ΜΑΖΩΝΑΚΗΣ ΚΑΙ ΚΟΥΛΤΟΥΡΙΑΡΗΔΕΣ Του Θανάσης Αλμπάντης Ενοχλήθηκε η αφρόκρεμα της ελληνικής διανόησης, ειδικά της Αριστεράς, που κάποιοι διακεκριμένοι καλλιτέχνες αναφέρθηκαν με συμπάθεια προς τον...
ΜΑΖΩΝΑΚΗΣ ΚΑΙ ΚΟΥΛΤΟΥΡΙΑΡΗΔΕΣ Του Θανάσης Αλμπάντης Ενοχλήθηκε η αφρόκρεμα της ελληνικής διανόησης, ειδικά της Αριστεράς, που κάποιοι διακεκριμένοι καλλιτέχνες αναφέρθηκαν με συμπάθεια προς τον εκλιπόντα.
Προσωπικά δεν είναι του γούστου μου τα τραγούδια του, όπως και πολλών άλλων σύγχρονων καλλιτεχνών.
Αλλά δεν μπορώ να παραβλέψω πως ο συγκεκριμένος είχε ένα δικό του, ξεχωριστό ύφος, καθόλου κραυγαλέο και όχι πέραν του μέτρου ναρκισσιστικό.
Ας μην ξεχνάμε, βέβαια, πως όσοι εκτίθενται στο κοινό, πολιτικοί, καλλιτέχνες, «περσόνες» κ.λπ., έχουν κάποια δόση ναρκισσισμού, μερικοί σε αηδιαστικό βαθμό.
Σίγουρα ήταν ένας γνήσιος λαϊκός καλλιτέχνης και τον συμπάθησα πολύ από τότε που τον είδα στο πρώτο από τα «Νούμερα» του Φοίβου Δεληβοριά.
Βέβαια, στην εποχή από το 1960 έως το 1976, η λαϊκή μουσική και οι εκπρόσωποί της ήταν διαφορετικοί. Μπιθικώτσης, Μοσχολιού, Κόκοτας, Χατζής, Καλαϊτζής, Αλεξίου, Νταλάρας, Πουλόπουλος, Ξυλούρης, Νέο Κύμα... Αλλά πολύ διαφορετική ήταν και η κοινωνία τότε.
Και είναι φυσικό η «Δραπετσώνα», το «Σαββατόβραδο», το «Πέτρα την πέτρα», η «Τζαμάικα», να μην συγκινούν και να μην αγγίζουν τη σημερινή νέα γενιά, όπως άγγιζαν εμάς τότε.
Σίγουρα, επίσης, εμάς μας άρεσαν, αλλά δεν μας άγγιξαν τόσο πολύ «Η εκδίκηση της Γυφτιάς» και άλλα λαϊκά της μετέπειτα περιόδου.
Η μουσική με την οποία πέρασε κανείς από την παιδική στην εφηβική ηλικία είναι αυτή που ισόβια θα τον στοιχειώνει.
Για τον ίδιο λόγο, η ψυχεδέλεια, οι Μπητλς, ο Σαββόπουλος, το ροκ εκείνων των χρόνων θα είναι αυτά που πάντα θα μας ξεσηκώνουν, μέχρι που θα φύγουμε από τη ζωή.
Αυτό δεν ακυρώνει την αξία των μεταγενέστερων δημιουργών και ερμηνευτών, που, πιστεύω, τους αξίζουν η αγάπη και ο θαυμασμός μας και μια περίοπτη θέση στην ιστορία του σύγχρονου πολιτισμού μας.
Κατά την προσωπική μου γνώμη, το ελληνικό τραγούδι άρχισε να δείχνει σημεία παρακμής μετά την «Επίσημη αγαπημένη». Άρχισαν η γλυκανάλατη μουσική και οι σιροπιαστοί στίχοι, που καμιά σχέση δεν είχαν με τη στιβαρότητα της λαϊκότητας.
Να το θέσω και διαφορετικά: πόσο πιο αληθινό και ανυπόκριτο είναι το «Ασφαλώς και δεν πρέπει» του Άκη Πάνου — μεγαλοφυές και τολμηρό να το ερμηνεύσει, σε πρώτο πρόσωπο, μάλιστα, η μοναδική Βίκυ Μοσχολιού, μια γυναίκα — σε σχέση με όλα τα τραγούδια που ολολύζανε για τους παράνομους έρωτες (εξαιρείται η «Μια Παλιοκατίνα» των Αφροδίτης Μάνου και Νίκου Πορτοκάλογλου). Από την εποχή εκείνη, λοιπόν, το πράγμα ξέφυγε και τερματίστηκε, έγινε σκυλάδικο.
Σκυλάδικο εξευγενισμένο, από κανίς και άλλα σκυλιά ράτσας (Πάριος π.χ.) έως και κόπρους και ντόπερμαν.
Αυτό ήταν το «λαϊκό», το βολεμένο λαϊκό των ευημερούντων μικροαστών, που σατίρισε με βιτριολικό τρόπο ο Χάρρυ Κλυνν στην «Πολιτιστική Πρωτεύουσα». Το «λαϊκό» των ωραίων ημερών του ΠΑΣΟΚ, με «Ίου, ίου, ίου, αρέσει στον Γιαννόπουλο η Φούλη Δημητρίου», Ρίτα, Λαίδη Άντζελα, Στανίση, Φλωρινιώτη κ.λπ. Πόσο «λαϊκοί» ήταν αυτοί οι καλλιτέχνες των σκυλάδικων με τις στοίβες σπασμένα πιάτα, τα βουνά των λουλουδιών, τις αμέτρητες σαμπάνιες και ουίσκια; Είναι επόμενο σήμερα, πλέον, να θεωρούμε λαϊκούς τον Ρέμο, την Πάολα, τον Αργυρό, τον Ρουβά κ.λπ. Αλλά τους λείπει η αυθεντικότητα, όσο και αν είναι ικανοί διασκεδαστές, με τη βοήθεια του εγχώριου star system, βεβαίως.
Δεν μου αρέσουν, αλλά δεν μπορώ να τους ακυρώσω, εφόσον, ως επαγγελματίες διασκεδαστές, σέβονται το κοινό τους και δεν τους εκμεταλλεύονται με αρπαχτές ή με απρόσιτες τιμές. Ο Μαζωνάκης, από την άλλη πλευρά, ήταν μια διαφορετική περίπτωση.
Είχε την αύρα του παλιού λαϊκού καλλιτέχνη και δεν εκχωρήθηκε στο star system, ώστε να χάσει τον εαυτό του.
Είχε προσωπικότητα, ιδιοτυπία, χιούμορ και, κυρίως, μια παράξενη αυθεντικότητα και, σε πολλές περιπτώσεις, έφτανε στον αυτοσαρκασμό.
Δεν προσποιήθηκε ποτέ ότι ήταν κάτι άλλο από αυτό που ήταν, δεν ήταν ποτέ «δήθεν». Δεν ήταν απρόσιτος.
Γι’ αυτό ποτέ του δεν έχασε την ανθρωπιά του και την αξιοπρέπειά του.
Και οφείλουμε να του πιστώσουμε πως ήταν δοτικός, ευεργετικός, Άνθρωπος με ενσυναίσθηση και μεγάλη κοινωνική προσφορά, που ουδέποτε τη διαφήμισε, ουδέποτε τη δημοσιοποίησε· το αντίθετο.
Για τους λόγους αυτούς, οφείλουμε να τον σεβαστούμε και να μην σκυλεύουμε ούτε τη μνήμη του ούτε να χλευάζουμε όσους δημοσιοποιούν την εκτίμησή τους προς το πρόσωπό του.
Ειδικά όταν πρόκειται για συναδέλφους του, που αυτοί μπορούν, πολύ καλύτερα από εμάς, να εκτιμούν τον Γιώργο Μαζωνάκη και την καλλιτεχνική αξία του.
Ο έπαινος από το σκληρά ανταγωνιστικό και ζηλότυπο σινάφι τους είναι σίγουρα δίκαιος και αξιόπιστος.
Οι λοιποί ας το βουλώσουμε.
====================================== Υ.Γ. Μιλώντας περί λαϊκότητας: Όπως έγραψα πιο πάνω, το τι είναι λαϊκό μεταβάλλεται και διαφέρει από τόπο σε τόπο, λαό σε λαό, λογικό και επόμενο είναι.
Στην αρχαιότητα λαϊκό ήταν οι παραστάσεις του αρχαίου δράματος (που ήταν γραμμένα σε διάφορες διαλέκτους), η απαγγελία ποιημάτων, λογοτεχνικών έργων ή παραινετικών ρητορικών λόγων. Στην Ιταλία λαϊκό παραμένει εδώ και αιώνες η όπερα, με εξαιρετικά εκδηλωτικό και καθόλου συγκαταβατικό κοινό, που επιδοκιμάζει ή αποδοκιμάζει με πάθος και εμπάθεια, πολλές φορές.
Λαικό ήταν, κάποτε, το βαλς στην Αυστρία, ο Μαγικός Αυλός και οι όπερες του Μότσαρτ. Στη Γερμανία ήταν ο Μπετόβεν, ο Τέλεμαν, στην Αγγλία ο Χαίντελ και ο Πέρσελ...
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους