«Μαμά, θα έρθει η γιαγιά να με πάρει από το μπαλέτο ή πάλι ο θείος;» Η Ελπίδα το είπε με εκείνο το βλέμμα που με διαλύει. Όχι θυμό. Κάτι χειρότερο. Συνήθεια στην απογοήτευση. Εκείνη την ώρα ανακάτευα...
«Μαμά, θα έρθει η γιαγιά να με πάρει από το μπαλέτο ή πάλι ο θείος;» Η Ελπίδα το είπε με εκείνο το βλέμμα που με διαλύει.
Όχι θυμό.
Κάτι χειρότερο.
Συνήθεια στην απογοήτευση.
Εκείνη την ώρα ανακάτευα μακαρόνια στην κουζίνα, με το κινητό σφηνωμένο ανάμεσα στον ώμο και το αυτί, προσπαθώντας να εξηγήσω στη λογίστρια γιατί ο ΕΝΦΙΑ του μαγαζιού όπου δούλευα καθυστερούσε και γιατί εγώ πάλι ζητούσα προκαταβολή.
Δεν απάντησα αμέσως.
Ο μικρός μου, ο Στέλιος, φώναζε από το σαλόνι ότι δεν βρίσκει την τσάντα των αγγλικών.
Το νερό χύθηκε στο μάτι της κουζίνας.
Κι εγώ ένιωσα να με πιάνει εκείνο το γνωστό σφίξιμο στο στήθος. «Ο θείος, αγάπη μου», της είπα τελικά. Η Ελπίδα χαμήλωσε το κεφάλι. «Καλά... το ήξερα.» Αυτό το «το ήξερα» ήταν μαχαιριά.
Γιατί το ήξερα κι εγώ.
Μένω στα Πατήσια, σε ένα διαμέρισμα παλιό, τρίτος χωρίς ασανσέρ, με ενοίκιο που κάθε μήνα με κοιτάει σαν απειλή.
Από τότε που πέθανε ο Γιάννης, πριν τρία χρόνια, η ζωή μου δεν χώρισε απλώς στα δύο.
Διαλύθηκε και την ξαναμάζευα με τα χέρια.
Δουλεύω σε ένα μικρό κατάστημα με είδη σπιτιού στην Κυψέλη, πρωί-απόγευμα όποτε χρειαστεί.
Τα παιδιά έχουν σχολείο, αγγλικά, μπαλέτο, ποδόσφαιρο.
Όχι γιατί έχω την άνεση.
Αλλά γιατί δεν ήθελα να πληρώσουν αυτά το πένθος μας περισσότερο απ’ όσο ήδη το πλήρωσαν.
Η μάνα μου μένει στον Άγιο Νικόλαο.
Δυο στενά πιο κάτω.
Θα μπορούσε, έστω μία φορά την εβδομάδα, να πάρει τα παιδιά, να βάλει μια κατσαρόλα φακές, να μου πει «πήγαινε κάνε ένα μπάνιο με την ησυχία σου». Αντί γι’ αυτό, κάθε φορά που της ζητούσα κάτι, έβρισκε τρόπο να με κάνει να νιώσω βάρος. «Εγώ σε μεγάλωσα χωρίς βοήθεια», μου είπε μια μέρα, ακουμπώντας το φλιτζάνι στον νεροχύτη σαν να τελείωνε μια απλή κουβέντα. «Ναι, αλλά δεν ήσουν χήρα στα σαράντα σου», της απάντησα.
Γύρισε και με κοίταξε ψυχρά. «Μην το παίζεις ηρωίδα, Μαρία.
Επιλογές έκανες.» Επιλογές; Ποια επιλογή; Να πεθάνει ο άντρας μου ξαφνικά από ανακοπή; Να μείνουν δύο παιδιά να κοιτάνε την πόρτα κάθε βράδυ λες και θα μπει; Εκείνη τη στιγμή ήθελα να φωνάξω, να σπάσω κάτι, να της πω πράγματα που κρατούσα χρόνια.
Αντί γι’ αυτό, μάζεψα τα πιάτα της από το τραπέζι σαν χαζή.
Η αλήθεια είναι πως η μάνα μου ήταν πάντα έτσι. Σφιχτή.
Σαν να της κόστιζε η τρυφερότητα.
Αλλά μετά τον θάνατο του Γιάννη περίμενα... δεν ξέρω, κάτι ανθρώπινο.
Μια ρωγμή.
Δεν ήρθε ποτέ.
Κάποτε αρρώστησε ο Στέλιος με 39 πυρετό κι εγώ έπρεπε να πάω στη δουλειά γιατί είχαν απογραφή.
Την πήρα κλαίγοντας. «Μαμά, σε παρακαλώ.
Μόνο τέσσερις ώρες.
Θα έρθω τρέχοντας.» Σιωπή. «Δεν μπορώ να μπλέκω με αρρώστιες παιδιών στην ηλικία μου», είπε τελικά. «Φώναξε τον αδερφό σου.» Έκλεισα το τηλέφωνο και έμεινα να την κοιτάω λες και στεκόταν μπροστά μου.
Μετά πήρα τον Κώστα. Ο Κώστας δεν με ρώτησε τίποτα. «Έρχομαι», είπε μόνο.
Και ήρθε.
Με σακούλες από το φαρμακείο, θερμόμετρο, χυμούς, μέχρι και κοτόσουπα που είχε πάρει έτοιμη από ένα μαγειρείο.
Κάθισε όλο το απόγευμα με τον μικρό και μετά άφησε διακριτικά πενήντα ευρώ πάνω στο ψυγείο. «Για τα πολλά-πολλά», μου είπε. «Δεν θέλω λεφτά, Κώστα.» 📌 Η ιστορία συνεχίζεται στα σχόλια 👇
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους