Στης σκέψης το νυχτοπερπάτημα -- του Μαρίνου Γεωργάτου Κυλούν οι ώρες… Και υπάρχουν απογεύματα που στέκομαι απέναντι στον ορίζοντα και παρακολουθώ εκείνη τη χρυσοκόκκινη κηλίδα να βυθίζεται αργά μέσα...
Στης σκέψης το νυχτοπερπάτημα
-------------------------------------------------- του Μαρίνου Γεωργάτου Κυλούν οι ώρες… Και υπάρχουν απογεύματα που στέκομαι απέναντι στον ορίζοντα και παρακολουθώ εκείνη τη χρυσοκόκκινη κηλίδα να βυθίζεται αργά μέσα στο απέραντο γαλάζιο.
Σαν να σύρεται σιωπηλά προς την έξοδό της, αφήνοντας πίσω της ένα φως που λιγοστεύει, μέχρι που όλα γίνονται σκιά.
Και τότε με επισκέπτεται εκείνη η γνώριμη μελαγχολία που δεν είναι ακριβώς λύπη.
Είναι περισσότερο η επίγνωση της φυγής.
Πάει κι αυτή η μέρα, σκέφτομαι. Έφυγε.
Και δεν θα επιστρέψει ποτέ ίδια.
Ό,τι συνέβη μέσα της πέρασε ήδη στη χώρα του ανεπανάληπτου.
Πρόσωπα, βλέμματα, λέξεις, σιωπές, μικρές προσδοκίες και ανεπαίσθητες απογοητεύσεις παραδίδονται αθόρυβα στη μνήμη, μήπως και βρουν εκεί μια γωνιά να κουρνιάσουν.
Μήπως σωθούν από τη λήθη.
Η μνήμη, όμως, δεν είναι αρχείο.
Είναι ζωντανός τόπος.
Έχει υπόγειες φλέβες, παλμούς, σκοτεινά δωμάτια και πόρτες που ανοίγουν ξαφνικά χωρίς να τις αγγίξει κανείς.
Και ο νους, όταν νυχτώνει μέσα μας, αρχίζει να περιπλανιέται.
Ψηλαφεί όσα άντεξαν και όσα λύγισαν.
Συναντά πηγαιμούς που δεν ολοκληρώθηκαν, αφίξεις που καθυστέρησαν, πρόσωπα που κάποτε υπήρξαν καταφύγια και έπειτα έγιναν απόσταση.
Ανασύρει φράσεις που ειπώθηκαν λάθος, αισθήματα που έμειναν μισά, σιωπές που κάποτε τις βαφτίσαμε υπομονή ενώ ίσως ήταν ήδη ένας αργός αποχαιρετισμός.
Και κάπου εκεί, μέσα σε αυτό το νυχτοπερπάτημα της σκέψης, απομένει μία αλήθεια σχεδόν γυμνή.
Τα αληθινά συναισθήματα δεν αντέχουν τις μισές παρουσίες.
Δεν αντέχουν την αμφισημία, την επιλεκτική εγγύτητα, τη διαρκή αναμονή.
Δεν μπορεί η ψυχή να ζει επ’ άπειρον ερμηνεύοντας απουσίες, δικαιολογώντας αποστάσεις και αναζητώντας νόημα εκεί όπου η αδιαφορία έχει ήδη αρχίσει να γράφει τη δική της γλώσσα.
Κάποτε, λοιπόν, δεν χρειάζεται να ειπωθεί τίποτε περισσότερο.
Ούτε ρήξεις.
Ούτε εξηγήσεις που έχουν δοθεί ήδη με χίλιους τρόπους.
Ούτε φωνές.
Ούτε εκείνα τα τελευταία λόγια που συνήθως δεν αλλάζουν τίποτα.
Υπάρχουν αποχωρήσεις που αποκτούν αξιοπρέπεια ακριβώς επειδή δεν συνοδεύονται από θόρυβο. Αποσύρεσαι.
Όχι επειδή έπαψες να αισθάνεσαι, αλλά επειδή αισθάνθηκες αρκετά.
Φεύγεις όχι για να τιμωρήσεις, αλλά για να διασώσεις εκείνο το μικρό κομμάτι του εαυτού σου που δεν θέλεις να παραδώσεις στη φθορά.
Και κάποτε διαγράφεις.
Όχι από οργή.
Αλλά επειδή υπάρχουν πράγματα που, αν συνεχίσεις να τα κοιτάζεις, συνεχίζουν να σε κρατούν δεμένο εκεί όπου έχεις ήδη πάψει να ανήκεις.
Η ζωή έχει παράξενους μηχανισμούς αυτοσυντήρησης.
Αρνείται, αργά ή γρήγορα, να κατοικεί σε ό,τι τη μικραίνει.
Και ίσως η ωριμότητα να μην είναι τελικά να αντέχεις τα πάντα.
Ίσως να είναι να αναγνωρίζεις πότε κάτι τελείωσε πριν ακόμη ειπωθεί η τελευταία λέξη.
Να κοιτάζεις τότε για λίγο τον ορίζοντα.
Να βλέπεις το φως να σβήνει.
Και να καταλαβαίνεις πως δεν χάθηκαν όλα επειδή τελείωσε μία μέρα.
Κάποιες φορές, για να ξημερώσει κάτι καινούργιο, πρέπει πρώτα να πάψεις να ζητάς από το σκοτάδι να σου επιστρέψει το φως.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους