«Μάνα, δεν γίνεται. Πού να σε βάλουμε;» Ο Στέλιος στεκόταν στην πόρτα με το χέρι ακόμη στο πόμολο, λες και φοβόταν πως αν το άφηνε θα έπρεπε να με αφήσει και να μπω. Πίσω του η Δάφνη, με σταυρωμένα...
«Μάνα, δεν γίνεται. Πού να σε βάλουμε;» Ο Στέλιος στεκόταν στην πόρτα με το χέρι ακόμη στο πόμολο, λες και φοβόταν πως αν το άφηνε θα έπρεπε να με αφήσει και να μπω.
Πίσω του η Δάφνη, με σταυρωμένα χέρια, ούτε καν με κοίταζε κανονικά.
Κοίταζε τη βαλίτσα μου.
Τη μοναδική μου βαλίτσα.
Εκεί μέσα είχα βάλει δυο αλλαξιές, τα φάρμακά μου, κάτι χαρτιά από την απόλυση και μια φωτογραφία του Στέλιου μικρού, όταν ακόμα κοιμόταν αγκαλιά πάνω μου τα καλοκαίρια. «Για λίγες μέρες μόνο», του είπα. «Μέχρι να βρω κάτι.
Ένα δωμάτιο, μια δουλειά, κάτι.» Η Δάφνη τότε πετάχτηκε. «Δεν είναι μόνο θέμα χώρου, κυρία Ελένη.
Είναι και η καθημερινότητά μας.
Εργαζόμαστε και οι δύο, έχουμε πρόγραμμα, δεν γίνεται να αλλάξουν όλα έτσι.» Κυρία Ελένη.
Όχι μαμά.
Όχι έστω Ελένη. Κυρία Ελένη, λες και ήμουν ξένη που χτύπησε λάθος κουδούνι.
Εκείνη τη μέρα είχα ήδη χάσει τα πάντα.
Το πρωί με είχαν απολύσει από το καθαριστήριο στον Κολωνό, μετά από δεκατρία χρόνια. «Πέφτει η δουλειά», μου είπαν. «Δεν βγαίνουμε.» Σαν να έφταιγα εγώ.
Και το απόγευμα ο σπιτονοικοκύρης μου άφησε τελεσίγραφο.
Τρεις μήνες πίσω στο νοίκι.
Δεν είχα άλλον χρόνο.
Και πήγα στο παιδί μου.
Στο παιδί μου. Ο Στέλιος χαμήλωσε τα μάτια.
Αυτό πονάει πιο πολύ, ξέρετε; Όχι όταν σε χτυπάνε με λόγια.
Όταν δεν μπορούν ούτε να σε κοιτάξουν. «Μάνα, να σου δώσω κάποια χρήματα για ξενοδοχείο δυο-τρεις μέρες; Μέχρι να συνεννοηθούμε;» Γέλασα.
Κακό γέλιο.
Σπασμένο. «Ξενοδοχείο; Με τι μετά; Με τι ζωή;» Δεν είπε τίποτα. Η Δάφνη ακούμπησε το χέρι στην κοιλιά της.
Ήταν έγκυος τότε, λίγων μηνών, και ξαφνικά κατάλαβα.
Δεν ήμουν η μάνα του.
Ήμουν το πρόβλημα που απειλούσε την ηρεμία τους.
Έφυγα χωρίς φωνές.
Αυτό ίσως τους βόλεψε περισσότερο.
Πήρα το λεωφορείο για τη Νίκαια και πήγα στην αδερφή μου, τη Μαρίνα.
Ζούσε σε ένα μικρό δυάρι, πέμπτο χωρίς ασανσέρ, με τον άντρα της άρρωστο και τον μικρό τους εγγονό να πηγαινοέρχεται γιατί η κόρη της δούλευε βάρδιες.
Κι όμως, όταν με είδε στην πόρτα, δεν ρώτησε τίποτα.
Μόνο είπε: «Έλα μέσα.
Θα στριμωχτούμε.» Να η διαφορά.
Όποιος σε θέλει, στριμώχνεται.
Τους πρώτους μήνες κοιμόμουν σε ένα σπαστό κρεβάτι στην κουζίνα.
Άκουγα το ψυγείο να βουίζει όλη νύχτα και προσπαθούσα να μην κλαίω για να μην τους ξυπνάω.
Το πρωί έφτιαχνα καφέδες, σφουγγάριζα, μαγείρευα, έλεγα πως «καλά είμαι». Ψέματα.
Δεν ήμουν καλά.
Ένιωθα πεταμένη. Άχρηστη.
Σαν να είχε λήξει η χρησιμότητά μου και να το έμαθα τελευταία.
Έψαχνα δουλειά παντού.
Σε σπίτια για καθάρισμα, σε φούρνους, σε μαγειρεία.
Όπου πήγαινα, με κοιτούσαν πάνω κάτω. «Πόσο είστε;» Πόσο είμαι; Πενήντα έξι. Και; Στην Ελλάδα άμα περάσεις τα πενήντα, είναι λες και σε βάζουν σε ράφι.
Βρήκα τελικά λίγες ώρες σε μια κυρία στο Κερατσίνι.
Μετά άλλη μία.
Μετά άρχισα να φτιάχνω και ταψιά με παστίτσιο και γεμιστά για δυο εργαζόμενα ζευγάρια στη γειτονιά.
Λίγα λεφτά, αλλά δικά μου.
Έδωσα στη Μαρίνα ό,τι μπορούσα, κι ας μην τα έπαιρνε εύκολα. Ο Στέλιος δεν πήρε τηλέφωνο για εβδομάδες.
Μετά για μήνες.
Μια φορά μόνο έστειλε μήνυμα: «Είσαι καλά;» 👇 Η συνέχεια της ιστορίας σε περιμένει στα σχόλια 👇
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους