«Αν δεν θες να με βοηθήσεις, πες το καθαρά. Μην το παίζεις πατέρας μόνο στα λόγια.» Το είπε και χτύπησε το χέρι του πάνω στο τραπέζι της κουζίνας. Ο καφές τινάχτηκε στο τραπεζομάντιλο που είχε βάλει...
«Αν δεν θες να με βοηθήσεις, πες το καθαρά. Μην το παίζεις πατέρας μόνο στα λόγια.» Το είπε και χτύπησε το χέρι του πάνω στο τραπέζι της κουζίνας.
Ο καφές τινάχτηκε στο τραπεζομάντιλο που είχε βάλει η μάνα του το πρωί. Η Ευανθία πάγωσε.
Εγώ τον κοίταζα και δεν τον αναγνώριζα.
Αυτό το παιδί ήταν ο Στέφανος μου; Το παιδί που δούλευα διπλοβάρδιες για να σπουδάσει στη Θεσσαλονίκη; Το παιδί που κάθε μήνα του έστελνα λεφτά, ακόμα κι όταν εγώ μέτραγα τα κέρματα για πετρέλαιο; «Στέφανε, πρόσεχε πώς μιλάς», του είπα χαμηλά.
Κι εκείνος γέλασε νευρικά. «Εσείς δεν καταλαβαίνετε.
Μια ευκαιρία είναι.
Αν μου δώσεις τα σαράντα χιλιάρικα τώρα, σε έναν χρόνο θα στα έχω επιστρέψει.» Σαράντα χιλιάρικα.
Το είπε σαν να μιλούσε για σαράντα ευρώ.
Μέχρι τότε τον είχα στηρίξει σε όλα.
Ενοίκια, δίδακτρα, μεταπτυχιακό, λογαριασμοί, ακόμα και όταν έμεινε άνεργος για μήνες.
Δεν του τα χτύπησα ποτέ.
Πατέρας είμαι, είπα, να σταθώ.
Όμως εκείνη τη φορά δεν μιλούσαμε για βοήθεια.
Μιλούσαμε για παράλογη απαίτηση.
Ήθελε να μπει, λέει, σε μια «δουλειά» με έναν φίλο της κοπέλας του.
Άλλες φορές άφηνε να εννοηθεί ότι ίσως έπαιρνε κι ένα ακριβό αυτοκίνητο, για να μη φαίνεται «λίγος» δίπλα της.
Μόνο που εγώ άκουγα πίσω από τις λέξεις κάτι άλλο. Αλαζονεία.
Ντροπή για τις ρίζες του.
Ανάγκη να αποδείξει πως ανήκει κάπου που δεν ήταν δικό του.
Η κοπέλα του λεγόταν Ιωάννα.
Από οικογένεια με λεφτά, γνωριμίες, εξοχικό στη Χαλκιδική, τραπέζια σε μαγαζιά που εγώ ούτε απ’ έξω δεν είχα περάσει.
Στην αρχή χάρηκα.
Είπα, καλό κορίτσι να είναι και τίποτα άλλο.
Αλλά λίγο λίγο ο Στέφανος άλλαξε.
Άρχισε να μιλάει αφ’ υψηλού.
Να διορθώνει τη μάνα του για το πώς στρώνει τραπέζι.
Να μου λέει ότι έχω «παλιά νοοτροπία». Να στραβώνει όταν έλεγα πως δεν γίνεται να ζεις με δανεικά για να κάνεις εντύπωση.
Εκείνο το μεσημέρι σηκώθηκα από την καρέκλα και του είπα το μόνο που μπορούσα. «Όχι.
Αυτά τα λεφτά δεν υπάρχουν.
Και αν υπήρχαν, δεν θα στα έδινα για να παίξεις τον επιχειρηματία ή τον πλούσιο.» Η Ευανθία ψιθύρισε: «Μην το τραβάτε…» Αλλά είχε ήδη τραβηχτεί. Ο Στέφανος πήρε το μπουφάν του, με κοίταξε με ένα βλέμμα παγωμένο, σχεδόν περιφρονητικό. «Ωραία.
Να ξέρεις μόνο ότι όταν πετύχω, μη ζητήσεις να είσαι μέρος της ζωής μου.» Και έφυγε.
Από εκείνη τη μέρα μας έκοψε.
Τηλέφωνα δεν σήκωνε.
Μηνύματα αναπάντητα.
Η μάνα του του έστελνε «να προσέχεις» και «όποτε θες, είμαστε εδώ», και έβλεπε μόνο το διαβάστηκε.
Στις γιορτές άδεια καρέκλα.
Στα γενέθλιά του, μια τούρτα που δεν κόπηκε ποτέ. Η Ευανθία έκλαιγε στο μπάνιο για να μην τη βλέπω.
Κι εγώ έκανα τον σκληρό, αλλά τα βράδια σηκωνόμουν και καθόμουν στο σαλόνι στο σκοτάδι.
Έλεγα μέσα μου, πού έφταιξα; Τον κακόμαθα; Του έδωσα πολλά; Ή λίγα από αυτά που είχαν σημασία; Πέρασαν σχεδόν δύο χρόνια έτσι.
Και ένα βράδυ του Νοέμβρη χτύπησε το κουδούνι.
Άνοιξα και τον είδα στην πόρτα.
Αδυνατισμένος, αξύριστος, με μάτια κόκκινα.
Κρατούσε μια τσάντα ταξιδίου που έμοιαζε πιο βαριά απ’ όσο άντεχε.
Για λίγα δευτερόλεπτα κανείς δεν μίλησε.
Μετά είπε μόνο: «Μπαμπά… μπορώ να μπω;» Η Ευανθία, μόλις τον είδε πίσω μου, έβαλε το χέρι στο στόμα και λύγισε.
Τον αγκάλιασε πρώτη.
Εγώ έμεινα λίγο πίσω.
Όχι γιατί δεν ήθελα. Γιατί πονούσα ακόμα. 👇 Η συνέχεια της ιστορίας σε περιμένει στα σχόλια 👇
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους