Η Τριανταφυλλιά δεν ήταν χαζή. Ούτε κοιμόταν όρθια, όπως θα μπορούσε να νομίσει κανείς βλέποντάς την να δέχεται αδιαμαρτύρητα όσα αποφάσιζε η μάνα της. Απλώς ο γάμος δεν την ένοιαζε. Κι ο γαμπρός...
Η Τριανταφυλλιά δεν ήταν χαζή. Ούτε κοιμόταν όρθια, όπως θα μπορούσε να νομίσει κανείς βλέποντάς την να δέχεται αδιαμαρτύρητα όσα αποφάσιζε η μάνα της.
Απλώς ο γάμος δεν την ένοιαζε.
Κι ο γαμπρός ακόμη λιγότερο.
Γιατί η Τριανταφυλλιά είχε αγαπήσει μια φορά.
Και τον έλεγαν Μήτσο.
Ήταν πριν από οχτώ χρόνια. Ο Μήτσος ερχόταν συχνά στο τσιφλίκι κι η Φρόσω είχε πιστέψει πως ερχόταν για κείνη.
Και της καλοάρεσε.
Νέα γυναίκα ήταν ακόμη, όμορφη, χήρα από χρόνια και μαθημένη να παίρνει εκείνο που της γυάλιζε στο μάτι.
Μόνο που ο Μήτσος δεν κοίταζε τη Φρόσω. Την Τριανταφυλλιά κοίταζε.
Κι η Τριανταφυλλιά τον κοίταζε πίσω.
Δεν είχε γίνει τίποτε μεταξύ τους.
Ένα βλέμμα παραπάνω.
Ένα χαμόγελο που κρατούσε λίγο περισσότερο απ’ όσο έπρεπε.
Μια αφορμή να βρεθεί ο ένας εκεί όπου ήξερε πως θα περάσει ο άλλος. Τόσο.
Μα στον έρωτα καμιά φορά το τόσο φτάνει. Η Φρόσω άργησε να το καταλάβει.
Κι όταν το κατάλαβε, δεν συγχώρεσε ούτε τον έναν ούτε την άλλη.
Την κόρη της δεν μπορούσε να τη διώξει.
Έδιωξε τον Μήτσο.
Κακήν κακώς.
Τον πλήρωσε βέβαια. Η Φρόσω ήξερε να πληρώνει.
Με τα λεφτά της έκλεινε στόματα, άνοιγε δρόμους και ξεφορτωνόταν ό,τι της στεκόταν εκεί που δεν το ήθελε. Ο Μήτσος έφυγε από το τσιφλίκι ένα βράδυ κι έγινε καπνός. Η Τριανταφυλλιά δεν τον ξαναείδε.
Ούτε έμαθε πού πήγε.
Κι εκείνος δεν ξαναγύρισε.
Πέρασαν οχτώ χρόνια. Ο Μήτσος είχε πάει σ’ άλλο χωριό.
Έφτιαξε εκεί το δικό του κονάκι, δούλεψε, στάθηκε στα πόδια του και φρόντισε τους δικούς του, τη μάνα και τον πατέρα του.
Δεν παντρεύτηκε.
Δεν του έλειψε το ψωμί.
Δεν του έλειψε η στέγη.
Μα κάτι του έλειπε. Η Τριανταφυλλιά.
Κι εκείνη, τόσα χρόνια μετά, μπορεί να δεχόταν έναν γάμο που της κανόνιζε η μάνα της, μα όχι γιατί περίμενε τον γαμπρό με λαχτάρα.
Ο άνθρωπος που είχε θελήσει κάποτε είχε χαθεί μέσα σε μια νύχτα.
Γι’ αυτό και όταν, μετά τον θάνατο του Μίχου, η Φρόσω αποφάσισε πως ο γάμος με τον μάντραχαλο δεν θα γίνει, η Τριανταφυλλιά δεν έφερε αντίρρηση. Η Φρόσω ήξερε πώς να της το σερβίρει. «Χάσαμε τον αδελφό σου και θα κοιτάμε τώρα γάμους; Κι αυτόν θα πάρεις; Αυτόν που δεν έχει στον ήλιο μοίρα; Εσύ αξίζεις καλύτερο άντρα.
Στο κάτω κάτω, για τα λεφτά σου ερχόταν.
Όχι για σένα.» Και η Τριανταφυλλιά το έφαγε.
Όχι επειδή ήταν κουτή.
Επειδή δεν την ένοιαζε.
Αν είχε ανοίξει εκείνη την πόρτα στο κατώι και είχε δει τη μάνα της στην αγκαλιά του άντρα που προοριζόταν για δικός της, φύλλο δεν θα έτρωγε.
Μα την πόρτα την είχε ανοίξει η Φιλιώ.
Και η Φρόσω ήξερε πως η νύφη της δεν θα το άφηνε να περάσει έτσι. Ο Μίχος είχε πεθάνει. Η Φιλιώ δεν είχε πια κανέναν λόγο να σωπαίνει για να προστατέψει τον άντρα της από ένα κακό που θα μπορούσε να γίνει.
Ο γαμπρός λοιπόν έπρεπε να φύγει.
Και έφυγε.
Τέλος ο γάμος.
Τέλος κι εκείνος. Η Φρόσω έσωσε για άλλη μια φορά τα προσχήματα και παρουσίασε στην κόρη της τη δική της ανάγκη σαν μητρική φροντίδα.
Θα της έβρισκε, είπε, καλύτερο άντρα.
Άντρα που να την αξίζει.
Και μάλιστα μακριά από το χωριό.
Εκεί όπου κανείς δεν θα γνώριζε τα χαΐρια της μάνας της.
Μόνο που η Φρόσω δεν ήξερε ακόμη κάτι.
Ο πρώτος άντρας που είχε κοιτάξει κάποτε την Τριανταφυλλιά και είχε κάνει την καρδιά της να χτυπήσει διαφορετικά δεν είχε χαθεί. Ζούσε.
Είχε κονάκι.
Είχε δουλειά.
Είχε φροντίσει τους γονείς του.
Είχαν περάσει οχτώ ολόκληρα χρόνια.
Και δεν είχε παντρευτεί.
Γιατί ούτε ο Μήτσος είχε ξεχάσει την Τριανταφυλλιά.
Κι εδώ, μετά από οχτώ χρόνια, η ζωή είχε έναν παλιό λογαριασμό να ξανανοίξει. Πόπη & GPT-5.6 SOL
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους