ΑΡΙΣΡΤΟΦΑΝΗΣ: ΒΑΤΡΑΧΟΙ ΑΠΟ ΒΑΣΩ ΔΕΝΔΡΟΠΟΥΛΟΥ Οι "Βάτραχοι του Αριστοφάνη", γραμμένοι το 405 π.Χ., είναι φίλες και φίλοι μας ένα σατιρικό έργο που αντανακλά το ιστορικό και κοινωνικό πλαίσιο της...
ΑΡΙΣΡΤΟΦΑΝΗΣ: ΒΑΤΡΑΧΟΙ ΑΠΟ ΒΑΣΩ ΔΕΝΔΡΟΠΟΥΛΟΥ Οι "Βάτραχοι του Αριστοφάνη", γραμμένοι το 405 π.Χ., είναι φίλες και φίλοι μας ένα σατιρικό έργο που αντανακλά το ιστορικό και κοινωνικό πλαίσιο της αρχαίας Αθήνας.
Το έργο παρουσιάστηκε κατά τη διάρκεια της γιορτής των Διονυσίων, μια εποχή κατά την οποία οι Αθηναίοι συγκεντρώνονταν για να απολαύσουν δραματικές παραστάσεις.
Οι "Βάτραχοι του Αριστοφάνη" άξονα τους έχουν τον Διόνυσο, τον θεό του κρασιού και του θεάτρου, ο οποίος απογοητεύεται από την έλλειψη εξαιρετικών θεατρικών συγγραφέων μετά τον θάνατο των μεγάλων τραγικών.
Σε μια προσπάθεια να αναβιώσει την ποιότητα του αθηναϊκού δράματος, ο Διόνυσος, συνοδευόμενος από τον υπηρέτη του Ξανθία, αποφασίζει να ταξιδέψει στον Κάτω Κόσμο για να φέρει πίσω τον καλύτερο τραγικό ποιητή, ή τον Αισχύλο ή τον Ευριπίδη.
Η προετοιμασία – πρόλογος – του έργου αρχίζει στο σπίτι του Ηρακλή όπου έρχεται ο θεός Διόνυσος με τον δούλο του Ξανθία, για να ζητήσει πληροφορίες για το δρόμο προς τον Άδη. Ο Διόνυσος φορεί γυναικείο κροκωτό φόρεμα με δέρμα λιονταριού και κοθόρνους.
Κρατά ρόπαλο. Ο Ξανθίας είναι καβάλα σε γάϊδαρο.
Από ένα διχαλωτό ραβδί που κρατά στον ώμο του κρέμεται ένας μπόγος.
Στον διάλογό του με τον Ηρακλή, του λέει πως θέλει να φέρει στη γη τον Ευριπίδη γιατί η τραγική σκηνή της Αθήνας έχει ερημώσει.
Στην επόμενη σκηνή βρισκόμαστε στην Αχερουσία λίμνη όπου ο Διόνυσος ανεβαίνει στη βάρκα του Χάρωνα, πρέπει όμως να τραβήξει ο ίδιος κουπί. Ο Ξανθίας, ο δούλος, δεν μπορεί να συνταξιδέψει και τρέχει γύρω – γύρω από τη λίμνη, όπου ακούγονται πολλά κοάσματα βατράχων.
Ύστερα από αρκετό δρόμο στον ΄Αδη, οι δυο τους πέφτουν επάνω στο χορό – που τώρα μπαίνει – από ελευσίνιους μύστες.
Επικαλούνται τον Ίακχο. «Ίακχε εσύ πολυδόξαστε, που έχεις εδώ το λημέρι σου, Ιακχε ώ Ίακχε, έλα σ΄ αυτό το λιβάδι, έλα να μπεις στο χορό του ευλαβικού μας θιάσου… Ώ Ίακχε, είναι χορός ασυγκράτητος, είναι χορός παιχνιδιάρης, όλος ιερότητα, αγνότητα, χάρη». Κορυφαίος: «Όλοι πρέπει ιερή να κρατήσουν σιωπή.
Και μακριά από τους Χορούς μας να φύγει όποιος άπειρος είναι από λόγους ιερούς, όποιος γνώμη δεν έχει καθάρια, των τρισεύγενων όποιος Μουσών τελετές ούτε γιόρτασε κι ούτε τις είδε, όποιος έμεινε ξένος στους βάκχιους ρυθμούς, τους χυδαίους όποιος στίχους ν΄ ακούει αγαπά, που τους λένε αταίριαστες ώρες, όποιος είναι στους άλλους πολίτες στριφνός, κι όταν πέσει διχόνοια στη χώρα, δεν κοιτά να τη σβήσει παρά τη φωτιά συδαυλίζει για κέρδος δικό του, όποιος όταν την πόλη αγριοκαίρια χτυπούν, κυβερνήτης αυτός παίρνει δώρα, όποιος κάστρο ή καράβια προδίνει …ή ενεργεί και φροντίζει να δώσει λεφτά στων εχθρών μας το στόλο ένας ξένος…Τους το λέω μια φορά, τους το λέω άλλη μια, και για τρίτη φορά τους το λέω, να τραβήξουν μακριά απ΄ τους Χορούς των μυστών.» Η μεταμφίεση του Διονύσου σε Ηρακλή, του προκαλεί πολλά δεινά.
Έχουμε μια εναλλαγή επεισοδίων: Ο θυρωρός του Άδη, ο Αιακός, μόλις βλέπει αυτόν που νομίζει πως του έκλεψε τον Κέρβερο, θυμώνει πολύ και τρέχει να φέρει τους υπηρέτες.
Ταβερνιάρισσες που ο Ηρακλής τους είχε φάει δεκάξι ψωμιά χωρίς να πληρώσει, πέφτουν σαν μαινάδες στον νεοφερμένο.
Εμφανίζεται και μια υπηρέτρια της Περσεφόνης με μιαν πολύ ελκυστική πρόταση.
Συνέπεια αυτών των επεισοδίων που εναλλάσσονται είναι ότι ο θεός αναγκάζει τον Ξανθία να αλλάζει διαρκώς ρούχα μαζί του, για να προβάλλει τον δούλο σαν Ηρακλή.
Έτσι ώστε όταν έρχεται ο Αιακός δεν μπορεί να βρεθεί ο αληθινός θεός.
Έτσι ο Αιακός τους στέλνει στο παλάτι, στους θεούς του Άδη για να αποφασίσουν εκείνοι.
Από τον διάλογο του Αιακού με τον Ξανθία, το κοινό πληροφορείται για τη φιλονικία που ξέσπασε στον Άδη γιατί ο Ευριπίδης ζητούσε τη θέση του Αισχύλου.
Τώρα πρόκειται να συγκριθεί με ακρίβεια η τέχνη και των δυο, κι ο Διόνυσος σ΄ αυτό τον αγώνα θα είναι δικαστής.
Η απόφαση είναι δύσκολη και τα επιχειρήματα υπέρ του Ευριπίδη ή του Αισχύλου εξίσου σημαντικά.
Πολλές είναι επίσης οι αντιπαραθέσεις μεταξύ των δυο μεγάλων ποιητών. Ο Διόνυσος δεν μπορεί να αποφασίσει.
Τον βοηθά ο Πλούτωνας που του λέει πως πρέπει να διαλέξει εκείνον που θα συμβουλεύσει χρήσιμα για την πόλη. Ο Διόνυσος παίρνει την απόφασή του κι ανεβάζει στο φως τον ποιητή της μεγάλης αρχαίας τραγωδίας σαν μια εγγύηση για την εξυγίανση.
Χορός: «Με λαμπάδες ιερές τώρα φέξτε του εσείς, προβοδίστε τον κιόλας, δικούς του σκοπούς ξεφωνώντας, δικά του τραγούδια.» Κορυφαίος: Πρώτα, ώ του Κάτω εσείς Κόσμου θεοί, στον ποιητή που μας φεύγει, να, κι ανεβαίνει στο φως, καλό δώστε ταξίδι, και δώστε σκέψεις στην πόλη καλές, και μεγάλα καλά να της φέρουν.
Έτσι από πίκρες βαριές, πολυστέναχτες σύναξες με όπλα, τέλος κι εμείς θα γλιτώσουμε.» --- Φίλες και φίλοι, όταν διδάσκονται οι βάτραχοι, ο πελοποννησιακός πόλεμος βρίσκεται στον εικοστό πέμπτο χρόνο του.
Η πόλη καταρρέει οικονομικά – πληθωρισμός, υποτίμηση νομίσματος -, η ψυχολογία των πολιτών είναι στο ναδίρ, οι κοινωνικές παροχές είναι ανύπαρκτες και ηθικές αξίες δέχονται μεγάλο πλήγμα.
Το χάσμα μεταξύ φτωχών και πλούσιων μεγαλώνει και οι ίδιοι οι θεοί αμφισβητούνται.
Σ' αυτό το έργο ο Αριστοφάνης δεν είναι σκωπτικός, ούτε χρησιμοποιεί τη σάτιρα σε ακραίο βαθμό.
Αυτό μπορεί να το κάνει για τον Κλέωνα (αθηναίος στρατηγός κατά τον πελοποννησιακό πόλεμο και αριστοκράτης), όχι όμως για τον Ευριπίδη, το μεγαλείο του οποίου αναγνωρίζει.
Εδώ περιορίζει το πηγαίο χιούμορ του και εκθέτει την προσωπική του γνώμη για την πολιτική της πόλης του.
Με την τέχνη του επηρεάζει πολιτικές αποφάσεις και διαμορφώνει πολιτικές συνειδήσεις.
Η παράβαση (όταν η πλοκή του έργου διακόπτεται από το χορό, ο οποίος απευθυνόμενος στο κοινό μεταφέρει ένα μήνυμα του συγγραφέα) είναι ζεστή και συγκινητική προτροπή να θεραπεύσουν τις πληγές στο εσωτερικό της πόλης και να δώσουν το χέρι να συμφιλιωθούν με εκείνους που είναι πολιτικά βαρυμένοι.
Σύμφωνα με την οπτική του Αριστοφάνη, ο Ευριπίδης είναι ο εκπρόσωπος των οπαδών της συνέχισης του πολέμου και των δημαγωγών, σε αντίθεση με τον Αισχύλο ο οποίος ορθώνει το ανάστημά του στους σφετεριστές της Δημοκρατίας με τον ελεύθερο λόγο του και την παρρησία.
Η απάντηση έρχεται από το βασίλειο των νεκρών.
Ίσως γιατί οι νεκροί ήρωες και πολεμιστές έχουν πληρώσει με τη ζωή τους το τίμημα του πολέμου, της απληστίας και της δίψας για εξουσία. Ο Αισχύλος εκπροσωπεί (κατά τον Αριστοφάνη τον πεπαιδευμένο, ενάρετο πολίτη, τον ειρηνοποιό, τον δημοκράτη, που επιθυμεί την ελευθερία και την ενότητα.
Σας ευχόμαστε ένα όμορφο βράδυ και μια θαυμαστή εβδομάδα! ΠΗΓΕΣ: ΘΡΑΣΥΒΟΥΛΟΣ ΣΤΑΥΡΟΥ, «Οι Κωμωδίες του Αριστοφάνη», ALBIN LESKY «Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Λογοτεχνίας».
Η επιλογή των posts/links γίνεται με ένα στατιστικό μοντέλο και μπορεί να μην απεικονίζει επακριβώς τη σειρά δημοτικότητάς τους