14 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ ΤΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ Ημέρα που ο άνθρωπος κοιτάζει τον Σταυρό και αναρωτιέται όχι μόνο τι σημαίνει η θυσία, αλλά και τι σημαίνει να είσαι άνθρωπος μέσα σε έναν κόσμο που μπορεί να σε πληγώσει...
14 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ ΤΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ Ημέρα που ο άνθρωπος κοιτάζει τον Σταυρό και αναρωτιέται όχι μόνο τι σημαίνει η θυσία, αλλά και τι σημαίνει να είσαι άνθρωπος μέσα σε έναν κόσμο που μπορεί να σε πληγώσει.
Γιατί ο Σταυρός δεν είναι μόνο ένα σύμβολο πίστης.
Είναι και ένα ψυχολογικό σχήμα.
Είναι ο άνθρωπος που στέκεται ανάμεσα σε αυτό που είναι και σε αυτό που του ζητά ο κόσμος να γίνει.
Ανάμεσα στην ανάγκη του να αγαπήσει και στον φόβο μήπως πληγωθεί.
Ανάμεσα στην εμπιστοσύνη και στην αυτοπροστασία.
Ανάμεσα στην επιθυμία να αφεθεί και στην ανάγκη να κρατήσει κάτι δικό του ανέγγιχτο.
Είναι το σώμα μας που κουβαλά την ιστορία μας.
Οι τέσσερις κατευθύνσεις της ζωής μας.
Αυτό που ζήσαμε.
Αυτό που φοβηθήκαμε.
Αυτό που αγαπήσαμε.
Αυτό που δεν μπορέσαμε να καταλάβουμε.
Και στο κέντρο αυτού του Σταυρού βρίσκεται η Ψυχή.
Εκείνο το πιο ευάλωτο σημείο μας που θέλει να πιστεύει ότι ο κόσμος έχει νόημα, ότι οι άνθρωποι είναι καλοί, ότι η αγάπη δεν είναι παγίδα.
Η ψυχολογία μάς λέει πως ο άνθρωπος δεν πληγώνεται μόνο από αυτό που του συμβαίνει.
Πληγώνεται και από αυτό που δεν μπορούσε να φανταστεί ότι θα του συμβεί.
Από την απόσταση ανάμεσα στην πραγματικότητα και στην εικόνα που είχε για έναν άνθρωπο, μια σχέση, μια ζωή.
Όταν εμπιστεύεσαι, δεν παραδίδεις απλώς πληροφορίες ή δικαιώματα.
Παραδίδεις ένα κομμάτι της εσωτερικής σου ασφάλειας.
Λες, χωρίς να το λες: «Δεν χρειάζεται να είμαι σε επιφυλακή μαζί σου». Και όταν αυτή η εμπιστοσύνη διαψεύδεται, δεν πονάει μόνο η πράξη.
Πονάει και η ανατροπή ολόκληρου του εσωτερικού σου κόσμου. «Πώς δεν το είδα;» «Πώς μπόρεσα να πιστέψω;» «Πώς γίνεται αυτός ο άνθρωπος να μην ήταν αυτό που νόμιζα;» Κι εκεί αρχίζει ένα από τα πιο δύσκολα πένθη που μπορεί να ζήσει ένας άνθρωπος: Το πένθος όχι μόνο για αυτό που έχασε, αλλά και για αυτό που πίστευε πως είχε.
Κι εδώ βρίσκεται η μεγάλη παρεξήγηση γύρω από την αθωότητα.
Η αθωότητα δεν είναι ανοησία.
Δεν είναι έλλειψη νοημοσύνης.
Δεν είναι αδυναμία να καταλάβεις τον κόσμο.
Είναι, πολλές φορές, η απουσία της ανάγκης να σκέφτεσαι διαρκώς με όρους απειλής.
Ο αθώα σκεπτόμενος άνθρωπος δεν σημαίνει ότι δεν βλέπει.
Σημαίνει ότι δεν ξεκινά από την υποψία.
Δεν μπαίνει σε κάθε σχέση αναρωτώμενος: «Τι θέλει να μου πάρει;» «Πώς θα με χρησιμοποιήσει;» «Πώς θα προστατευτώ πριν καν συμβεί κάτι;» Και αυτό μπορεί να είναι ένα από τα πιο όμορφα αλλά και πιο ευάλωτα χαρακτηριστικά της ανθρώπινης ψυχής.
Γιατί ο κόσμος δεν είναι πάντα τόσο αθώος όσο εκείνος που τον κοιτάζει. Ο Γιώργος Μαζωνάκης υπήρξε για πολλούς από εμάς κάτι περισσότερο από μια φωνή.
Ήταν μια παρουσία.
Ένας τρόπος να υπάρχεις μέσα στη μουσική.
Ένας άνθρωπος πάνω στον οποίο προβάλαμε τις δικές μας χαρές, επιθυμίες, έρωτες, επαναστάσεις, νύχτες, απελπισίες και ελπίδες.
Και αυτό είναι ένα βαθιά ψυχολογικό φαινόμενο.
Ο καλλιτέχνης δεν κατοικεί μόνο στη σκηνή.
Κατοικεί και μέσα μας.
Γίνεται μέρος της προσωπικής μας ιστορίας.
Ένα τραγούδι του μπορεί να συνδέεται με έναν έρωτα.
Μια εμφάνισή του με μια περίοδο ελευθερίας.
Μια φράση του με μια στιγμή που δεν μπορούσαμε να εξηγήσουμε τον εαυτό μας.
Κι έτσι, όταν πονάει εκείνος, ή όταν πιστεύουμε ότι πονάει, δεν ακούμε μόνο την ιστορία ενός άλλου ανθρώπου.
Ακούμε και κάτι από τη δική μας ιστορία.
Ίσως γι’ αυτό η αίσθηση της αθωότητας που του αποδίδουμε μας αγγίζει τόσο βαθιά.
Γιατί δεν αναγνωρίζουμε μόνο έναν άνθρωπο.
Αναγνωρίζουμε ένα κομμάτι του εαυτού μας που θα θέλαμε να προστατεύσουμε.
Το παιδί μέσα μας που κάποτε πίστευε ότι η αγάπη είναι ασφαλής.
Τον άνθρωπο που έδωσε χωρίς να κρατήσει λογαριασμό.
Εκείνον που στάθηκε με ανοιχτή καρδιά σε έναν κόσμο που συχνά ανταμείβει την καχυποψία περισσότερο από την καλοσύνη.
Και τότε η απώλεια δεν γίνεται μόνο λύπη.
Γίνεται και αγανάκτηση.
Γιατί μέσα μας υπάρχει μια βαθιά ανάγκη να πιστεύουμε ότι το καλό προστατεύεται.
Ότι ο ευγενικός άνθρωπος δεν θα συντριβεί επειδή υπήρξε ευγενικός.
Ότι η αθωότητα δεν θα γίνει το τίμημα της εμπιστοσύνης.
Όμως η ψυχολογία δεν μας υπόσχεται ότι οι καλοί άνθρωποι δεν θα πληγωθούν.
Μας λέει κάτι πιο δύσκολο και πιο αληθινό: Ότι η καλοσύνη χρειάζεται και όρια.
Ότι η εμπιστοσύνη δεν είναι τύφλωση.
Ότι η αγάπη δεν σημαίνει να εγκαταλείπεις τον εαυτό σου.
Και ότι η αθωότητα δεν χρειάζεται να χαθεί για να αποκτήσει ο άνθρωπος σοφία.
Μπορεί να ωριμάσει χωρίς να γίνει κυνισμός.
Μπορεί να μάθει χωρίς να πάψει να αγαπά.
Μπορεί να προστατεύεται χωρίς να κλείνει όλες τις πόρτες της ψυχής του.
Αυτό ίσως είναι το πιο δύσκολο μάθημα κάθε μεγάλης απογοήτευσης: Να μη γίνεις αυτό που σε πλήγωσε.
Και όταν ένας άνθρωπος φεύγει από τη ζωή, το πένθος δεν είναι μόνο η απουσία του σώματός του.
Είναι η απουσία της δυνατότητας να τον ξαναδούμε.
Να τον ακούσουμε.
Να τον αγγίξουμε.
Να του πούμε όσα δεν προλάβαμε.
Είναι η απότομη διακοπή μιας σχέσης που μπορεί να μην ήταν προσωπική με την καθημερινή έννοια, ήταν όμως βαθιά συναισθηματική.
Γιατί ο άνθρωπος μπορεί να δεθεί με μια φωνή, με ένα βλέμμα, με μια καλλιτεχνική παρουσία, με έναν τρόπο που κάποιος τον έκανε να νιώθει λιγότερο μόνος.
Και όταν αυτή η παρουσία παύει να υπάρχει, ο ψυχισμός χρειάζεται χρόνο για να καταλάβει ότι η σχέση δεν συνεχίζεται με τον ίδιο τρόπο.
Γι’ αυτό το πένθος δεν είναι υπερβολή.
Είναι η διαδικασία με την οποία η ψυχή μαθαίνει να ζει με μια απουσία που δεν μπορεί να διορθώσει.
Κι εμείς, ως κοινό, βρεθήκαμε πολλές φορές σε έναν παράξενο ρόλο.
Να αγαπάμε έναν άνθρωπο που δεν γνωρίζαμε στην καθημερινότητά του.
Να νιώθουμε ότι τον γνωρίζουμε μέσα από την τέχνη του.
Να θέλουμε να τον προστατεύσουμε χωρίς να έχουμε τη δυνατότητα να το κάνουμε.
Και αυτό δημιουργεί ένα ιδιαίτερο είδος πόνου.
Γιατί η αγάπη μας είναι αληθινή, αλλά η πρόσβασή μας στη ζωή του είναι περιορισμένη.
Μπορούμε να του πούμε: «Είμαστε μαζί σου». «Σε πιστεύουμε». «Σε αγαπάμε». Μπορούμε να του δώσουμε την ενέργεια μιας ολόκληρης αίθουσας.
Αλλά δεν μπορούμε να γνωρίζουμε όλα όσα συμβαίνουν στην ψυχή ενός ανθρώπου όταν κλείνουν τα φώτα.
Και αυτή η αδυναμία είναι μέρος του πένθους μας.
Ίσως, τελικά, ο Σταυρός να είναι και αυτό: Η συνάντηση της ευαισθησίας με την πραγματικότητα.
Το σημείο όπου ο άνθρωπος δεν μπορεί πια να αποφύγει τον πόνο, αλλά καλείται να αποφασίσει τι θα κάνει με αυτόν.
Θα γίνει πίκρα; Θα γίνει θυμός; Θα γίνει κυνισμός; Ή θα γίνει μια βαθύτερη κατανόηση του ανθρώπου; Γιατί η απώλεια δεν μας μαθαίνει μόνο πόσο αγαπήσαμε.
Μας μαθαίνει και πόσο εύθραυστοι είμαστε.
Πόσο ανάγκη έχουμε να μας πιστεύουν.
Πόσο ανάγκη έχουμε να μας κρατούν όταν δεν μπορούμε να κρατήσουμε μόνοι μας τον εαυτό μας.
Και πόσο σημαντικό είναι να μη θεωρούμε την καλοσύνη κάτι δεδομένο. Ο Γιώργος μας θα μείνει μέσα μας όχι μόνο για όσα τραγούδησε.
Αλλά και για όσα μας έκανε να νιώσουμε.
Γιατί η τέχνη δεν τελειώνει όταν τελειώνει η παρουσία του καλλιτέχνη.
Συνεχίζει μέσα στους ανθρώπους που τον άκουσαν.
Στις αναμνήσεις τους.
Στις στιγμές που συνδέθηκαν με τη φωνή του.
Στον τρόπο που κάποιος θα ξανακούσει ένα τραγούδι του και θα θυμηθεί ποιος ήταν τότε.
Και ίσως αυτή να είναι η πιο ανθρώπινη μορφή αθανασίας: Να συνεχίζεις να υπάρχεις μέσα στην ψυχή κάποιου άλλου.
Όχι ως τέλειος άνθρωπος.
Όχι ως άγαλμα.
Αλλά ως παρουσία που άφησε ίχνος.
Σήμερα, λοιπόν, του Σταυρού, ας μην κοιτάξουμε μόνο τον πόνο ενός ανθρώπου.
Ας κοιτάξουμε και τον δικό μας.
Ας αναρωτηθούμε πόση αθωότητα κρατάμε ακόμη.
Πόση εμπιστοσύνη έχουμε φοβηθεί να δώσουμε.
Πόσες φορές έχουμε μπερδέψει τη δύναμη με τη σκληρότητα.
Και πόσες φορές έχουμε ξεχάσει ότι το να είσαι καλός δεν είναι αδυναμία.
Είναι επιλογή.
Μια επιλογή που χρειάζεται θάρρος.
Γιατί ο κόσμος δεν γίνεται καλύτερος όταν όλοι μαθαίνουμε να προστατευόμαστε ο ένας από τον άλλον.
Γίνεται καλύτερος όταν μαθαίνουμε να προστατεύουμε ο ένας τον άλλον.
Και αυτό είναι ίσως το πιο βαθύ μήνυμα που μπορεί να αφήσει ένας άνθρωπος μέσα από τη ζωή του: Να μη χάσουμε την ικανότητά μας να αγαπάμε.
Να μη ντραπούμε για την ευαισθησία μας.
Να μη θεωρήσουμε την αθωότητα ένα λάθος που πρέπει να διορθώσουμε.
Αλλά να τη μετατρέψουμε σε συνειδητή καλοσύνη.
Σε αγάπη με όρια.
Σε δύναμη χωρίς σκληρότητα.
Σε φως που δεν χρειάζεται να αρνηθεί ότι γνώρισε το σκοτάδι.
Κι αν ο Σταυρός είναι το σημείο όπου ο άνθρωπος συναντά τον πόνο, τότε η Ανάσταση μπορεί να είναι το σημείο όπου ο άνθρωπος αποφασίζει ότι ο πόνος δεν θα είναι η τελευταία του λέξη.
Όχι επειδή δεν συνέβη.
Όχι επειδή δεν ήταν άδικο.
Αλλά επειδή η ζωή μας δεν τελειώνει εκεί όπου πληγωθήκαμε.
Συνεχίζεται με τον τρόπο που θυμόμαστε.
Με τον τρόπο που αγαπάμε.
Με τον τρόπο που στεκόμαστε απέναντι στους άλλους.
Και με τον τρόπο που επιλέγουμε να μη γίνουμε λιγότερο άνθρωποι επειδή ο κόσμος κάποτε μας πλήγωσε. Ας μην ξεχνάμε την προσωρινότητα μας…ευχή 🙏
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους