[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

«Δε θα τα αφήναμε εδώ, έτσι δεν είναι;», ψιθύρισε η μάνα μου στη σκάλα, το ένα της χέρι ακόμα ακουμπισμένο στην ξύλινη κουπαστή, το βλέμμα της καρφωμένο επάνω μου. Ο ήχος της φωνής της με χτύπησε...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

«Δε θα τα αφήναμε εδώ, έτσι δεν είναι;», ψιθύρισε η μάνα μου στη σκάλα, το ένα της χέρι ακόμα ακουμπισμένο στην ξύλινη κουπαστή, το βλέμμα της καρφωμένο επάνω μου.

Ο ήχος της φωνής της με χτύπησε, ένα μείγμα σκληρότητας και παρακλήσεως· ένιωσα τα γόνατά μου να τρέμουν.

Είχα ξυπνήσει το προηγούμενο βράδυ από το φως του κινητού του Στέλιου.

Το φως έπεφτε πάνω στη γκρι ταπετσαρία μας, σχηματίζοντας σκιές.

Σηκώθηκα αθόρυβα και, για πρώτη φορά μετά από εφτά χρόνια, μπήκα στον πειρασμό να κοιτάξω τα μηνύματά του. «Πόσο λείπεις απόψε...», διάβασα, τα μάτια μου να τσούζουν από δάκρυα που δεν ήξεραν ακόμα αν έπρεπε να βγουν.

Με λένε Ειρήνη.

Αυτή τη λέξη –ειρήνη– αισθάνομαι απόλυτα ειρωνική σήμερα.

Το πρωί, έφτιαξα καφέ όπως κάθε μέρα. Η Θεανώ, η κόρη μας, χαμογελούσε στο γυάλινο τραπέζι, κρατώντας χρωματιστές ξυλομπογιές. Ο Στέλιος μπήκε στην κουζίνα, το βλέμμα χαμηλωμένο.

Ένιωθα τον κόμπο να μεγαλώνει στο λαιμό μου. «Στέλιο, με ποια μιλάς;» είπα, σχεδόν ψιθυριστά.

Απόλυτη σιωπή.

Μόνο ο ήχος από το κουτάλι μέσα στην κούπα. «Είναι αυτό που νομίζω;» συνέχισα, και η φωνή μου ράγισε. Η Θεανώ σταμάτησε να χρωματίζει. «Τι έγινε, μαμά;» Ο Στέλιος σηκώθηκε απότομα, κοντοστάθηκε μισό βήμα απ’ το τραπέζι και με κοίταξε. «Είναι κάτι που δεν έπρεπε να γίνει.

Τελείωσε», ψιθύρισε και βγήκε από το δωμάτιο.

Έπειτα, ξεκίνησε ο εφιάλτης: φήμες στην πλατεία, κουβέντες στη λαϊκή, βλέμματα στις φίλες μου και στη μάνα μου, η οποία μου μιλούσε κάθε μέρα για πίστη, για αντοχή, για το «τι θα πει ο κόσμος». Η μαμά μου, Μαρία, δεν το δεχόταν να χωρίσω. «Σήμερα εσύ, αύριο ποιος; Όλοι τσακώνονται.

Εσύ θα διαλύσεις το σπίτι για ένα μήνυμα;» ούρλιαζε.

Κι ο αδερφός μου, ο Γιώργος; «Ειρήνη, εσύ φταις που του έδωσες αέρα.

Μην κάνεις καμιά τρέλα», προσπαθούσε να με νουθετήσει.

Δεν ξέραν τί νιώθω· κανείς δεν καταλάβαινε τον βαθύ πανικό πως ό,τι χτίζαμε τόσα χρόνια μπορούσε να γκρεμιστεί μέσα σε μια νύχτα.

Έπεσαν πάνω μου όλοι.

Δάκρυα στην αγκαλιά της θείας μου, Μαρίας. «Αυτός ο Στέλιος, παιδί μου, ήταν πάντα ήσυχος μπροστά σου, αλλά ξενος άνθρωπος τελικά». Φόβος στις κουβέντες των φίλων μου: «Έλα, μωρέ, κι εμείς κάτι περάσαμε.

Μάθε να συγχωρείς». Πώς συγχωρείς όταν το είναι σου φωνάζει ΠΡΟΔΟΣΙΑ κι όλοι γύρω σου προσποιούνται πως είναι θέμα αντοχής και αξιοπρέπειας μπροστά στη γειτονιά; Μάταια προσπαθούσα να πείσω τον εαυτό μου πως ήταν ένα λάθος που θα μπορούσα να ξεπεράσω.

Έβλεπα το πρόσωπό μου στον καθρέφτη και ένιωθα ντροπή.

Ντροπή για τους καβγάδες που άκουσε η Θεανώ τα βράδια.

Ντροπή για τις συζητήσεις που έστησαν οι γείτονες – για το αν ήμουν «αρκετή» ή αν θα έπρεπε να κάνω «τα στραβά μάτια σαν τις σωστές γυναίκες». Εγώ, που πάντα με ήθελα δυνατή, τώρα ένιωθα άδεια, κενή.

Ένα βράδυ, μετά από άλλο ένα οικογενειακό δείπνο με σιωπηλές ματιές κι οργή κρυμμένη πίσω από ψεύτικα χαμόγελα, πήρα απόφαση να φύγω για λίγο στης Κάτιας, της ξαδέρφης μου, στο Χαλάνδρι.

Εκεί, επιτέλους, βρήκα μια στιγμή ησυχίας. «Μη μετανιώνεις αν πονάς», μου είπε η Κάτια. «Σημασία έχει να ξέρεις πού σταματάει το δικό σου μέτρο.

Ό,τι και να πει η μάνα σου, μόνο εσύ ξέρεις πώς νιώθεις». Κούνησα το κεφάλι μου μηχανικά.

Δεν ήξερα αν ήθελα να ακούσω ή να ξεχάσω.

Στο πρώτο μας ραντεβού μετά το σκηνικό – θυμάμαι τον Στέλιο να κάθεται απέναντί μου, στο παλιό μας καφενείο, δίπλα στη θάλασσα της Βάρκιζας.

Το αεράκι ανέμιζε τα φώτα των τραπεζιών, σαν να μου θύμιζε πόσο εύθραυστα είναι όλα.

Κανείς δεν μιλούσε πρώτος. «Θέλεις να μάθεις την αλήθεια ή να αισθανθείς ασφαλής;» με ρώτησε. Σάστισα.

Για δευτερόλεπτα αναρωτήθηκα αν καταλαβαίνει πόσο έχει αλλάξει η αίσθηση της αλήθειας στη σχέση μας – ότι πια κάθε του λέξη είναι μια νέα αβεβαιότητα. «Η Θεανώ χρειάζεται και τους δυο μας», συνέχισε. «Με μισείς;» ρώτησα τελικά, προσπαθώντας να δω μέσα του κάτι, οτιδήποτε. «Όχι.

Γλίστρησα σε κάτι που δεν περίμενα ποτέ.

Δεν ήταν έρωτας, ήταν μόνο έξαρση.

Δεν ήθελα να σε πληγώσω». «Εμένα ή το είδωλό μου;» ψιθύρισα σπαρακτικά, γιατί είχα αρχίσει να χάνω το ίδιο μου το πρόσωπο. Η Θεανώ μαζεύτηκε μαζί μου στης Κάτιας για λίγες μέρες.

Ήταν ήσυχη, πιο σοβαρή απ’ ότι συνήθως.

Ένα βράδυ μου έφερε ένα ζωγραφισμένο χαρτί: ήταν τρία σπιτάκια κολλημένα το ένα δίπλα στο άλλο και ένας ήλιος στη μέση. «Μαμά, η οικογένεια είναι σπίτι;» «Η οικογένεια είναι όπου είμαστε μαζί», κατάφερα ν’ απαντήσω πριν με προδώσουν τα δάκρυα.

Πόση αλήθεια και πόση αυταπάτη χωρούσαν σε αυτή την πρόταση; Η συνέχεια της ιστορίας στα σχόλια 👇👇👇

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences