[451 Logo]
 Μόνο Top News & Social
 Επικαιρότητα
 Αθλητικά
 Οικονομία
 Ροή

Αννέτα Καββαδία: Οι αρχές μας δοκιμάζονται στα δύσκολα Υπάρχουν καταγγελίες που δεν δοκιμάζουν μόνο την ευαισθησία μας απέναντι στην έμφυλη βία. Δοκιμάζουν και κάτι δυσκολότερο: την πολιτική μας...

Original Post

Πλήρες Κείμενο:

Αννέτα Καββαδία: Οι αρχές μας δοκιμάζονται στα δύσκολα Υπάρχουν καταγγελίες που δεν δοκιμάζουν μόνο την ευαισθησία μας απέναντι στην έμφυλη βία.

Δοκιμάζουν και κάτι δυσκολότερο: την πολιτική μας συνέπεια όταν η καταγγελία αφορά έναν άνθρωπο που έχουμε μάθει να θεωρούμε «δικό μας», κάποιον που δυσκολευόμαστε να χωρέσουμε στην εικόνα του κακοποιητή.

Και όμως, αυτή ακριβώς η δυσκολία είναι που πρέπει να μας απασχολήσει.

Όχι επειδή μια καταγγελία αποτελεί αυτομάτως δικαστική απόφαση.

Δεν αποτελεί.

Το τεκμήριο της αθωότητας είναι αδιαπραγμάτευτο και η ποινική ευθύνη κρίνεται από τους αρμόδιους θεσμούς, με τις εγγυήσεις που προβλέπει ο νόμος.

Δεν είναι δουλειά των κοινωνικών δικτύων να αποδίδουν ποινές, ούτε της δημόσιας συζήτησης να μετατρέπεται σε διαδικτυακό δικαστήριο.

Ούτε η διαπόμπευση, ούτε η αποκάλυψη στοιχείων που η καταγγέλλουσα επιθυμεί να παραμείνουν ιδιωτικά, ούτε ο κανιβαλισμός αποτελούν μορφές κοινωνικής δικαιοσύνης.

Αλλά ακριβώς επειδή δεν είμαστε δικαστήριο, δεν σημαίνει ότι πρέπει να είμαστε αδιάφορ@. Ούτε δικαστήριο, αλλά ούτε και σιωπή Μια καταγγελία για βιασμό και χρόνια σωματική και ψυχική κακοποίηση δεν είναι ένα ακόμη επεισόδιο στον ατέρμονο κύκλο των διαδικτυακών αντιπαραθέσεων.

Είναι μια πράξη λόγου που συχνά προϋποθέτει τεράστιο προσωπικό κόστος.

Και εδώ ακριβώς βρίσκεται η ουσία του «καμία μόνη». Για την Αριστερά, η έμφυλη βία δεν μπορεί να είναι απλώς ένα ακόμη κεφάλαιο της πολιτικής της ταυτότητας, είναι ζήτημα εξουσίας.

Και η πατριαρχία είναι εξουσία ακριβώς επειδή δεν περιορίζεται σε εκείνους που αυτοπροσδιορίζονται ως πατριαρχικοί.

Δεν αποτελεί ιδεολογική αίρεση στην οποία ανήκουν «οι άλλοι», διαπερνά ολόκληρη την κοινωνία και, συνεπώς, και τις δικές μας οργανώσεις, συλλογικότητες, φιλίες, ερωτικές σχέσεις, χώρους εργασίας και πολιτικής δράσης.

Αυτό είναι ίσως το πιο δύσκολο μάθημα της υπόθεσης: η πολιτική συνείδηση δεν αποτελεί… εμβόλιο απέναντι στην πατριαρχία.

Η οποία, παρεμπιπτόντως, δεν σταματά να υφίσταται επειδή κάποιος έμαθε να χρησιμοποιεί σωστά το πολιτικό λεξιλόγιο.

Δεν ηττάται επειδή κάποιος έχει καλές προθέσεις.

Και ασφαλώς δεν ηττάται επειδή το βιογραφικό ενός ανθρώπου περιέχει πράξεις που εμείς θεωρούμε αξιόλογες.

Το βιογραφικό δεν είναι άλλοθι.

Αυτό δεν σημαίνει ότι όλοι είναι ίδιοι.

Δεν σημαίνει ότι ακυρώνεται η πολιτική δράση ενός ανθρώπου επειδή υπάρχει μια καταγγελία εναντίον του.

Και κυρίως δεν σημαίνει ότι εγκαταλείπουμε τη στοιχειώδη αρχή της δικαιοσύνης, σύμφωνα με την οποία η ενοχή πρέπει να αποδεικνύεται και να κρίνεται θεσμικά.

Σημαίνει όμως ότι αρνούμαστε μια άλλη, εξίσου επικίνδυνη στρέβλωση: να μετατρέψουμε το τεκμήριο της αθωότητας, σε τεκμήριο αναξιοπιστίας της καταγγέλλουσας και σε πρόσκληση προς το περιβάλλον να σιωπήσει μέχρι να αποφανθεί κάποιος θεσμός.

Στηρίζουμε την καταγγέλλουσα, δεν υποκαθιστούμε τη Δικαιοσύνη Αυτή η διάκριση είναι κρίσιμη.

Γιατί η εναλλακτική είναι να βρεθούμε μπροστά σε δύο εξίσου προβληματικές αντιδράσεις.

Από τη μία, το «λαϊκό δικαστήριο» των σόσιαλ μίντια: δημόσια διαπόμπευση, εικασίες, αποκαλύψεις προσωπικών στοιχείων, αναπαραγωγή φημών, μια συλλογική ανάγκη να βγει αμέσως ετυμηγορία.

Από την άλλη, η αντανακλαστική υπεράσπιση του «δικού μας ανθρώπου». Και οι δύο αντιδράσεις χάνουν το ουσιώδες: η πρώτη καταργεί τις εγγυήσεις της δικαιοσύνης, η δεύτερη καταργεί τη δυνατότητα μιας γυναίκας να μιλήσει.

Ανάμεσα στα δύο δεν υπάρχουν «ίσες αποστάσεις», υπάρχει μια διαφορετική πολιτική στάση: υπερασπιζόμαστε το δικαίωμα της καταγγέλλουσας να μιλήσει και να προστατευτεί, χωρίς να υποκαθιστούμε τη Δικαιοσύνη.

Και υπάρχει κάτι ακόμη που οφείλουμε να πούμε καθαρά: η ιδεολογική συγγένεια με έναν καταγγελλόμενο δεν μπορεί να αποτελεί κριτήριο για το πόσο σοβαρά θα πάρουμε την καταγγελία μιας γυναίκας.

Αν το «καμία μόνη» λειτουργεί μόνο όταν ο καταγγελλόμενος είναι πολιτικός μας αντίπαλος, τότε δεν συνιστά θεμελιώδη αρχή αλλά εργαλείο.

Η πραγματική δοκιμασία των αξιών μας αρχίζει όταν αυτές συγκρούονται με τις προσωπικές μας συμπάθειες, τις συλλογικές μας ταυτότητες και την ανάγκη μας να πιστεύουμε ότι οι άνθρωποι με τους οποίους αγωνιζόμαστε είναι κατ’ ανάγκη και στις προσωπικές τους σχέσεις χειραφετημένοι.

Δεν είναι.

Και ίσως αυτό είναι το πιο δύσκολο κομμάτι της αυτοκριτικής που χρειάζεται η Αριστερά: να πάψει να θεωρεί ότι επειδή αντιμάχεται τις κυρίαρχες μορφές εξουσίας, έχει αυτομάτως υπερβεί όλες τις εξουσιαστικές σχέσεις στο εσωτερικό της.

Δεν τις έχει.

Ασφάλεια και φροντίδα Η πρώτη μας υποχρέωση, επομένως, είναι η φροντίδα της επιζώσας και η δημιουργία ασφαλούς χώρου για εκείνη.

Ενός χώρου όπου θα μπορέσει να μιλήσει χωρίς να φοβάται ότι θα στοχοποιηθεί, θα αμφισβητηθεί, θα απομονωθεί ή θα υποχρεωθεί να αντιμετωπίσει μόνη της τις συνέπειες της καταγγελίας της.

Και όταν κάποια γυναίκα σπάει τη σιωπή, το πρώτο ερώτημα δεν μπορεί να είναι «τι σημαίνει αυτό για τον χώρο μας;». Πρέπει να είναι: τι χρειάζεται αυτή η γυναίκα τώρα; Αυτό δεν είναι υποχώρηση από την πολιτική, είναι η πολιτική στην πιο δύσκολη και ουσιαστική της μορφή.

Να μη ζητήσουμε από μια επιζώσα να θυσιάσει τη φωνή της για να προστατευθεί η εικόνα ενός κινήματος.

Να μη ζητήσουμε από ένα κίνημα να εγκαταλείψει τις αρχές της δικαιοσύνης για να προστατεύσει έναν άνθρωπο.

Να μη μετατρέψουμε την αλληλεγγύη σε όχλο, και την αμφιβολία σε σιωπή.

Να θυμόμαστε ότι η πατριαρχία δεν κοιτάζει κομματικές ταυτότητες.

Και ότι το «καμία μόνη» δεν παίρνει αστερίσκους όταν ο καταγγελλόμενος είναι «δικός μας». Ίσως τότε, και μόνο τότε, αρχίζουμε να εννοούμε πραγματικά αυτά που λέμε όταν μιλάμε για χειραφέτηση. Η ΕΠΟΧΗ

Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους


Όροι Χρήσης - Επικοινωνία
Update cookies preferences