Εγώ δεν θα πω για σένα «να παεις στ’Αναθεμα»! Του Νιαζι Κιζιλγιουρεκ Πριν από λίγες μέρες πέθανε ένας ιδιόρρυθμος άνθρωπος, μια προσωπικότητα ξεχωριστή στο είδος της. Ήταν συγγραφέας και εκδότης...
Εγώ δεν θα πω για σένα «να παεις στ’Αναθεμα»! Του Νιαζι Κιζιλγιουρεκ Πριν από λίγες μέρες πέθανε ένας ιδιόρρυθμος άνθρωπος, μια προσωπικότητα ξεχωριστή στο είδος της.
Ήταν συγγραφέας και εκδότης.
Διατηρούσε έναν εκδοτικό οίκο και ένα βιβλιοπωλείο.
Ήταν επίσης ιδιοκτήτης εστιατορίου.
Δίπλα στην είσοδο του εστιατορίου του, που βρισκόταν στην παλιά Λευκωσία, εντός των τειχών, κυμάτιζε μια τεράστια ελληνική σημαία.
Στο εσωτερικό, σε ένα πανό κρεμασμένο στον τοίχο, ήταν γραμμένο με μεγάλα γράμματα: «Ο καλός Τούρκος νεκρός Τούρκος». Ο τίτλος του περιοδικού του ήταν «Ένωσις». Ως υπότιτλος αναγραφόταν άλλοτε να τρώμε πέτρες, αρκεί να γίνει η Ένωση και άλλοτε Ας γίνει η Ένωση κι το αίμα μας αβλατση. .Κατά καιρούς κυκλοφορούσε κρατώντας μια τεράστια ελληνική σημαία και ένα πανό υπέρ της Ένωσης και πραγματοποιούσε τις δικές του διαμαρτυρίες.
Στην πραγματικότητα, βέβαια, δεν «έτρωγε πέτρες». Έβγαζε καλά χρήματα.
Θεωρούσε το ελληνικό έθνος ανώτερο από καθετί άλλο.
Είχε υιοθετήσει έναν αναρχο-εθνικιστικό λόγο, ο οποίος ασκούσε ιδιαίτερη γοητεία στα απολιτικά παιδιά οικογενειών της μεσαίας τάξης οι οποί θεωρούσαν τις φαντασιώσεις και τις ανοησίες του «αυθεντικές και γνήσιες». Η απολιτική νεολαία της κατανάλωσης έβλεπε σ’ αυτόν αρετές που η ίδια δεν διέθετε.
Το εστιατόριό του που περιβαλλόταν από πλίνθινους τοίχους είχε ωραία αυλή.
Ιδιαίτερα τα καλοκαιρινά βράδια, ο κόσμος λαχταρούσε να καθίσει σ’ αυτή την αυλή.
Και πράγματι, έφτιαχνε εξαιρετικό σουβλάκι.
Το είχε ονομάσει «Αιγαίο». Οι Έλληνες που επισκέπτονταν το νησί περνούσαν οπωσδήποτε από το μαγαζί του.
Ανάμεσά τους υπήρχαν και γνωστά ονόματα.
Έλληνες καλλιτέχνες που λυπούνταν για την «κατάσταση/κατάντια» των Ελληνοκυπρίων πήγαιναν οπωσδήποτε εκεί και έλεγαν ότι είχαν βρει μπροστά τους «έναν αληθινό Έλληνα». Μισούσε τους Τούρκους και τους Τουρκοκύπριους.
Μισούσε επίσης τους Ελληνοκύπριους που υποστήριζαν την ομοσπονδιακή λύση.
Τους αποκαλούσε «Τούρκους που μιλούν ελληνικά». Έλεγε ότι το κράτος της Κυπριακής Δημοκρατίας ήταν «μια γελοιότητα» και ότι «εκείνο που έχει σημασία είναι το Ελληνικό Έθνος». Χαρακτήριζε την πλειονότητα των Ελληνοκυπρίων «νεοκύπριους παράσιτους», οι οποίοι είχαν προσκολληθεί στην Κυπριακή Δημοκρατία —που ιδρύθηκε ενάντια στην Ένωση— και είχαν γυρίσει την πλάτη τους στην Ένωση.
Κι όμως, αυτοί ήταν οι καλύτεροι πελάτες του.
Για κάποιον λόγο, τους άρεσε να πηγαίνουν στο μαγαζί αυτού του ανθρώπου που τους έβριζε.
Ίσως να ένιωθαν κάποιες ενοχές επειδή δεν ήταν «πατριώτες» όπως εκείνος. «Ο καλός Τούρκος είναι ο νεκρός Τούρκος» Το 1988, όταν ήρθα από το εξωτερικό στη Λευκωσία για να μιλήσω σε ένα πάνελ, προοδευτικοί Ελληνοκύπριοι φίλοι μου με είχαν προειδοποιήσει να μην πάω σ’ εκείνο το εστιατόριο.
Εγώ, όμως, ήθελα επίμονα να πάω.
Όταν μπήκα για πρώτη φορά στο εστιατόριό του μαζί με μια φίλη μου αντίκρισα τον πίνακα που έγραφε «Ο καλός Τούρκος νεκρός Τούρκος». Κάθισα σιωπηλός σ’ ένα τραπέζι.
Όταν ήρθε να πάρει την παραγγελία μας, του είπα ότι αυτό το σύνθημα μου θύμιζε το σύνθημα της χιτλερικής Γερμανίας «Ο καλός Εβραίος νεκρός Εβραίος» και ότι θα έπρεπε να ντρέπεται.
Εκείνος, όμως, δεν ήξερε τι θα πει ντροπή.
Ήταν πρόσφυγας από την Καρπασία και θεωρούσε δικαίωμά του να τρέφει μίσος απέναντι στους Τούρκους.
Αργότερα έμαθα ότι εκείνος ο αηδιαστικό πανο είχε αφαιρεθεί.
Προφανώς, εκτός από μένα, θα είχε δεχθεί έντονες αντιδράσεις και από άλλους.
Τότε δεν με γνώριζε.
Άλλωστε, εκείνη την εποχή ελάχιστοι με γνώριζαν.
Του είχα μιλήσει στα ελληνικά και κατά πάσα πιθανότητα με πέρασε για έναν από τους Ελληνοκύπριους με «αδύναμη εθνική συνείδηση». Το 1990, όταν εκδόθηκε στα ελληνικά το βιβλίο μου «Ολική Κύπρος», έμαθε ποιος ήμουν και άρχισε να με παρενοχλεί.
Έλεγε ότι το ντοκιμαντέρ «Το Τείχος μας», που γυρίσαμε με τον Πανίκο το 1993, ήταν «τουρκική προπαγάνδα» και μας χλεύαζε.
Ήξερε να χλευάζει καλά.
Όταν το 1995 έγινα μέλος του διδακτικού προσωπικού του Πανεπιστημίου Κύπρου, στο εξώφυλλο του περιοδικού του, της «Ένωσις», απεικονιζόταν μια νεαρή φοιτήτρια που έτρεμε σύγκορμη.
Μέσα στον φόβο και στον πανικό της φώναζε: «Ο Κιζίλγιουρεκ έρχεται στο Πανεπιστήμιο!» Τέτοιου είδους «αστεία» δεν σταμάτησαν ποτέ.
Στο μηνιαίο περιοδικό του φρόντιζε πάντοτε να με «τιμά» κι εμένα. «Θα θάψουμε τον Ντενκτάς με ελληνικές σημαίες!» Κάποτε που πήγαμε με τον Πανίκο στο εστιατόριο του επειδή επέμενα εγώ, έλεγε ότι το ντοκιμαντέρ «Το Τείχος μας» ήταν «τουρκική προπαγάνδα» και επιτίθετο στον Πανίκο.
Του έλεγε ότι «πρόδιδε την πατρίδα». Ξαφνικά έφερε τη συζήτηση στον Ραούφ Ντενκτάς και είπε: «Δόξα τω Θεώ που υπάρχει ο Ντενκτάς.
Διαφορετικά, εσείς είστε από καιρό έτοιμοι να ξεπουλήσετε τον Ελληνισμό.
Αν δεν υπήρχε η σκληρή στάση του Ντενκτάς, θα είχατε από καιρό δημιουργήσει ομοσπονδία σ’ αυτά τα ιερά χώματα του Ελληνισμού. Τον Ντενκτάς πρέπει να τον θάψουμε με ελληνικές σημαίες». Τότε ο Πανίκος του απάντησε: «Νομίζω ότι κι ο Ντενκτάς θα σε θάψει με τουρκικές σημαίες. Λέγοντας Ένωση από το πρωί μέχρι το βράδυ, προσφέρεις τεράστιες υπηρεσίες στον Ντενκτάς». Κατά τη γνώμη μου, όσα ειπώθηκαν σ’ αυτή τη συζήτηση αποτελούν ένα από τα καλύτερα παραδείγματα του τρόπου με τον οποίο οι ακραίοι εθνικιστές τρέφουν ο ένας τον άλλον. "Να Παεις στ’Αναθεμα" Στον δικό του κόσμο δεν υπήρχε καλός Τούρκος η Τουρκοκύπριος! Σε όλους άξιζέ η κόλαση.
Κι στους μη εθνικιστές Ελληνοκυπρίους το ίδιο.
Για παράδειγμα όταν πέθανε ο Δημήτρης Χριστόφιας είχε πει πει: «Να Παεις στ’Αναθεμα». Εγώ, όμως, παρ’ όλα αυτά δεν θα σου πω «Να Παεις στ’Αναθεμα»! Θα πω, να ανάπαυσης εν ειρήνη και συλλυπητήρια στην οικογένεια σου και σε όσους σε αγαπούν.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους