Πόσο κάνει 2+2; Αριστερά, λογιστική και παλαβομάρες- Το 1893, ένας νεαρός σοσιαλιστής, ο Σταύρος Καλλέργης, έγραψε μια πραγματεία με τίτλο «Η εν Κρήτη σοσιαλιστική πολιτεία». Ηταν, κατά κάποιο τρόπο...
Πόσο κάνει 2+2; Αριστερά, λογιστική και παλαβομάρες- Το 1893, ένας νεαρός σοσιαλιστής, ο Σταύρος Καλλέργης, έγραψε μια πραγματεία με τίτλο «Η εν Κρήτη σοσιαλιστική πολιτεία». Ηταν, κατά κάποιο τρόπο, το πρώτο ελληνικό σοσιαλιστικό πρόγραμμα.
Χρησιμοποιώντας την Κρήτη ως υπόδειγμα, περιέγραφε ένα μέλλον απαλλαγμένο από το χρήμα, με τους κατοίκους να φορούν ομοιόμορφα ρούχα και τους νέους να παντρεύονται, υποχρεωτικά, στα 20 και στα 18 (ανάλογα με το φύλο τους). Τα εξισωτικά μέτρα ήταν η απάντηση στην ανισότητα και σε καταπιεστικούς θεσμούς όπως η προίκα.
Η περιγραφή του οράματός του ήταν εξαιρετικά λεπτομερής, απηχώντας την αγωνία του συντάκτη να αποδείξει ότι οι αρχές που είχε στο κεφάλι του μπορούσαν να γίνουν πράξη.
Η πίστη στο «πρόγραμμα» ήταν το προϊόν μιας διαφωτιστικής παράδοσης για τη δυνατότητα σκιαγράφησης του μέλλοντος.
Και την ίδια στιγμή, μια ευθεία απάντηση στην πάγια κατηγορία: Αυτά που λες δεν γίνονται.
Είναι παλαβομάρες.
Ιστορικά, η Αριστερά εγκαλείτο επειδή υποστήριζε τη ριζική αλλαγή ως τον μόνο τρόπο επίλυσης των κοινωνικών προβλημάτων.
Σήμερα, αυτό συμβαίνει ακόμη και όταν προτείνει πολιτικές που αποσκοπούν απλώς στον μετριασμό τους.
Η μεταρρύθμιση προσλαμβάνεται ως επανάσταση.
Απέναντι στους «δωρεάν παιδικούς σταθμούς» του Ζοράν Μαμντάνι –ένα μέτρο που το παραδοσιακό κράτος πρόνοιας θεωρούσε αυτονόητο– το ρεφλέξ της δημόσιας συζήτησης ήταν ότι αυτό είναι ανέφικτο και πάνω απ’ όλα λογιστικά κάτι το παράλογο.
Η αντίδραση αυτή αποτυπώνει το πώς έχει μετατοπιστεί ο άξονας της συζήτησης από το αν κάτι είναι αναγκαίο στο «πόσο θα κοστίσει». Προφανώς, κάθε μικρή ή μεγάλη αλλαγή έχει κόστος.
Αλλά το κόστος δεν είναι λογιστικό ερώτημα.
Είναι πρωτίστως πολιτικό.
Στη χώρα μας, υπό την εμπειρία της βαριάς οικονομικής κρίσης, η λογιστική διάσταση έχει διαποτίσει την πολιτική συζήτηση.
Υπάρχει εδώ, όμως, μία αντίφαση.
Δεν αφορά τα πάντα.
Η κυβέρνηση έχει επιτύχει να παρουσιάζει τις επιλογές της ως «υπεύθυνες» σε τέτοιο βαθμό, ώστε οι στρατηγικές της προτεραιότητες να μη χρειάζονται δημοσιονομική δικαιολόγηση.
Eτσι, μπορεί να ανακοινώνει τη στρατιωτική συνεργασία με το Ισραήλ που, πέρα από τις γεωπολιτικές περιπλοκές, συνεπάγεται και 3 δισ. ευρώ, δίχως να πρέπει να απαντήσει στο «και πού θα βρεθούν τα λεφτά γι’ αυτό». Αντιθέτως, η Αριστερά –που στο δημοσιονομικό πεδίο κάτι κατάφερε στα χρόνια της κρίσης– είναι υποχρεωμένη διαρκώς να αναμετριέται με τη λογιστική λαιμητόμο.
Η πολιτική της ή θα είναι κοστολογημένη ή δεν αξίζει να τη συζητήσουμε.
Ο ηθικός πανικός γύρω από το ζήτημα της φορολόγησης του πλούτου είναι ενδεικτικός.
Αλλά εδώ ακριβώς έγκειται και η ευθύνη της Αριστεράς.
Η απόπειρά της να μεταφέρει τον παγκόσμιο προβληματισμό στις εγχώριες πραγματικότητες φανερώνει κάποιου είδους τσαπατσουλιά και κυρίως την ενσωμάτωση της φοβίας ότι αυτό είναι «ανεύθυνο». Αδυνατεί –ή αποφεύγει– να κατονομάσει τον πλούτο: τους super-rich, τους κατόχους δεκάδων ακινήτων, τους παίκτες του real estate, τα ανώτερα μεσαία στρώματα που συσσωρεύουν τεκμήρια πολυτελούς διαβίωσης ορατά στον καθένα.
Και έτσι, δεν μπορεί να ονοματίσει την απάντηση στην ερώτηση ποιος θα πληρώσει: «Αυτοί». Το αποτέλεσμα είναι το πρόγραμμά της να αιωρείται.
Δεν φτιάχνει παραδείγματα, δεν συγκροτεί κοινωνικές ταυτίσεις και δεν μεταφέρει την ευθύνη της απάντησης στην άλλη πλευρά: Γιατί είναι λογικό να πληρώνουν λιγότερους φόρους αυτοί που κερδίζουν περισσότερα; Πρόσφατα, ο νέος Bρετανός πρωθυπουργός τόνισε το πόσο έχει επιβαρύνει την κοινωνία η πολιτική των ιδιωτικοποιήσεων.
Η κίνηση αυτή συνιστά ριζική αμφισβήτηση των όρων γύρω από τη λογιστική ανάγνωση της πολιτικής.
Eχουμε συνηθίσει να ρωτάμε, στα όρια του αυτοματισμού, πόσο θα «κοστίσει» ένα μέτρο με κοινωνικό πρόσημο. Η Αριστερά δεν θα μπορεί να απαντήσει επαρκώς σε αυτό, αν δεν προτάξει μια άλλη προβληματική: πόσο τελικά κοστίζει η απουσία του.
Στη χώρα μας εκατομμύρια άνθρωποι πληρώνουν καθημερινά για κοινωνικές ανάγκες: βρεφονηπιακούς σταθμούς, γυμναστήρια, ψυχαγωγικές δράσεις, κολυμβητήρια, νοσοκομειακή περίθαλψη, διαγνωστικές εξετάσεις, προγεννητικό έλεγχο – η λίστα δεν έχει τελειωμό.
Οχι επειδή το θέλουν, αλλά επειδή δεν έχουν άλλη επιλογή στην πράξη.
Η δημοσιονομική εξοικονόμηση από τη μη ανάληψη αυτού του κόστους δεν το καταργεί.
Απλώς το μεταθέτει στον ατομικό ή οικογενειακό προϋπολογισμό.
Το να καταδείξει η Αριστερά αυτήν τη λογιστική τρύπα –προϊόν πολιτικών επιλογών– δεν έχει αξία μόνον επειδή είναι κάτι το συγκεκριμένο, αλλά κυρίως γιατί αλλάζει το ίδιο το κεντρικό ερώτημα: όχι «τι μας κοστίζει» αυτό που μπορεί να γίνει, αλλά τι μας κοστίζει αυτό που δεν έχουμε σήμερα.
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους