρ» δεν αφορά κατ’ ανάγκη μόνο τον πόλεμο με τα όπλα.
Αφορά ευρύτερα τη σύγκρουση, την αντίθεση, την κίνηση που προκαλείται από την αντιπαράθεση.
Δεν με ενδιαφέρει εδώ να εξετάσω τη θεωρία της σύγκρουσης των αντιθέτων.
Με ενδιαφέρει κάτι ειδικότερο.
Πώς μια δύναμη μπορεί -ξεπερνώντας το μέτρο- να προκαλέσει η ίδια τις συνθήκες της αποδυνάμωσης ή ακόμη και της ακύρωσής της.
Ας δούμε μερικά παραδείγματα.
Τι έκανε μεγαλύτερη ζημιά στην ελληνική Αριστερά κατά τη διάρκεια της Κατοχής, των Δεκεμβριανών και του Εμφυλίου, κυρίως όμως στη μεταγενέστερη κοινωνική της εικόνα; Μόνο η δράση των αντιπάλων της; Μόνο η κρατική καταστολή και ο αντικομμουνισμός; Ή και οι δικές της πράξεις και υπερβολές; Η απάντηση δεν μπορεί να είναι μονοσήμαντη.
Η ελληνική Αριστερά υπέστη διώξεις, αποκλεισμούς και βίαιη καταστολή, ενώ ταυτόχρονα τμήματά της και ιδιαίτερα ο μηχανισμός του ΚΚΕ κατά την περίοδο της Κατοχής και του Εμφυλίου προχώρησαν σε πράξεις που άφησαν βαθιά τραύματα στην ελληνική κοινωνία.
Η δράση της ΟΠΛΑ, οι εκτελέσεις αντιπάλων και διαφωνούντων, οι βιαιότητες στην ύπαιθρο και στις πόλεις, η σύγκρουση των Δεκεμβριανών και άλλες πράξεις που συνδέθηκαν με την πλευρά της Αριστεράς αποτέλεσαν πραγματικό ιστορικό βάρος.
Αυτό δεν ακυρώνει τις ευθύνες της άλλης πλευράς.
Ούτε σημαίνει ότι η μεταπολεμική ιστορία της Ελλάδας μπορεί να εξηγηθεί αποκλειστικά μέσα από τα λάθη της Αριστεράς.
Σημαίνει όμως κάτι διαφορετικό και κατά τη γνώμη μου, πολύ σημαντικότερο.
Μια πολιτική δύναμη μπορεί να υποστεί από τις δικές της υπερβολές μεγαλύτερη πολιτική και ηθική ζημιά απ’ όση θα μπορούσαν να της προκαλέσουν οι αντίπαλοί της. Η Αριστερά είχε κατορθώσει, μέσα από την Αντίσταση, να αποκτήσει σημαντική κοινωνική απήχηση.
Όταν όμως η πολιτική σύγκρουση μετατράπηκε σε ανεξέλεγκτη βία, η εικόνα αυτή τραυματίστηκε ανεπανόρθωτα.
Η υπερβολή, επομένως, άρχισε να λειτουργεί αντίστροφα.
Η δύναμη που πίστευε ότι ενίσχυε τη θέση της, σε ένα βαθύτερο επίπεδο υπονόμευσε την ίδια την κοινωνική αποδοχή που είχε ήδη κατακτήσει.
Αυτό ακριβώς εννοώ με τον αντίστροφο ιστορικό αντίκτυπο.
Ας πάμε σε ένα άλλο παράδειγμα.
Ποιος έκανε μεγαλύτερο κακό στο λεγόμενο «πατριωτικό αφήγημα»; Η Αριστερά ή η δικτατορία των συνταγματαρχών; Εδώ η απάντηση είναι πολύ πιο καθαρή.
Η ίδια η χούντα.
Η δικτατορία προσπάθησε να ταυτίσει τον πατριωτισμό με τον αυταρχισμό, την εθνική ρητορεία, τις υπερβολικές κορώνες και μια συχνά κιτς αισθητική του «εθνικόφρονος» μεγαλείου.
Μετέτρεψε μια σύνθετη και βαθιά έννοια, την πατρίδα, σε πολιτικό σύνθημα και εργαλείο νομιμοποίησης.
Και τελικά την εξέθεσε.
Η κορύφωση αυτής της ιστορικής ειρωνείας υπήρξε η Κύπρος.
Μια εξουσία που μιλούσε αδιάκοπα στο όνομα του έθνους συνδέθηκε τελικά με μια από τις μεγαλύτερες εθνικές τραγωδίες της μεταπολεμικής Ελλάδας.
Εδώ η ύβρις δεν κατέστρεψε απλώς την κυβέρνηση της χούντας.
Υπονόμευσε, για πολλά χρόνια, την αξιοπιστία ενός ολόκληρου πολιτικού λεξιλογίου.
Ας πάμε τώρα σε ένα παράδειγμα από την Επανάσταση του 1821.
Ποιος έκανε κακό στον Οδυσσέα Ανδρούτσο; Μόνο οι ορκισμένοι εχθροί του ή κάποιοι από τους ανθρώπους που θεωρούσε και ο ίδιος ότι τον υπηρετούσαν; Κι όμως.
Και οι υποτιθέμενοι φίλοι του που προσπάθησαν να φανούν… βασιλικότεροι του Βασιλέως. Οι Νούτσος και Παλάσκας στάλθηκαν από την κυβέρνηση, σε μια περίοδο κατά την οποία οι σχέσεις της με τον Ανδρούτσο ήταν εχθρικές, προκειμένου να αναλάβουν ρόλο που ουσιαστικά αμφισβητούσε τη θέση του.
Οι άνθρωποι όμως του Ανδρούτσου τους δολοφόνησαν.
Σύμφωνα με νέες έρευνες, χωρίς δική του διαταγή.
Ανεξάρτητα όμως από το πώς αποτιμά κανείς τον βαθμό εμπλοκής του ίδιου, το πολιτικό αποτέλεσμα ήταν καταστροφικό για τον Ανδρούτσο.
Η πράξη αυτή προσέφερε στους αντιπάλους του ένα πολύτιμο όπλο.
Η κυβέρνηση απέκτησε ένα ισχυρό επιχείρημα εναντίον του και οι ήδη τεταμένες σχέσεις πέρασαν σε ακόμη πιο επικίνδυνη φάση.
Οι άνθρωποι που υποτίθεται ότι υπερασπίζονταν τον αρχηγό τους με την ανεξέλεγκτη δράση τους, συνέβαλαν τελικά στην πολιτική και φυσική του εξόντωση.
Είναι ίσως μία από τις πιο τραγικές ειρωνείες της ιστορίας.
Μερικές φορές δεν χρειάζεται να σε νικήσει ο εχθρός σου.
Αρκεί να σε υπερασπιστούν με τόσο άφρονα τρόπο οι φίλοι σου.
Εδώ ακριβώς βρίσκεται η ουσία του φαινομένου.
Το κακό για μια θέση, μια ομάδα, μια παράταξη ή ακόμη και για μια ιδέα δεν έρχεται πάντοτε από τους αντιπάλους της.
Μπορεί να έρθει από το εσωτερικό της, όταν εκείνοι που πιστεύουν ότι την υπηρετούν χάνουν το μέτρο. Η Αριστερά, όταν η πολιτική σύγκρουση μετατράπηκε σε ανεξέλεγκτη βία, έβλαψε και η ίδια την κοινωνική απήχηση των ιδανικών της.
Η χούντα, όταν μετέτρεψε τον πατριωτισμό σε υπερβολική και αυταρχική πολιτική παράσταση, γελοιοποίησε σε μεγάλο βαθμό το ίδιο το αφήγημα που υποτίθεται ότι υπερασπιζόταν.
Και οι άνθρωποι του Ανδρούτσου, όταν έδρασαν χωρίς την αναγκαία σύνεση, δημιούργησαν τις προϋποθέσεις για την καταστροφή εκείνου που θεωρούσαν ότι προστατεύουν.
Ένα ακόμη, σύγχρονο παράδειγμα του ίδιου μηχανισμού θα μπορούσε να αναζητηθεί σε ορισμένες εκδοχές της λεγόμενης «woke» ατζέντας και στον τρόπο με τον οποίο έχουν εξελιχθεί τα αιτήματα που συνδέονται με τα δικαιώματα των σεξουαλικών και έμφυλων μειονοτήτων.
Εδώ χρειάζεται μια ουσιώδης διάκριση.
Άλλο η αποδοχή και η κατοχύρωση των δικαιωμάτων των ομοφυλοφίλων και άλλο η αποδοχή κάθε επιμέρους πολιτικού, κοινωνικού ή ιδεολογικού αιτήματος που εμφανίζεται στη συνέχεια ως προέκταση αυτών των δικαιωμάτων.
Το πρώτο μπορεί να έχει ήδη κατακτήσει σημαντικό μέρος της κοινωνικής συναίνεσης.
Το δεύτερο δεν είναι αυτονόητο ότι θα ακολουθήσει την ίδια πορεία.
Και εδώ ακριβώς μπορεί να εμφανιστεί ο μηχανισμός της υπέρβασης του μέτρου.
Ένα κίνημα ξεκινά από ένα αίτημα ισότητας και αποδοχής.
Όσο το αίτημα αυτό γίνεται κοινωνικά αποδεκτό, τόσο διευρύνεται και το πεδίο των διεκδικήσεων.
Σε κάποια στιγμή, όμως, ένα μέρος της κοινωνίας μπορεί να θεωρήσει ότι η διεκδίκηση δεν περιορίζεται πλέον στην κατοχύρωση της ισότητας, αλλά επεκτείνεται στην απαίτηση αλλαγής γλώσσας, συμπεριφορών, θεσμών ή ακόμη και αντιλήψεων που μέχρι τότε θεωρούνταν προσωπικές ή κοινωνικές επιλογές.
Τότε μπορεί να συμβεί κάτι παράδοξο.
Η υπερβολή στη διεκδίκηση να αρχίσει να δημιουργεί αντίδραση απέναντι όχι στους ανθρώπους για τους οποίους ξεκίνησε η διεκδίκηση, αλλά απέναντι σε νέα αιτήματα, νέες πολιτικές ή νέες μορφές κοινωνικής και θεσμικής επιβολής που συνδέονται μαζί της.
Η κοινωνία μπορεί να πει, ξαφνικά… ΜΕΧΡΙ ΕΔΩ! Και αυτό ακριβώς είναι το σημείο στο οποίο λειτουργεί ο μηχανισμός της Νέμεσης.
Η υπέρβαση του μέτρου μπορεί να δημιουργήσει το αντίπαλο δέος.
Ένα αίτημα που είχε αρχίσει να γίνεται αποδεκτό μπορεί, εξαιτίας της υπερβολικής διεύρυνσής του, να προκαλέσει τέτοια αντίδραση ώστε να δυσκολέψει ακόμη και την περαιτέρω αποδοχή εκείνων των αλλαγών που θα μπορούσαν υπό άλλες συνθήκες να πραγματοποιηθούν ομαλότερα.
Δεν πρόκειται, ασφαλώς, για αναγκαστική επιστροφή της κοινωνίας στην προηγούμενη κατάσταση ούτε για δικαίωση οποιασδήποτε μορφής συντηρητικής αντίδρασης.
Πρόκειται για κάτι βαθύτερο.
Για την επαναλαμβανόμενη ιστορική διαπίστωση ότι η υπέρβαση μπορεί να παράγει την αντίδρασή της.
Και εδώ βρίσκεται το παράδοξο της ύβρεως.
Ένα κίνημα που επιδιώκει να διευρύνει την κοινωνική αποδοχή μιας διαφορετικότητας μπορεί -αν μετατρέψει τη διεκδίκηση σε υπερβολή ή σε απαίτηση γενικευμένης συμμόρφωσης- να ενισχύσει ακριβώς εκείνες τις κοινωνικές αντιστάσεις που ήθελε αρχικά να εξαλείψει.. Ύβρις, λοιπόν, δεν είναι μόνο η αλαζονεία.
Είναι και η αδυναμία μιας δύναμης να αντιληφθεί πότε η ίδια της η ισχύς αρχίζει να στρέφεται εναντίον της.
Και ίσως αυτό να είναι ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα της εποχής μας.
Γιατί και σήμερα βλέπουμε δυνάμεις να πιστεύουν ότι μπορούν να προχωρούν χωρίς όριο.
Να συσσωρεύουν οικονομική ισχύ, πολιτική επιρροή και κοινωνική ανισότητα, θεωρώντας ότι η κοινωνία θα προσαρμόζεται επ’ άπειρον.
Δεν γνωρίζω αν η ιστορία λειτουργεί με «νομοτέλειες». Γνωρίζω όμως ότι οι κοινωνίες έχουν όρια.
Και όταν αυτά τα όρια παραβιάζονται επίμονα, κάποια στιγμή εμφανίζεται η αντίδραση.
Το παράδοξο είναι ότι μπορεί να μην έρθει από εκείνους που σήμερα περιμένουμε.
Το αντίπαλο δέος των ισχυρών δεν είναι βέβαιο ότι θα αναστηθεί από τις σημερινές πολιτικές δυνάμεις που αυτοαποκαλούνται αντίπαλοί τους.
Μπορεί να γεννηθεί από τις ίδιες τις κοινωνικές συνθήκες που δημιουργούν οι υπερβολές των ισχυρών.
Όπως ακριβώς η υπερβολή μιας πολιτικής δύναμης μπορεί να δημιουργήσει την κοινωνική ανάγκη για την αντίπαλή της, έτσι και η υπερβολική συσσώρευση πλούτου και ισχύος μπορεί, χωρίς να το αντιλαμβάνεται, να ξαναφέρει στο προσκήνιο αιτήματα που σήμερα θεωρούνται ξεπερασμένα.
Μπορεί να αλλάξουν τα ονόματα.
Μπορεί να αλλάξουν οι σημαίες.
Μπορεί να αλλάξει ακόμη και το ίδιο το πολιτικό σύστημα.
Οι βασικές ανθρώπινες απαιτήσεις, όμως, δεν αλλάζουν τόσο εύκολα.
Δικαιοσύνη, αξιοπρέπεια, ισότητα ευκαιριών, κοινωνική προστασία, συμμετοχή.
Και όταν αυτά απουσιάζουν για πολύ, κάποια στιγμή επιστρέφουν ως πολιτικό αίτημα.
Ίσως, λοιπόν, το μεγαλύτερο ιστορικό λάθος των ισχυρών να είναι η πεποίθηση ότι η νίκη τους είναι οριστική.
Δεν είναι.
Καμία ιστορική δύναμη δεν είναι αιώνια.
Και καμία υπερβολή δεν μένει χωρίς συνέπειες.
Δεν ξέρω εάν ιστορία νομοτελειακά εκδικείται.
Οι άνθρωποι όμως αντιδρούν.
Και πολλές φορές η αντίδρασή τους γεννιέται ακριβώς από εκείνον που την προκάλεσε.
Αυτό είναι ίσως το πιο παράδοξο μάθημα της Νέμεσης.
Η δύναμη που υπερβαίνει το μέτρο μπορεί να γίνει ο δημιουργός της συστολής, ακόμη και του εκμηδενισμού της. Γ. Π.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους