Μετά τον θάνατο του πατέρα μου, ήταν φυσικό επόμενο ή φτώχεια που ήδη είχε χτυπήσει την πόρτα μας, όπως και στις περισσότερες οικογένειες εκείνης της εποχής μετά τον αιματηρό εμφύλιο πόλεμο, να μπει...
Μετά τον θάνατο του πατέρα μου, ήταν φυσικό επόμενο ή φτώχεια που ήδη είχε χτυπήσει την πόρτα μας, όπως και στις περισσότερες οικογένειες εκείνης της εποχής μετά τον αιματηρό εμφύλιο πόλεμο, να μπει για τα καλά στο σπίτι μας.
Πως να ζήσεις όταν δεν έχεις κανένα απολύτως εισόδημα; Τον πρώτο καιρό μετά το θάνατο του πατέρα μου, ζήσουμε με κάποια οικονομική βοήθεια των αδελφών της μάνας μου και με ό,τι μας έδιναν οι συγγενείς του πατέρα μου και ειδικά η αδελφή του η αγαπημένη μου θεία Παρασκευή.
Η μάνα μου όμως δεν έκατσε με σταυρωμένα χέρια.
Έψαχνε εναγωνίως για δουλειά.
Μερικές φορές, δούλευε σε κάποια μεροκάματα στο διπλανό χωριό, είτε σε σπίτια, είτε σε αγροτικές δουλειές, ό,τι της τύχαινε τέλος πάντων.
Απευθύνθηκε και στην κοινότητα μήπως μπορούσαν να τη βάλουν καθαρίστρια στο σχολείο ή στο νηπιαγωγείο του χωριού.
Δε βρέθηκε κάτι.
Το μόνο που ήθελαν και έψαχναν εκείνη την εποχή, ήταν έναν άνδρα κατά προτίμηση με δικό του μουλάρι για να μεταφέρει τα ψωμιά από το διπλανό χωριό στο χωριό μας, μια και ο μοναδικός φούρνος του χωριού μας είχε κλείσει και δεν τροφοδοτείτο πλέον το νηπιαγωγείο μας. - Σας παρακαλώ, δώστε μου τη δουλειά.
Θα φέρνω τα ψωμιά ζαλίκι.
Έχω ανάγκη να δουλέψω.
Πρέπει να μεγαλώσω τα παιδιά μου.
Αν και υπήρχαν δισταγμοί και ενστάσεις, τελικά προσελήφθη από την κοινότητα γι’ αυτήν ακριβώς τη δουλειά με ένα πενιχρό μισθό.
Ίσα που τα έβγαζε πέρα και δεν ήταν λίγες οι φορές που πριν κλείσει ο μήνας, πήγαινε με το τεφτέρι στα μπακάλικα του χωριού μας να προμηθευτεί τα χρειαζούμενα.
Ήρθε η εποχή που θα πήγαινα στην πρώτη Δημοτικού.
Μια υφαντή μικρή τσάντα (τερτίτσιου – στα βλάχικα), την είχα από δώρο της γυναίκας ενός εξαδέλφου μου, θα ήταν η σχολική μου τσάντα.
Συνηθιζόταν εκείνη την εποχή οι Βλάχες νύφες να δίνουν μικροδωράκια στους συγγενείς του γαμπρού και έτσι βρέθηκα να έχω σχολική τσάντα.
Την καμάρωνα και περίμενα με αγωνία την ημέρα που θα πήγαινα στο σχολείο.
Την ημέρα που θα έβαζα μέσα την πλάκα με το κονδύλι, τα τετράδια, το μολύβι και τη σβήστρα που μου είχε αγοράσει η μάνα μου, βερεσέ με το τεφτέρι.
Μού έλειπε το Αναγνωστικό.
Η μάνα μου δεν το είχε προμηθευτεί γιατί της είχε υποσχεθεί μια συγγενής μας, ότι θα της δώσει το μεταχειρισμένο της κόρης της, που ήταν κατά ένα χρόνο μεγαλύτερη από εμένα.
Και τελευταία στιγμή, ή το μετάνοιωσε ή θεώρησε καλό να το δώσει κάπου αλλού.
Έτσι γινόταν τότε.
Από χέρι σε χέρι τα αναγνωστικά και γενικώς τα βιβλία. “Έχει ο Θεός” μου είπε. “Θα πω στους δασκάλους ότι δεν έχω να σου το αγοράσω.
Ίσως έχουν κανένα παλιό.
Θα δούμε” Δεν ονειρευόμουν κασετίνες γιατί δεν τις ήξερα και ούτε νομίζω να είχε κανείς στο χωριό μας.
Δυο τρεις ημέρες πριν ανοίξουν τα σχολεία ήρθε η μάϊα (γιαγιά από την μητέρα μου) για να μας δει.
Ερχόταν ποδαρόδρομο με άλλες γυναίκες από την Κόνιτσα - Κοίτα Αρετούλα, τι σου έφερα για το σχολείο! Και έβγαλε από το ταγάρι της ένα καινούργιο Αναγνωστικό της πρώτης Δημοτικού κα ένα μακρόστενο στρογγυλό τσίγκινο κουτάκι. - Το βιβλίο είναι από τις θείες σου.
Μου έστειλαν λεφτά και σου το αγόρασα.
Να και αυτό το κουτί να βάζεις τη σβήστρα και το μολύβι σου. - Μάνα, τι κάνεις; Αυτό το κουτί είναι του πατέρα! Φύλαγε τον καπνό του. - Εκεί που είναι τώρα, του χρειάζεται; Από το να το έχω μέσα στο μπαούλο ας το πάρει η εγγόνα μου.
Θα πιάσει τόπο, απάντησε η γιαγιά μου και τα δάκρυα αυλάκωναν το πρόσωπό της.
Αυτή ήταν η κασετίνα μου, η δική μου κασετίνα και την είχα μέχρι και την τρίτη δημοτικού, όσες και οι τάξεις που τελείωσα στο χωριό μου.
Μετά πέρασε στα χέρια της αδελφής μου, όπως είχε περάσει και το Αναγνωστικό.
Και σίγουρα από την αδελφή μου σε κάποιο άλλο παιδί κατέληξε το Αναγνωστικό της πρώτης τάξης.
Τα δωρεάν βιβλία άρχισαν να δίνονται πολύ αργότερα.
Όταν έπειτα από δύο χρόνια ήρθε και εκείνη μαζί μου στην παιδόπολη, η κασετίνα μας γύρισε και πάλι στο μπαούλο της γιαγιάς και άλλαξε χρήση.
Έγινε ο κουμπαράς της, όπου φύλαγε τις λίγες οικονομίες της από τον μισθό της ως μαγείρισσα – λαντζέρισσα στις κατασκηνώσεις της Κόνιτσας και στο οικοτροφείο.
Δεν ξέρω ποια ήταν η τύχη της κασετίνας μου μετά τον θάνατο της γιαγιάς μου.
Αλλά πολύ θα ήθελα να κατέληγε στα χέρια μου.
Ένα μακρόστενο τσίγκινο κουτάκι , από χέρι σε χέρι, τέσσερεις κάτοχοι, τρεις χρήσεις! Αρετή Γραμμόζη - Παπαδημάτου
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους