ΑΠΑΣΦΑΛΙΖΩ... Και σαν να μην έφτανε το παρακάτω, έρχεται και η Αφροδίτη Μάνου, η οποία δηλώνει ότι δεν γνώριζε ούτε τον Μαζωνάκη ούτε τα τραγούδια του, για να αποφανθεί ότι το λαϊκό προσκύνημα στον...
ΑΠΑΣΦΑΛΙΖΩ... Και σαν να μην έφτανε το παρακάτω, έρχεται και η Αφροδίτη Μάνου, η οποία δηλώνει ότι δεν γνώριζε ούτε τον Μαζωνάκη ούτε τα τραγούδια του, για να αποφανθεί ότι το λαϊκό προσκύνημα στον νεκρό τραγουδιστή «είναι το τελευταίο καρφί στο φέρετρο των ονείρων μιας γενιάς καλλιτεχνών, που αλλιώς τα φανταστήκαμε». Ε, λοιπόν, κάπου εδώ ΑΠΑΣΦΑΛΙΖΩ.
Γιατί άλλο πράγμα είναι να μη σου αρέσει ένας καλλιτέχνης, άλλο να θεωρείς ένα μουσικό είδος κατώτερο των αισθητικών σου απαιτήσεων και εντελώς άλλο να στέκεσαι απέναντι σε χιλιάδες ανθρώπους που πενθούν έναν νεκρό και να αποφασίζεις ότι η θλίψη τους αποτελεί απόδειξη της πνευματικής τους ήττας, της πολιτιστικής τους κατωτερότητας και, ακόμη χειρότερα, της αδυναμίας τους να γίνουν «Εαυτοί», λες και η συγκίνηση χρειάζεται πλέον πιστοποιητικό κοινωνικών φρονημάτων και σφραγίδα πολιτιστικής επάρκειας για να θεωρηθεί αξιοπρεπής.
Έχω κουραστεί αφόρητα από αυτή την πνευματική αριστοκρατία του υψωμένου φρυδιού, από εκείνους που έχουν αποφασίσει ότι ο πολιτισμός είναι ένα ιδιωτικό κλαμπ στο οποίο μπαίνεις μόνο εφόσον ακούς τα σωστά τραγούδια, διαβάζεις τα σωστά βιβλία, συγκινείσαι από τους σωστούς δημιουργούς και, προφανώς, πενθείς τους σωστούς νεκρούς.
Και έχω κουραστεί ακόμη περισσότερο από αυτή την απίστευτη ευκολία με την οποία η λέξη «λαός» γίνεται σε ορισμένα στόματα κάτι που υποτίθεται ότι υπερασπίζονται μέχρι τη στιγμή που ο ίδιος αυτός λαός τολμήσει να αγαπήσει κάτι που εκείνοι περιφρονούν.
Τότε ξαφνικά ο λαός γίνεται «ηττημένος», «ταλαίπωρος», κοιμισμένος και νανουρισμένος από «σκυλάδικα», ένα άμορφο πλήθος χωρίς προσωπικότητα, χωρίς κρίση και χωρίς πραγματικό Εαυτό, επειδή είχε την ασυγχώρητη αναίδεια να βρει μέσα σε ένα λαϊκό τραγούδι κάτι από τον δικό του έρωτα, τον δικό του χωρισμό, τη δική του μοναξιά, τη δική του απόρριψη και τη δική του πληγή.
Και εδώ βρίσκεται ίσως μία από τις μεγαλύτερες αντιφάσεις ολόκληρου αυτού του κειμένου.
Παίρνει συναισθήματα απολύτως ανθρώπινα , έρωτα, εγκατάλειψη, απόρριψη, ζήλια, μοναξιά, λάθος, πληγωμένη αξιοπρέπεια , και τα παρουσιάζει περίπου ως συμπτώματα κοινωνικής ηττοπάθειας.
Μόνο που αυτά αποτελούν θεματικό πυρήνα της τέχνης εδώ και χιλιάδες χρόνια.
Αν η ερωτική οδύνη και η απώλεια αποτελούν τεκμήρια ενός «ηττημένου εαυτού», τότε θα πρέπει να απορρίψουμε μαζί τους ένα τεράστιο μέρος της ποίησης, του θεάτρου, της όπερας, της λογοτεχνίας και του λαϊκού τραγουδιού, γιατί ο άνθρωπος έκανε τέχνη τον έρωτα, την απώλεια και τον πόνο πολύ πριν εμφανιστούν οι πίστες.
Και πραγματικά χρειάζεται ένα εντυπωσιακό μέγεθος πολιτιστικής αλαζονείας για να διαβάζεις ότι ένας άνθρωπος συγκινήθηκε από ένα τραγούδι για την εγκατάλειψη και να συμπεραίνεις ότι αυτό αποτελεί σύμπτωμα «ηττοπάθειας», όταν ολόκληρη η ιστορία της τέχνης είναι γεμάτη από ανθρώπους που ερωτεύτηκαν, εγκαταλείφθηκαν, ζήλεψαν, πρόδωσαν, προδόθηκαν, θρήνησαν, έχασαν και μετέτρεψαν ακριβώς αυτά τα πάθη σε ποίηση, θέατρο, μουσική και λογοτεχνία.
Εκτός, βέβαια, αν ο πόνος εξευγενίζεται μόνο όταν συνοδεύεται από το κατάλληλο πολιτιστικό περιτύλιγμα, ενώ όταν βγαίνει από ένα μπουζούκι μετατρέπεται αυτομάτως σε απόδειξη παρακμής.
Και ύστερα έρχεται το «τελευταίο καρφί στο φέρετρο των ονείρων μιας γενιάς καλλιτεχνών» και ομολογώ ότι εδώ η ειρωνεία περισσεύει, γιατί υπήρχε ήδη ένα πραγματικό φέρετρο, μέσα του ένας πραγματικός νεκρός και γύρω του πραγματικοί άνθρωποι που έκλαιγαν.
Πριν από όλα αυτά υπάρχει κάτι πολύ πιο απλό, ο σεβασμός σε έναν νεκρό και στους ανθρώπους που τον πενθούν.
Κι αυτό είναι που με εξοργίζει περισσότερο.
Δεν κρίνουν απλώς τον Μαζωνάκη ως καλλιτέχνη, χρησιμοποιούν τον θάνατό του και τον πόνο του κόσμου για να κάνουν μαθήματα πολιτισμού και αξιοπρέπειας.
Κανείς δεν είναι υποχρεωμένος να ακούει Μαζωνάκη, κανείς δεν είναι υποχρεωμένος να θεωρεί σπουδαίο το λαϊκό τραγούδι και κανείς δεν είναι υποχρεωμένος να συμμεριστεί τη συγκίνηση εκείνων που βρέθηκαν στον δρόμο για να τον αποχαιρετήσουν.
Είναι όμως τουλάχιστον εξοργιστικό να μετατρέπεις το δικό σου γούστο σε μέτρο ανθρώπινης αξίας και να κοιτάζεις αφ’ υψηλού χιλιάδες ανθρώπους επειδή η μουσική που σημάδεψε τις ζωές τους δεν πέρασε τις δικές σου εξετάσεις «ποιότητας». Γιατί αυτοί οι άνθρωποι που τόσο εύκολα βαφτίζονται «ηττημένοι» μπορεί το πρωί να διαβάζουν Ελύτη και το βράδυ να τραγουδούν Μαζωνάκη, μπορεί να ακούν Θεοδωράκη, Χατζιδάκι και ένα βαρύ ζεϊμπέκικο χωρίς να αισθάνονται την παραμικρή ανάγκη να απολογηθούν για την υποτιθέμενη αντίφαση, γιατί η ανθρώπινη ψυχή, ευτυχώς, είναι πολύ μεγαλύτερη από τα κουτάκια μέσα στα οποία προσπαθούν να τη στριμώξουν οι αυτόκλητοι χωροφύλακες του πολιτισμού.
Και ξέρετε κάτι; Εγώ περισσότερο φοβάμαι έναν πολιτισμό που έχασε την ανθρωπιά του παρά έναν λαό που ακούει «σκυλάδικα». Περισσότερο με τρομάζει ο άνθρωπος που μπορεί να σταθεί απέναντι στο πένθος ενός άλλου και να αισθανθεί όχι συμπόνια αλλά πνευματική ανωτερότητα, από εκείνον που θα βάλει ένα τραγούδι, θα πιει ένα ποτό και θα κλάψει για έναν καλλιτέχνη που κάποτε, σε μια δύσκολη νύχτα της ζωής του, του έκανε παρέα.
Γιατί μπορείς να έχεις ακούσει όλες τις «σωστές» μουσικές, να έχεις διαβάσει όλα τα «σωστά» βιβλία, να επικαλείσαι την Ελευθερία, τους Αγώνες, την Πατρίδα, την Τέχνη και τον Πολιτισμό με όλα τα κεφαλαία γράμματα που διαθέτει το ελληνικό αλφάβητο και παρ’ όλα αυτά να έχεις αποτύχει στο πιο στοιχειώδες.
Να μην εξευτελίζεις τον πόνο του άλλου.
Κι αν αυτός είναι ο «Εαυτός» με το έψιλον κεφαλαίο που κάποιοι τόσο υπερήφανα αντιπαραθέτουν στον «ηττημένο» εαυτό των υπολοίπων, τότε προσωπικά προτιμώ χίλιες φορές εκείνον τον «ηττημένο» άνθρωπο που έκλαψε έξω από μια εκκλησία για έναν τραγουδιστή που αγάπησε. Γιατί τουλάχιστον εκείνος, μέσα στην υποτιθέμενη «υποκουλτούρα» του, δεν ξέχασε να είναι άνθρωπος.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους